Legislator Case Law & Legislation
1329/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and vague grounds under Civil Procedure Code.

Case Number 1329/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the association's appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision regarding inheritance distribution. The appellant argued the lower court erred in applying good faith principles to the will's interpretation, but the court found these arguments legally unfounded. The appeal was rejected because the appellant failed to demonstrate specific legal interest for the appeal and did not clearly identify the substantive legal error in the contested judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; An appeal requires specific legal interest for each ground and must clearly identify the substantive legal error and the factual circumstances constituting it.

Keywords

AI generated
legal interest requirement vague appeal grounds substantive law error Code of Civil Procedure inheritance dispute will interpretation good faith principles

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure
Articles 118 number 4, 566 paragraph 1 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 200 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1329/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος σωματείου με την επωνυμία "..." και έδρα τη …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου νπδδ με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ" και έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Πετρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7711/2014 του παραπάνω Δικαστηρίου και 198/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 13-3-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 198/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7711/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή του ιδίου κατά του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή υπολοίπου κληροδοσίας και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη η παραπάνω αγωγή ως αβάσιμη, με διαφορετική, σε σχέση με την πρωτοβάθμια, αιτιολογία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης, δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 1241/2008).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι: "με την από 28.10.1963 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με την 88/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αποβιώσας Κ.

Ο. του Α. και της Α., κάτοικος ..., εγκατέστησε το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ" γενικό κληρονόμο της ακίνητης περιουσίας του και υποχρέωσε αυτό όπως (κατά τα επί λέξει αναγραφόμενα στη διαθήκη) "εκ της πρώτης εκποιήσεως οικοπέδων του εν ... κτήματός μου, εκποιουμένων νομίζω καλύτερον τμηματικώς διαθέση εκ του τιμήματος αυτών, το εις δραχμάς ισάξιον ποσόν των εξ χιλιάδων λιρών Αγγλίας χρυσών (αριθ.

λίραι Αγγλίας χρυσαί 6000) ως κληροδότημά μου προς την "..." (αναιρεσείον). Μετά τη δημοσίευση της διαθήκης του κληρονομούμενου, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, λόγω ρυμοτομίας, τμήμα εκτάσεως 1.342,9 τμ εκ της συνολικής εκτάσεως 11.240 τμ του οικοπέδου στο ..., που κατέλειπε στο εναγόμενο ο διαθέτης και το τελευταίο εισέπραξε συνολικά το ποσό των 59.889.300 δρχ.

ως αποζημίωση. Ακολούθως, με την από 30.10.2000 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του που κοινοποίησε το ενάγον Σωματείο στο εναγόμενο ζήτησε από το τελευταίο την καταβολή σ' αυτό (ενάγον) ανάλογου ποσού, από την αποζημίωση που καταβλήθηκε στο εναγόμενο από την απαλλοτρίωση του άνω ακινήτου. Για το λόγο αυτό στις 12.6.2001, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο εναγόμενο Νοσοκομείο με εκπροσώπους αμφοτέρων των διαδίκων, κατά την οποία διατυπώθηκε και πάλι από το ενάγον το αίτημα να του καταβληθεί από το εναγόμενο ανάλογο ποσό από την απαλλοτριωτική αποζημίωση, σύμφωνα με τον σχετικό όρο της διαθήκης.

Κατά την συζήτηση αυτή, το ΔΣ του εναγομένου αποδέχτηκε την πρόταση του ενάγοντος και με την 10η/27.6.2001 απόφασή του ενέκρινε την καταβολή στο ενάγον ποσού 7.155.278 δρχ. ως μέρος της αποζημίωσης που εισέπραξε από την απαλλοτρίωση του άνω ακινήτου, σύμφωνα με τον άνω όρο της διαθήκης, ακολούθως δε την 7/3/2002 πραγματοποιήθηκε η καταβολή του ανωτέρω ποσού στο ενάγον (βλ.

την από 7/3/2002 απόδειξη είσπραξης του ενάγοντος και το οικείο με αριθ. …46/13-12-2001 χρηματικό ένταλμα του εναγομένου, νόμιμα θεωρημένου). Το τελευταίο διώκει με την ένδικη αγωγή την καταβολή του ποσού των 52.734.022 δρχ. (59.889.300 δρχ.-7.155.278 δρχ.) ήδη 154.758 ευρώ, ήτοι την υπόλοιπη απαλλοτριωτική αποζημίωση, επικαλούμενο ότι το ισάξιο σε δραχμές ποσό των 6.000 χρυσών λιρών Αγγλίας του κληροδοτήματος υπερβαίνει το σύνολο του ποσού της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης.

Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι μετά τη σύνταξη της ανωτέρω διαθήκης του αποβιώσαντος επήλθε ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες συντάχθηκε η ανωτέρω διαθήκη και η μεταβολή αυτή δεν είχε προβλεφθεί από τον διαθέτη. Ειδικότερα μετά τη σύνταξη της διαθήκης, όπως ήδη αναφέρθηκε, έλαβε χώρα αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας, τμήματος εκτάσεως 1.342,9 τμ εκ της συνολικής εκτάσεως 11.240 τμ του κτήματος στο ..., που κατέλειπε στο εναγόμενο ο διαθέτης και το τελευταίο εισέπραξε συνολικά το ποσό των 59.889.300 δρχ.

ως αποζημίωση και όχι ως τίμημα εκούσιας εκποίησης. Η επιγενόμενη της συντάξεως της ανωτέρω διαθήκης μεταβολή των συνθηκών, δημιουργεί κενό στη ρύθμιση της κληρονομικής διάταξης που αφορά στο κληροδότημα και συνακόλουθα πρέπει να διαγνωστεί με τη συμπληρωματική ερμηνεία της διαθήκης η υποθετική βούληση του ως άνω διαθέτη κατ' άρθρο 173 ΑΚ, ώστε να πρέπει τώρα να καταβληθεί στο ενάγον - κληροδόχο το ποσό εκείνο, το οποίο κατά τη σύνταξη της διαθήκης θα όριζε ο διαθέτης, αν είχε υπόψη του την επελθούσα αναγκαστική απαλλοτρίωση, που δεν ταυτίζεται με την εκούσια εκποίηση, την οποία και μόνο ρύθμισε με τη διαθήκη του ως προς το επίδικο κληροδότημα.

Πράγματι ο διαθέτης ρύθμισε με τη διαθήκη του το είδος και το ποσό του ένδικου κληροδοτήματος μόνο για την περίπτωση της εκούσιας εκποίησης των οικοπέδων του κτήματός του στο ..., δηλαδή την εκποίηση εκείνη που με πρωτοβουλία του εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ και δυνάμει της δικαιοπρακτικής βούλησης του τελευταίου θα οδηγούσε στην είσπραξη του ανωτέρω ποσού των 6.000 χρυσών λιρών Αγγλίας ως τίμημα από την πρώτη εκποίηση των οικοπέδων του.

Σκοπός δε της διάταξης αυτής της διαθήκης ήταν η οικονομική ενίσχυση του ενάγοντος σωματείου με το παραπάνω ποσό. Το ποσό αυτό ο διαθέτης κατά τη σύνταξη της διαθήκης θα όριζε προς ενίσχυση του ενάγοντος σωματείου σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και στην περίπτωση που ο διαθέτης θα είχε υπόψη του την επελθούσα αναγκαστική απαλλοτρίωση που δεν ταυτίζεται με την εκούσια εκποίηση.

Η κρίση αυτή στηρίζεται στον ανωτέρω σκοπό της διάταξης της διαθήκης τον σχετιζόμενο με την οικονομική ενίσχυση του ενάγοντος σωματείου με το προαναφερθέν ποσό, το οποίο ο διαθέτης θέλησε να λάβει το ενάγον από την πρώτη κιόλας εκποίηση και ουδόλως να το στερηθεί λόγω μελλοντικής ολικής ή μερικής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Δηλαδή η κατά χρονική προτεραιότητα οικονομική ενίσχυση του ενάγοντος από τον διαθέτη με την κληροδοτική του παραγγελία, άγει σε κρίση ότι ο τελευταίος θα διέθετε ούτως ή άλλως το ανωτέρω ποσό υπέρ του ενάγοντος σωματείου ακόμα και σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ολόκληρου του κτήματός του στο ... από τη ληφθείσα συνολικά αποζημίωση και σε κάθε περίπτωση ότι ο διαθέτης δεν θα ήθελε να στερήσει από το ενάγον σωματείο το ανωτέρω ποσό που έθεσε προς οικονομική του ενίσχυση και μάλιστα κατά χρονική προτεραιότητα".

Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο, ερμηνεύοντας την παραπάνω διαθήκη, ότι, κατά την αληθινή βούληση του διαθέτη, στην έννοια της "εκποίησης" του καταλειφθέντος ακινήτου του περιλαμβάνεται και η αναγκαστική απαλλοτρίωση αυτού. Η ερμηνεία, όμως, αυτή της διαθήκης είναι επωφελής για το αναιρεσείον, διότι με αυτή θεωρήθηκε ως "εκποίηση", από το τίμημα της οποίας όρισε ο διαθέτης με τη διαθήκη του να καταβληθεί η κληροδοσία των έξι χιλιάδων χρυσών λιρών Αγγλίας στο αναιρεσείον και η αναγκαστική απαλλοτρίωση του καταλειφθέντος, η οποία είχε λάβει χώρα και της οποίας την αποζημίωση ζήτησε το αναιρεσείον με την αγωγή του, βάσει του σχετικού όρου της παραπάνω διαθήκης.

Είναι δε επωφελής για το αναιρεσείον η παραπάνω ερμηνεία, διότι, βάσει αυτής και παρά το γράμμα της διαθήκης, που κάνει λόγο γα "εκποίηση", το αναιρεσείον μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του από τη διαθήκη, όχι μόνο σε περίπτωση εκποίησης, αλλά και σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του καταλειφθέντος ακινήτου.

Η απόρριψη δε τελικά της παραπάνω αγωγής από το Εφετείο έγινε, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, όχι λόγω της παραπάνω ερμηνείας, αλλά επειδή το Εφετείο, ερμηνεύοντας περαιτέρω την ανωτέρω διαθήκη, δέχτηκε, ότι, κατά την αληθινή βούληση του διαθέτη, το σύνολο του παραπάνω ποσού πρέπει να καταβληθεί στο αναιρεσείον με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης του ακινήτου, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί, αφού μέχρι τότε είχε απαλλοτριωθεί μόνο το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τμήμα του, αναφέροντας σχετικά στην απόφασή του αυτή, ότι "περαιτέρω η διατύπωση της ένδικης διάταξης οδηγεί σε κρίση ότι ο διαθέτης εκλαμβάνει βέβαιη τη λήψη του ποσού των 6000 χρυσών λιρών Αγγλίας από την πρώτη εκούσια εκποίηση οικοπέδων του κτήματός του, η δε πεποίθηση αυτή είναι δικαιολογημένη καθώς το ύψος του αιτηθέντος τιμήματος στην εκούσια εκποίηση θα το καθόριζε το εναγόμενο ΝΠΔΔ.

Για την αρρύθμιστη περίπτωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μέρους του κτήματος, που δεν πρόβλεψε ο διαθέτης, κρίσιμη είναι η παραγγελία του να διατεθεί το ανωτέρω ποσό από το "τίμημα των οικοπέδων". Η φράση αυτή οδηγεί σε κρίση ότι σε περίπτωση που θα λάμβανε χώρα απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος και συνεπώς εκ των πραγμάτων το εφεσίβλητο ως κληρονόμος δεν θα μπορούσε εκούσια να καθορίσει το ύψος του αιτηθέντος τιμήματος της πρώτης εκποίησης τουλάχιστον στο ποσό των 6.000 λιρών Αγγλίας, ο κανόνας της κατά χρονική προτεραιότητα ικανοποίησης του εκκαλούντος σωματείου κάμπτεται και κρίσιμη είναι η φράση της διαθήκης που συναρτά το κληροδότημα ως μέρος του συνολικού τιμήματος των οικοπέδων.

Έτσι η υποθετική βούληση του ως άνω διαθέτη συνάγεται από την ανωτέρω κρίσιμη φράση που λειτουργεί συμπληρωματικά στην ερμηνεία της κληροδοτικής παραγγελίας του και άγει σε κρίση ότι από το συνολικό τίμημα που το εναγόμενο θα λάβει από την εκποίηση (εν προκειμένω απαλλοτρίωση) θα πρέπει να καταβληθεί στο ενάγον σωματείο ποσό αντίστοιχο με 6.000 λίρες Αγγλίας και όχι ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης όπως αιτείται το ενάγον.

Όπως ήδη αναφέρθηκε το εναγόμενο εισέπραξε το συνολικό ποσό των 59.889.300 δρχ., που αφορούσε σε αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου για έκταση 1.342,9 τμ επί συνολικής έκτασης 11.240 τμ, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί η διαδικασία εκποιήσεως του ένδικου ακινήτου, όπως συνομολογείται. Στη συνέχεια το εναγόμενο αποδεχόμενο την πρόταση του ενάγοντος μετά από συζητήσεις μεταξύ των μερών (βλ.

παρ 3 της απόφασης του ΔΣ της 10ης/ 27.6.2001) που έλαβαν χώρα στις 12/6/2001, κατέβαλε το ποσό των 7.155.278 δρχ., το οποίο το ενάγον εισέπραξε χωρίς επιφύλαξη, όπως αποδεικνύεται από την από 7/3/2002 απόδειξη είσπραξης δυνάμει του με αριθ. ….46/2001 χρηματικού εντάλματος. Το ανωτέρω ποσό των 7.155.278 δρχ. ή 20.998,61 ευρώ αντιστοιχεί στην πραγματική οφειλή του εναγομένου προς το ενάγον βάσει της ως άνω συμπληρωματικής ερμηνείας της διαθήκης κατά τα προαναφερθέντα, καθόσον δεν έχει μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί η διαδικασία εκποιήσεως του ένδικου ακινήτου και συνακόλουθα ουδεμία περαιτέρω χρηματική αξίωση διατηρεί το ενάγον σε βάρος του εναγομένου από το υπόλοιπο ποσό της εισπραχθείσας από το τελευταίο απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, όπως αβάσιμα αιτείται με την αγωγή του".

Επομένως, αφού η παραπάνω ερμηνεία της διαθήκης, ότι ως εκποίηση θεωρείται και η αναγκαστική απαλλοτρίωση του επιδίκου, είναι επωφελής για το αναιρεσείον, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών και ελλιπών αιτιολογιών αναφορικά με την ύπαρξη κενού και, συνεπώς, ανάγκης για την παραπάνω ερμηνεία της διαθήκης, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.

2. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει, ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, όπως η διαθήκη, αλλά σε συμβάσεις.

Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, οπότε υποχρεούται, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη, βούλησης του διαθέτη.

Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά τη διαπίστωση αυτή, για την αληθινή βούληση του τελευταίου, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Αντίθετα, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διαπίστωσε, άμεσα ή έμμεσα, κενό ή ασάφεια στη διαθήκη, δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική του άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του, όπως αντικειμενικά, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, την αντιλαμβάνονται οι τρίτοι (ΑΠ 569/2013).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Αν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχτηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 740/2010, ΑΠ 825/2009).

Σύμφωνα με αυτά, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης, κατά την ερμηνεία της ανωτέρω διαθήκης, των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που προβλέπονται από το άρθρο 200 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, πρωτίστως, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, οι αρχές αυτές δεν εφαρμόζονται κατά την ερμηνεία των διαθηκών και, συνεπώς, το Εφετείο, μη εφαρμόζοντάς τες, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια.

3. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους περιοριστικούς λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην απόφαση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επιπλέον, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).

Σύμφωνα με αυτά, οι ίδιοι παραπάνω λόγοι αναίρεσης (δεύτερος και τρίτος), κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης, κατά την ερμηνεία της παραπάνω διαθήκης, του άρθρου 173 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι πέραν της αριθμητικής αναφοράς στην παραπάνω διάταξη, ουδόλως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-3-2018 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "...", για αναίρεση της 198/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ