Legislator Case Law & Legislation
1329/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking discretionary factual assessments on disability compensation.

Case Number 1329/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final first-instance judgment regarding disability compensation. The appellant argued the lower court erred in assessing the financial impact of his disability, but the court ruled this constituted an attack on the court of first instance's free evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it targeted a discretionary factual determination rather than a legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 681 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the free evaluation of evidence or the discretionary assessment of the amount of disability compensation under Article 931 of the Civil Code, as these fall within the exclusive jurisdiction of the court of first instance.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility free evaluation of evidence disability compensation assessment discretionary judicial power Article 931 Civil Code attacking factual findings disproportionality principle

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
Article 2 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1329/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σφέτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑEΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3783/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16-1-2017 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 2067/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης από 16-1-2017 αίτησης αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με τη 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 12-9-2018 κλήση του καλούντος στη δικάσιμο της 24-5-2019, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 13-6-2019 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 12-9-2018 κλήση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος η κρινόμενη από 16-1-2017 και με ειδ. αριθμό κατάθεσης 19/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 280/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης του (αρθρ. 681 Α. ΚΠολΔ).

Με την παραπάνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου συνεκδικάσθηκαν: α) η από 20-12-2012) (με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 8100/24-12-2012), β) η από 27-12-2012 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8133/27-12-2012) και γ) η από 21-12-2012 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8057/21-12-2012), εφέσεις (η πρώτη του ενάγοντος και η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων με την ένδικη από 1-11-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10263/2009 αγωγή), κατά της υπ' αριθμ. 3783/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την προαναφερόμενη αγωγή.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη η έφεση του ενάγοντος ως αβάσιμη κατ' ουσία, ενώ έγιναν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι εφέσεις των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3783/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως το Εφετείο, με την άνω απόφασή του κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη από 1.11.2009 αγωγή, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθένα να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ήδη, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης, ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλει την παραπάνω απόφαση του Εφετείου ζητώντας την αναίρεση της, προβάλλοντας, με τους λόγους αυτής, αιτιάσεις από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η αναίρεση είναι εμπρόθεσμη (Ολομ. ΑΠ 10/2018) και παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από το συνδυασμό των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για την νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή για το οποίο και επιδικάσθηκε αποζημίωση, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να συνεχίσει να έχει επιζήμιες συνέπειες γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από αυτή δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στην μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε, εκτός από την ένδικη αγωγή και την από 12-3-2007 προγενέστερη αγωγή με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από 20-8-2006 μέχρι 25-1-2007 λόγω της ανικανότητας του να εργασθεί, συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων άσκησε την από 1-11-2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Με την ως άνω από 1-11-2009 αγωγή ο αναιρεσείων ζητούσε αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από αυτό που ζητούσε με την προηγούμενη αγωγή του, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 4-10-2007 μέχρι 31-12-2029. Επομένως, η αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος για χρονικό διάστημα από 4-10-2007 μέχρι 31-12-2029 δεν είχε καταστεί αντικείμενο ερεύνης κατά τη συζήτηση της προηγούμενης από 12-3-2007 αγωγής του αναιρεσείοντα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ. αριθμ. 916/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε δεδικασμένο για την απώλεια εισοδήματος του αναιρεσείοντα για τον κρίσιμο ήδη χρόνο (από 4-10-2007 μέχρι 31-12-2029).

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε ότι: "Σημειώνεται ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 916/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου με την προγενέστερη από 12.3.2007 αγωγή του ενάγοντος με την οποία αιτείτο αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, με συνέπεια οι λόγοι απόλυσης του ενάγοντος από την εργοδότρια εταιρεία του να μην καλύπτονται από το δεδικασμένο....". Με τις παραπάνω κρίσεις της η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς δέχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 916/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν παράγει δεδικασμένο στην ένδικη διαφορά και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

2. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται κατά ένα μέρος στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απώλεια ή μη εισοδημάτων του αναιρεσείοντος λόγω μόνιμης μερικής ανικανότητας του προς εργασία, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την εφαρμογή του και την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολομ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων διατυπώνεται σαφώς (Ολομ.ΑΠ 24/1992, Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: "Ο ενάγων λόγω του τραυματισμού του εμφανίζει βαθμό δυσχέρειας στο να ανταποκριθεί πλήρως στα καθήκοντα τεχνικού εγκαταστάσεως συναγερμών, καθώς η πολύωρη ορθοστασία, η μεταφορά βαρών, η παραμονή σε θέση κάμψης και στροφής της σπονδυλικής στήλης κατά την εργασία του, προκαλούν έντονη ενόχληση και αποτελούν αιτία εμφανίσεως κρίσεων οσφυαλγίας και οσφυοϊσχιαλγίας.

Εμφανίζει δε μόνιμο ποσοστό υπολειμματικής αναπηρίας 30% για το συγκεκριμένο επάγγελμα". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πριν τον τραυματισμό του ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 42 ετών, ήταν υγιέστατος και δραστήριος, άτομο παραγωγικής ηλικίας με εξωστρέφεια, κοινωνικότητα και προσαρμοστικότητα, πλην όμως εξαιτίας του άνω τραυματισμού του και των απορρεουσών από αυτόν συνεπειών [ήτοι πόνο κατά διαστήματα στη σπονδυλική στήλη], αυτός κατέστη μόνιμα ανάπηρος κατά ποσοστό 30%, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, πλην όμως η αναπηρία αυτή δεν τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος του, το οποίο είναι τεχνικός εγκαταστάσεων συναγερμών, δεδομένου ότι από 25.1.2007 συνέχισε να εργάζεται στην προ του ατυχήματος εργασία του και να εκτελεί αυτή κανονικά μέχρι τις 30.9.2007, οπότε καταγγέλθηκε από την εργοδότρια εταιρία του η σύμβαση εργασίας, χωρίς να αναφέρεται σε αυτή ως λόγος καταγγελίας η ελαττωμένη αποδοτικότητα του ενάγοντος, γεγονός που ούτε η μάρτυρας του αδελφή καταθέτει στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Σημειώνεται ότι ούτε ο ασφαλιστικός του φορέας τον έχει κρίνει ανίκανο προς εργασία ούτε οι ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις των δημοσίων νοσοκομείων, στα οποία εξετάστηκε, τον έχουν κρίνει ανίκανο προς εργασία, μόνη δε η γνωμάτευση του νοσοκομείου ΚΑΤ στην οποία μόνον αναφέρεται ότι πρέπει να αποφεύγει "βαριές χειρονακτικές εργασίες", τις οποίες δεν πραγματοποιεί λόγω της εργασίας του αφού δεν απαιτείται η, μεταφορά και η ανύψωση βαρέων αντικειμένων δεδομένου ότι τα εξαρτήματα που χρησιμοποιούν οι εγκαταστάτες συστημάτων ασφαλείας είναι ελαχίστου βάρους (λεπτά καλώδια, κάμερες, βάρους μερικών γραμμαρίων που τοποθετούνται στους τοίχους, επαφές βάρους μερικών γραμμαρίων που τοποθετούνται στα κουφώματα, το κουτί που περιέχει τις συνδέσεις και την μπαταρία του συναγερμού, βάρους λιγότερου του ενός κιλού, καθώς και την σειρήνα που τοποθετείται σε εξωτερικό τοίχο της οικοδομής με την σε αυτήν ευρισκόμενη μπαταρία, βάρους λιγότερου του ενός κιλού), δεν συνιστά μόνιμη ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία ως τεχνικού εγκαταστάσεων συναγερμών, με συνέπεια τα αιτούμενα από τον ενάγοντα κονδύλια για απώλεια εισοδημάτων λόγω μόνιμης ανικανότητας αυτού προς εργασία να πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, δεκτών γενομένων ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων των υπό κρίση εφέσεων των" εναγομένων.

Σημειώνεται ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 916/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου με την προγενέστερη από 12.3.2007 αγωγή του ενάγοντος με την οποία αιτείτο αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, με συνέπεια οι λόγοι απόλυσης του ενάγοντος από την εργοδότρια εταιρία του να μην καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εκ της προαναφερομένης αιτίας ο ενάγων, έχει μειωθεί κοινωνικά και η αναπηρία του έχει επηρεάσει τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του, περιορίζοντας ης δυνατότητες του να εξελιχθεί στον διαπροσωπικό και κοινωνικό τομέα.

Βάσει λοιπών όλων των ανωτέρω, δηλαδή της μόνιμης αναπηρίας και τις από αυτήν επιδράσεις στην κοινωνική του κατάσταση και εξέλιξη, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση της σωματικής του βλάβης, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται ως ιδιαίτερη, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, αποζημίωση το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων [15.000 €] ευρώ, απορριπτόμενου του επιπλέον ως ουσιαστικά αβασίμου....".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το άνω μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι υπό τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της απώλειας ή μη εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος λόγω της ολικής ή μερικής ανικανότητας του προς εργασία το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε, ανεξαρτήτως του ότι με την κατ' επίφαση επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επιχειρεί απαραδέκτως να πλήξει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, ο αναιρεσείων αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στην επιδικασθείσα σ' αυτόν, χρηματική παροχή από άρθρο 931 ΑΚ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, για τον προσδιορισμό του δικαιούμενου απ' αυτόν ποσού της ως άνω χρηματικής παροχής, έλαβε υπόψη τις συνέπειες της αναπηρίας του στο επαγγελματικό του μέλλον, παρά μόνο στον διαπροσωπικό και κοινωνικό τομέα (κοινωνικές συναναστροφές και κοινωνική δραστηριότητα ), επιδικάζοντάς του έτσι μικρότερο ποσό.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης απαραδέκτως προβάλλεται, διότι με αυτόν ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την κρίση του δικαστηρίου ουσίας, ως προς το ύψος του εύλογου ποσού της επιδικαστέας πρόσθετης παροχής του άρθρου 931ΑΚ, ο οποίος επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφ' ενός και την ηλικία του παθόντος αφ' ετέρου, και αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων, ελέγχεται δε αναιρετικά, μόνο για παραβίαση ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ.

από τους αρ. 1 ή 19), της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) ή για υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αιτιάσεις που δεν προβάλλει ο αναιρεσείων με τον ερευνώμενο λόγο.

Συνεπώς και αυτός ο λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου "Επικουρικού Κεφαλαίου", που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 §1, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2017 και με ειδ. αριθμ. κατάθεσης 19/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 280/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ