Legislator Case Law & Legislation
1329/2018 AI generated

1329/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1329/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Legislator headnote

AI generated

1329/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.

Keywords

AI generated
contract staff duration of incapacity working time directive fixed-term work rights and obligations of staff research staff
AI generated
301/2010
Το Εφετείο παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, των άρθρων 2 παρ.
1704/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
8/2018
Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to lack of permanent need. Appeal rejected as facts show no statutory conditions for indefinite contract met.
314/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
1166/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1083/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/7/2011 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1329/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός- ΔΗΜΗΤΡΑ", ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας" (ΕΘΙΑΓΕ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Παναγιώτας Σφουντούρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Ν. Ν., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Πάνου Σοφούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 41/9-1-2004. Εκδόθηκαν η 1703/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 3866/13-7-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης 524/12-7-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 21-12-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την ως άνω διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2007). 2.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση "έργου" που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου (ή "έργου"). Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή "έργου", που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι' του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, μόνο "με" και "από" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με τις προηγηθείσες συμβάσεις, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια), ενώ αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν, όμως, να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 1805/2017). 3.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). 4.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3866/2010 απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας" (ΕΘΙΑΓΕ), το οποίο ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στη θέση του οποίου, μετά την κατάργησή του με το άρθρο 66 παρ.1 του ν. 4002/2011, υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το αναιρεσείον, προσέλαβε την ενάγουσα την 23-12-1996, προκειμένου να απασχοληθεί ως διοικητική υπάλληλος με αντικείμενο εργασίας τη γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη του Ινστιτούτου Κτηνιατρικών Ερευνών Αθηνών.

Ότι, ειδικότερα, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο βάσει των κατωτέρω συμβάσεων, χρονικής διάρκειας από 23-12-1996 έως 22-8-1997, από 8-9-1997 έως 31-12-1997, από 9-2-1998 έως 8-3-1998, από 9-3-1998 έως 8-4-1998, από 9-4-1998 έως 28-4-1998, από 29-4-1998 έως 28-8-1998, από 29-8-1998 έως 12-1-1999, από 13-1-1999 έως 11-3-1999, από 12-3-1999 έως 18-6-1999, από 19-6-1999 έως 18-1-2000, από 19-1-2000 έως 18-7-2000, από 19-7-2000 έως 31-8-2000, από 1-9-2000 έως 28-2-2001, από 1-3-2001 έως 28-2-2002, από 1-3-2002 έως 31-3-2002, από 1-4-2002 έως 31-12-2002, από 2-1-2003 έως 31-3-2003, από 1-4-2003 έως 31-3-2004 και από 1-4-2004 έως 31-5-2005.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις κατ' επίφαση ονομάσθηκαν συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ πράγματι υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της ως διοικητική υπάλληλος για τη γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη του ως άνω Ινστιτούτου, ήτοι για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, υπό τις οδηγίες, τον έλεγχο και την εποπτεία των εκάστοτε αρμοδίων μελών της διοίκησής του ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της, κατά το σύνηθες ωράριο των δημοσίων υπηρεσιών, αντί μηνιαίου μισθού αναλόγου των προσλαμβανόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το εναγόμενο ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημοσίου τομέα, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ούτε το εναγόμενο, βάσει των ως άνω διατάξεων, είχε την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι, παρά ταύτα, συνέτρεχαν στην περίπτωση της ενάγουσας οι τιθέμενες από το άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 προϋποθέσεις της ύπαρξης ενεργούς σύμβασης κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος αυτού (19-7-2004), του χρόνου συνολικής απασχόλησης, κατά τα εδάφια α', β', γ' της παρ.1 του εν λόγω άρθρου και κατά πλήρες ωράριο (κατά το εδ.

δ' της ίδιας παρ.1), για την υπαγωγή αυτής στις ρυθμίσεις του ως άνω διατάγματος. Ότι, εξάλλου, το ΑΣΕΠ, με την 1/3-1-2006 απόφασή του, έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για την υπαγωγή, μεταξύ άλλων συμβασιούχων εργαζομένων στο εναγόμενο, και της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του εν λόγω διατάγματος.

Ότι βάσει της απόφασης αυτής, το ΔΣ του εναγομένου, κατά την 4η/12-4-2006 συνεδρίασή του, κατέταξε την ενάγουσα σε κενή οργανική θέση ΙΔΑΧ στο Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών Αθηνών, ως ΔΕ- διοικητική υπάλληλο. Ότι, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σύμφωνα με τα άρθρα 7 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης "έργου" της ενάγουσας λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τη διαφορετική αιτιολογία της εκεί εκκαλουμένης 1703/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σύμφωνα με την οποία οι ένδικες συμβάσεις είχαν καταρτισθεί με σκοπό να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου), απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή στο σύνολό της, αναγνωρίστηκε ότι "η παρεχόμενη από 23-12-1996 μέχρι σήμερα εργασία της ενάγουσας στο εναγόμενο είναι σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" και υποχρεώθηκε το εναγόμενο "να κατατάξει την ενάγουσα σε υφιστάμενη κενή ή συνιστώμενη θέση προσωπικού αορίστου χρόνου". 5.

Με την κρίση αυτή, ήτοι με το ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της ενάγουσας οι από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 τασσόμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή αυτής στις ρυθμίσεις του εν λόγω διατάγματος, σύμφωνα με τις οποίες αυτή θα έπρεπε εφεξής να καταταγεί σε θέση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Καθ' ό μέρος, όμως, έκρινε ότι οι ίδιες συμβάσεις συνιστούσαν ήδη από την κατάρτιση της πρώτης εξ αυτών (23-12-1996) σχέση εξαρτημένης εργασίας "αορίστου χρόνου", έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, κατά την αληθινή έννοια των οποίων οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις "έργου" ήσαν εξ αρχής άκυρες, ως συναφθείσες κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγορευτικής νομοθεσίας (ΑΚ 174), αλλά, λόγω του ότι κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό συνιστούσαν σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας "ιδιωτικού δικαίου" για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα απασχόλησης, μπορούσαν κατ' εξαίρεση να δικαιολογήσουν την κατάταξη της ενάγουσας σε οργανική θέση ΙΔΑΧ, με τις εντεύθεν κατά περίπτωση έννομες συνέπειες (βλ. παραπάνω, αρ.2). Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υπό επάλληλη επιχειρηματολογία επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της.

Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι η αγωγή είναι νόμιμη μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στην έκταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, υπό την έννοια ότι η αιτούμενη από την ενάγουσα αναγνώριση θα περιορισθεί στο ότι αυτή συνδέεται με το εναγόμενο ήδη από την κατάρτιση (23-12-1996) της πρώτης μεταξύ αυτών σύμβασης έργου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και των εντεύθεν παλινωδιών της νομολογίας (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3866/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας επί της εφέσεως.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 1703/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δικάζοντας εκ νέου επί της από 29-12-2003 αγωγής, με αριθμό κατάθεσης 41/2004.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι από 23-12-1996 η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Υποχρεώνει το εναγόμενο να κατατάξει την ενάγουσα σε υφιστάμενη κενή ή συνιστώμενη νέα οργανική θέση προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.-Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Αυγούστου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ