Legislator Case Law & Legislation
1329/2016 AI generated

1329/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1329/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1329/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άλλωστε αυτός ήταν και εξ αρχής ο σκοπός της αφαίρεσης. Δηλαδή τις αφαίρεσε με σκοπό να τις ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν επρόκειτο για επιταγές ευκολίας ενισχύεται και από την από 30-1-2009 εξώδικη δήλωση του κατηγορουμένου στην οποία περιέχεται η ομολογία της πράξης του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1329/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Τ. Θ. του Θ., κατοίκου Φαρσάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπανάκα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 14041, 14617, 14954/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Κόκκινο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 330/2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η έλλειψη της απαιτουμένης, κατ’ άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ’ άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε.

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σε αυτήν από εκείνην, την οποία πραγματικώς έχει εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγον αναιρέσεως, (510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ), υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Έτι περαιτέρω, για την ύπαρξη τέτοιας (ειδικής και εμπεριστατωμένης) αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό αυτής, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη η εσφαλμένη εκτίμηση, των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙ. Κατ’ άρθρ. 372 παρ. 1α’ ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών...".Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος (της κλοπής) απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο ολικώς ή εν μέρει κινητό πράγμα, παρανόμως. Η αφαίρεση συνιστάται στην άρση της ξένης κατοχής, επί του πράγματος και στην νέα (του δράστη) κατοχή επ’ αυτού (πράγματος) με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, ενώ στο εννοιολογικό πεδίο της κατοχής περιλαμβάνεται, τόσον η πραγματική επί του πράγματος εξουσία, όσο και η βούληση εξουσιάσεώς του. Προσέτι, ο αναγόμενος στην σφαίρα των προϋποθέσεων της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δόλος, ανάγεται στην γνώση του δράστη, έστω και την έννοια του ενδεχομένου δόλου, ότι το αφαιρούμενο πράγμα είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει και βρίσκεται στην κατοχή άλλου και την θέληση ή αποδοχή της αφαιρέσεως του πράγματος από την ξένη κατοχή, χωρίς την συναίνεση του δικαιούχου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, δηλαδή να το ενσωματώσει στην ιδιοκτησία του και να το διαθέσει ως κύριος.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίον, δικάσαν ως Εφετείο, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην απόφαση αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Α) Στο σκεπτικό - αιτιολογικό: "Στον ... κατά το χρονικό διάστημα από τέλη Αυγούστου 2008 εως τέλη Σεπτεμβρίου 2008, ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια επίσκεψης και φιλοξενίας του στην οικία του πολιτικώς ενάγοντος, με τον οποίο συνδεόταν με συγγενική σχέση εξ αίματος ώστε υπήρχε μεταξύ τους, λόγω της συγγένειας, σχέση εμπιστοσύνης αλληλεγγύης, εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στους χώρους του τελευταίου χωρίς επιτήρηση και γνωρίζοντας τον χώρο όπου φυλασσόταν από τον πολιτικώς ενάγοντα το μπλοκ επιταγών, τελών εκείνη την περίοδο σε κατάσταση έντονης ψυχολογικής πίεσης, καθώς ήταν αντιμέτωπος με πλήθος ληξιπρόθεσμων χρεών είχε δε δυσκολίες προμήθειας προϊόντων για τη λειτουργία της επιχείρησης με αγροεφόδια που διατηρούσε στα ...

Ν. Λάρισας αφαίρεσε από το συρτάρι του γραφείου του πολιτικώς ενάγοντος πέντε επιταγές και δη τις υπ’ αριθμ. ... της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", οι οποίες έφεραν μόνο την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος. Οι ανωτέρω επιταγές αφαιρέθηκαν από την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς τη θέλησή του και τη γνώση του, ενώ δεν προέκυψε ότι είχε δώσει τη συγκατάθεσή του, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο στην απολογία του όσο και από τον μάρτυρα υπερασπίσεως, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν στον κατηγορούμενο από τον πολιτικώς ενάγοντα προς εξυπηρέτηση του τελευταίου, ήτοι επρόκειτο για επιταγές ευκολίας.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά του. Τουναντίον αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ρευστότητας της επιχείρησης του αφού αφαίρεσε τις ανωτέρω επιταγές προέβη στη συμπλήρωση των λοιπών στοιχείων που απαιτούνται για το κύρος τους και τις έθεσε σε κυκλοφορία, αποκτώντας έτσι ένα μέσο πίστωσης.

Άλλωστε αυτός ήταν και εξ αρχής ο σκοπός της αφαίρεσης. Δηλαδή τις αφαίρεσε με σκοπό να τις ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν επρόκειτο για επιταγές ευκολίας ενισχύεται και από την από 30-1-2009 εξώδικη δήλωση του κατηγορουμένου στην οποία περιέχεται η ομολογία της πράξης του.

Η ανωτέρω δήλωση εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ήταν προϊόν απειλής ή οιοσδήποτε μορφή εξαναγκασμού ή έκβαση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να κατευνάσει την οργή του πολιτικώς ενάγοντος και θεωρώντας λόγω και της στενής συγγενικής σχέσης που τους συνέδεε ότι εν τέλει ο πολιτικώς ενάγων δεν θα επιδιώξει τη δικαστική καταδίωξη που προέβη στην υπογραφή της ως άνω ομολογίας.

Υποστηρίχθηκε επίσης από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο ωστόσο μη πειστικό ότι οι επιταγές είχαν υπογραφεί από τον πολιτικώς ενάγοντα για να δοθούν στον κατηγορούμενο. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι οι επίδικες επιταγές έφεραν την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τη σύζυγο του τελευταίου για την αντιμετώπιση διαφόρων οικογενειακών αναγκών τους.

Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο πολιτικώς ενάγων σκόπευε να βοηθήσει τον εξάδελφό του και να του παραδώσει τις ως άνω επιταγές αφενός θα προέκυπτε το περιεχόμενο κάποιας συμφωνίας συμπλήρωσης αφετέρου ο κατηγορούμενος δεν θα είχε ενεργήσει με σκοπό συγκάλυψης και εν τέλει δεν θα προσπαθούσε να καθυστερήσει την αποκάλυψη της πράξης του, δοθέντος ότι ο πολιτικώς ενάγων οχλήθηκε το πρώτον από την Τράπεζα ότι εμφανίσθηκε προς πληρωμή μία επιταγή εκδόσεως του, το Δεκέμβριο του 2008.

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να άχθη σε περί του αντιθέτου κρίση από το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε διευκολύνει στο παρελθόν τον κατηγορούμενο, καθώς στην επίδικη υπόθεση το κρίσιμο είναι ότι η αφαίρεση των ενδίκων επιταγών έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος.

Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Β) Στο διατακτικό: "

Κηρύσσει αυτόν ένοχο κατά πλειοψηφία του ότι: στον ..., σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως στο χρονικό διάστημα από τέλει Αυγούστου 2008 έως τέλη Σεπτεμβρίου 2008, αφαίρεσε από την κατοχή του άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους και ειδικότερα, ,ε τον παραπάνω σκοπό στον ανωτέρω τόπο και χρόνο στην οικία του Κ. Α., εκμεταλευόμενος επισκέψεις σε αυτήν και κατά χρόνο που ο παθών δεν βρισκόταν στο ίδιο χώρο, αφαίρεσε από το συρτάρι του γραφείου από την κατοχή του πέντε επιταγές με αριθμούς ..., της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες έφεραν την υπογραφή του παθόντος. Τις ανωτέρω τις αφαίρεσε με σκοπό να τις ιδιοποιηθεί παρανόμως".

IV. Από τις ανωτέρω παραδοχές και την αλληλοσυμπλήρωση του διατακτικού με το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συμφώνως προς την προειπωθείσα μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και απαρτίζουν την (υποκειμενική και αντικειμενική) υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες αντλήθηκαν οι συλλογισμοί, βάση των οποίων έγινε η υπαγωγή στην προρρηθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Αυτή η διάταξη προσηκόντως εφαρμόσθηκε και δεν παραβιάσθηκε ούτε ευθέως, ουδέ εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ουδέ στερεί του νομίμου βάσεως τα όσα περί του αντιθέτου ο αναιρεσείων διατείνεται (δειλότερος λόγος) αναιρέσεως αβασίμως όμως κατά τα άνω εκτιθέμενα. Έτι ειδικότερα, στην αιτιολογία μνημονεύονται (κατ’ είδος) τα αποδεικτικά μέσαστα οποία εδραίωσε το Δικαστήριο την καταδικαστική κρίση του, μη απαιτουμένης της ειδικότερης αναφοράς αυτών της αναφοράς του τι προέκυψε απ ο έκαστο αυτών ή της αξιολογικής συσχετίσεως αυτών (αποδεικτικών μέσων).

Επομένως η περί του αντιθέτου αιτίαση με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση είναι αβάσιμη. Ωσαύτως, ο αναιρεσείων αβασίμως αιτιάται ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποτελεί πιστή αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως, καθόσον σε αυτό (αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος.

Εν όψει τούτων δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας ένεκα της ταυτίσεως του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προς το αιτιολογικό της πρωτόδικης αποφάσεως αφού έτσι παρίσταται περιττή η διαφοροποίηση και επομένως η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Επίσης, τα ειδικότερα ως αιτιάσεις υπό του αναιρεσείοντος προσβαλλόμενα, τα οποία αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση, από το δικάσαν Δικαστήριο της καταθέσεως του μάρτυρος υπερασπίσεως και πατέρα του (κατηγορουμένου) Θ.

Θ., καθώς και της απολογίας του, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, δεδομένης δε της, κατά τα ως άνω, αβασιμότητος των προμνησθέντων δύο λόγων, κατ’ άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ , Ε’ ΚΠΔ αντιστοίχως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ), και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντα (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 13/25-2-2016, ασκηθείσα αίτηση του Τ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 14041(-14617 - 149 54)/2015 αποφάσεως του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικού ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ