Legislator Case Law & Legislation
1329/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding evidence admissibility and consideration.

Case Number 1329/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by multiple parties against the Patras Court of Appeal's decision. The appellants argued that the appellate court improperly considered an oath testimony and an out-of-court admission that should not have been admitted as evidence. The court ruled that the appeal arguments were vague and failed to specify which specific evidence was improperly considered, as the appellate court explicitly stated it reviewed all submitted documents. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. g' KPolD; Art. 270 para. 2 KPolD; Art. 562 para. 2 KPolD: An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the appeal does not clearly identify the evidence and if the record of the lower court demonstrates that the evidence was indeed reviewed and weighed in the final judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration oath testimony out of court admission legal costs appellate procedure specific evidence requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. g' KPolD
Art. 270 para. 2 KPolD
Art. 562 para. 2 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1329/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Α. - Κ. του Ν., κατοίκου ... 2)Δ. χήρας Δ. Α. - Κ. το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 3)Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... 4)Δ. Σ. του Ι., 5)Μ. συζ. Ι. Κ., το Ι. Σ., κατοίκων ..., 6)Σ. - Α. συζ. Δ. Ρ., το Ι. Σ., κατοίκου ..., 7)Α. - Α. Ι. Σ., κατοίκου ... 8)Π. συζ. Ν. Σ., το Ι. Σ., κατοίκου ..., 9)Μ. συζ. Δ. Π., το γένος Σ. Β. - Μ., κατοίκου ... 10)Δ. συζ. Δ. Ζ., το γένος Σ. Β. - Μ., 11)Γ. Β. - Μ., κατοίκων ... 12)Ν. Β. - Μ. του Σ., 13)Μ. - Ν. χήρας Δ. Β. το γένος Ι. Ζ., 14)Σ. - Ι. Β. - Μ. του Δ., και 15)Α. - Δ. Β. - Μ. του Δ., κατοίκων .... Οι 4ος, 5η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου, η 7η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ν. Ρ. το γένος Κ. Α. - Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τάκη Ανδρονόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου λόγω αρμοδιότητας, 20/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και 393/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 12/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../24.6.2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Π. Δ., που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την από 6.3.2014 κλήση της, κατά ματαίωση της αρχικά ορισθείσης δικασίμου, προκύπτει ότι η ως άνω κλήση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους αναιρεσείοντες προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του Ξενοφώντα Νικολάου για την αρχική δικάσιμο της 29.11.2014, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλήτευσης αφού η εγγραφή στο πινάκιο ενέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους και αφού δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 6.5.2015, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την παρουσία τους.

Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, (τακτική χρησικτησία) ή ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μια εικοσαετία (έκτακτη χρησικτησία).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για, την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ’ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο θετός πατέρας της ενάγουσας Κ. Α. - Κ. του Δ. και ο αδελφός του Ν. δυνάμει αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που έχουν μεταγραφεί νόμιμα κατεστράφηκαν όμως μεταγενεστέρως κατά τη σεισμοπυρκαϊά της πόλεως Ζακύνθου την 12-14/8.1953 απέκτησαν την κυριότητα εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν των κάτωθι ακινήτων ήτοι: 1) ενός ελαιώνος κειμένου στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ...

και ήδη του Δήμου Λαγανά συνολικής εκτάσεως 24.240 τ.μ. περίπου συνορευομένου γύρωθεν με τη δημοτική οδό πρώην Κοινότητας ... και ιδιοκτησίας αδελφών Χ. - Ν., Δ. Θ., Μ. Π., Ι. Κ. και Ν. Μ. 2) αγρών κειμένων στη θέση "..." της περιοχής ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... Ζακύνθου και ήδη του Δήμου Λαγανά ευρισκομένων από αμνημονεύτων χρόνων αρχαιότητος σε ενότητα και υπό την έννοια αυτή συνιστώντων ενιαίον αγρόν συνολικής εκτάσεως 97.000 τ.μ.

περίπου συνορευομένων γύρωθεν μετά δημοτικής οδού πρώην κοινότητας ... και ήδη Δήμου Λαγανά -Ζακύνθου, αγροτικής οδού ... και ιδιοκτησιών Α. Μ. και Δ. Ξ., συγχρόνως δε και με αποστραγγιστική τάφρο 3) αγρών κειμένων στη θέση "..." της περιοχής ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ζακυνθίων ευρισκομένων από αμνημονεύτων χρόνων αρχαιότητας σε ενότητα και υπό την έννοια αυτή συνιστώντων ενιαίον αγρόν συνολικής εκτάσεως 28.600 τ.μ.

περίπου, συνορευομένων γύρωθεν μετά δημοτικής οδού ... και ιδιοκτησιών Ν. Τ., αδελφών Β., Ν. Ξ., Α. Μ., Σ. Ζ., Δ. Ξ. -Κ. και ιερού ναού .... .... Ο Κ. Α. το 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που ανήκε σαυτόν δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1961 προικοσυμβολαίου του άλλοτε συμ/φου Ζακύνθου Χαρ. Ζαμπάτη που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

και αριθμό ... μεταβίβασε στο σύζυγο της ενάγουσας Ν. Ρ. λόγω προίκας, μετά δε την εφαρμογή του ν. 1329/1983 τα επίδικα κατά το .ως άνω ποσοστό περιήλθαν στην ίδια. Περαιτέρω ο Ν. Α. ο οποίος απεβίωσε το έτος 1942 άγαμος και χωρίς κατιόντες ή ανιόντες με την υπ’ αριθ. .../22.8.1939 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του Συμ/φου Ζακύνθου Χαρ.

Ζαμπάτη, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ’ αριθμ. 51/18.9.1942 πρακτικό δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, εγκατέστησε ως μοναδικό κληρονόμο του τον αδελφό του και θετό πατέρα της ενάγουσας Κ. με τον όρο ότι η περιουσία του διαθέτη που ήθελε ευρεθεί σε ακίνητα κατά το θάνατο του και η οποία θα περιέλθει στον αδελφό του Κ.

να μη μπορεί να πωληθεί από τον τελευταίο αλλά μετά το θάνατο του να περιέρχεται στους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του διαθέτη. Μεταξύ δε των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στην κυριότητα του Ν. Α. και περιήλθαν με τη διαθήκη στον Κ. Α. περιλαμβάνετο και το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των περιγραφέντων ακινήτων.

Η σύσταση του καταπιστεύματος αυτού υπέρ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του διαθέτη Ν. Α. ήταν άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 791 του Ιονίου Αστικού Κώδικα που έχει ενταύθα εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 92 Εισ. Ν.ΑΚ, ως εκ του χρόνου του θανάτου του διαθέτη (1942) όπως τούτο κρίθηκε με την 203/1984 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και συνεπώς από της αναμείξεως στην κληρονομιά του κληρονόμου Κ.

Α. η κυριότητα όλων των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος περιήλθε οριστικά και χωρίς το βάρος του καταπιστεύματος σ’ αυτόν. Τον Κ. Α. που πέθανε στις 10.7.1972 κληρονόμησε ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος η ενάγουσα, θετή θυγατέρα του η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../20.6.1977 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Ζακύνθου Σπυρίδωνα Τυρογαλά, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ζακύνθου στο τόμο ...

και αριθμό ... Μάλιστα με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 203/1984 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία εκδόθηκε επί της από 14.5.1977 αναγνωριστικής του κληρονομικού δικαιώματος αγωγής της ενάγουσας και κατέστη αμετάκλητη με την 762/1985 απόφαση του Αρείου Πάγου αναγνωρίστηκε έναντι των τότε κληρονόμων εξ αδιαθέτου το Ν.

Α. ήτοι Μ. συζ. Φ. Κ., Φ. Δ., Δ. Α., Γ. Σ. και του 1ου, 9ου, 13ου και 16ου των εναγομένων το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της και του τελευταίου ως μόνου κληρονόμου εκ διαθήκης του αδελφού του Ν. χωρίς το βάρος του καταπιστεύματος, ανερχόμενο στο ήμισυ εξ αδιαιρέτου επί των ειρημένων ακινήτων.

Από την ημέρα του θανάτου του πατέρα της (10.7.1972) η ενάγουσα απέκτησε ipso jure τη νομή των επιδίκων ακινήτων κατά το αμφισβητούμενο ποσοστό του 1/2 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, αφού ο κληρονομούμενος πατέρας της ήταν νομέας αυτού από το 1942 μέχρι και κατά το χρόνο του θανάτου του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι και τα νεμήθηκε η ίδια ασκώντας επ’ αυτών όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση τους και τον προορισμό τους όπως ανελλιπή επίβλεψη, συνεχή συντήρηση των ορίων αυτών, άροση του εδάφους, κλάδεμα και λίπανση των ευρισκομένων στο πρώτο ακίνητο ελαιοδένδρων.

Τις πράξεις αυτές άσκησε μέχρι τις 6.4.1973 που οι ανωτέρω (νυν εναγόμενοι και δικαιοπάροχοι των νυν εναγομένων) θεωρούντες εαυτούς εσφαλμένα ως καταπιστευματοδόχους εκ πλαγίου εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους Ν. Α. με βάση την κριθείσα κατά τα ως άνω άκυρη διάταξη της διαθήκης για το καταπίστευμα από κοινού κατέλαβαν τα επίδικα κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου και τα νεμήθηκαν είτε οι ίδιοι, είτε οι νόμιμοι κληρονόμοι τους μέχρι τις 26.8. 1992.

Μάλιστα οι εξ αυτών Γ. Σ., Δ. Α., Φ. Δ. και Μ. Κ. με δήλωση τους ενώπιον της Συμ/φου Ζακύνθου Δ. Καββαδία για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αρ. .../4.4.1973 πράξη αποδοχής κληρονομιάς την οποία και μετέγραψαν στις 6.4.1973 διετύπωσαν και πανηγυρικά τη βούληση τους να νέμονται τα επίδικα υπολαμβάνοντες όπως προαναφέρθηκε εαυτούς ως κληρονόμους.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα τον ανωτέρω χρόνο ήτοι 26.8.1992 διενήργησε νόμιμα αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο την 127/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη με την 542/1992 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η οποία εκδόθηκε επί της από 5.9.1988 περί κλήρου αγωγής της εναντίον των πιο πάνω εναγομένων της α’ αγωγής και λόγω θανάτου μερικών εξ αυτών εναντίον των νομίμων κληρονόμων τους και η οποία ανεγνώριζε το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας στα επίδικα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωνε τους εναγομένους να αποδώσουν σ’ αυτή τα παραπάνω επίδικα ακίνητα κατά τα 960/2400 ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ημίσεως εξ αδιαιρέτου τούτων.

Για την πραγμάτωση της αναγκαστικής εκτελέσεως συντάχθηκε η .../26.8.1992 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της ενεργησάσης αυτή δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ζακύνθου Ε. Τ. δυνάμει της οποίας η ενάγουσα επανέκτησε τη νομή των ακινήτων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των προαναφερομένων ακινήτων κτημάτων της και νέμεται αυτά μέχρι και σήμερα.

Οι εναγόμενοι κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του Ν. Α. ισχυρίζονται ότι κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων του 1ου και 3ου κατά το αμφισβητούμενο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου καθώς και διαιρετού τμήματος του 2ου ακινήτου το οποίο περιγράφουν κατά θέση, έκταση και όρια στις προτάσεις τους με τακτική και έκτακτη χρησικτησία νεμόμενοι αυτά από του θανάτου του Κ.

Α. μέχρι και της αποβολής των στις 26.8.1992. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αβάσιμος διότι οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι νέμονται τα επίδικα σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομιάς ήτοι στις (6.4.1973) ώστε να συμπληρώσουν εικοσαετία στη νομή των επιδίκων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται.

Περί αυτού δεν εξέτασαν κανένα μάρτυρα, ενώ οι ίδιοι συνομολογούν με τις από 12.2.1992 προτάσεις τους τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της από 13.2.1990 εφέσεως τους κατά της 127/1989 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου ότι νέμονται τα επίδικα από της αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομιάς αναφέροντας επί λέξει σαυτάς "Η δήλωσις αυτή περί αποδοχής κληρονομιάς μετεγράφη νομίμως εις τα βιβλία μεταγραφών Ζακύνθου την 6.4.1973.

Από του χρόνου μεταγραφής (6.4.1973) συνεχώς μέχρι και σήμερον οι ανωτέρω κατέχουμε και κατά τα προμνησθέντα ποσοστά τα επίδικα ακίνητα μέχρις και σήμερον, καλοπίστως και διάνοια κυρίου, ασκώντας τας εις την φύσιν των ακινήτων προσιδιάζουσας διακατοχικάς πράξεις". Η ενάγουσα στην από 5.9.1988 περί κλήρου αγωγή της για το κρίσιμο θέμα της καταλήψεως από τους εναγομένους των επιδίκων ακινήτων αναφέρει "ήδη από χρόνον ολίγον μετά το θάνατο του πατρός μου..." που είναι αυτός της 6.4.1973 που και οι ίδιοι συνομολογούν αφού απέχει πράγματι ολίγο χρόνο από του θανάτου του πατέρα της (8 μήνες + 26 ημέρες) και δεν αναφέρεται σε χρόνο καταλήψεως αυτόν του θανάτου (10.7.1972), όπως αβάσιμα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται.

Αλλά ούτε με τακτική χρησικτησία έγιναν οι εναγόμενοι κύριοι των επιδίκων διότι δεν είχαν έγκυρο τίτλο κληρονομιάς αλλά ενέμονταν αυτά δυνάμει του ακύρου καταπιστεύματος. Αντίθετα η ενάγουσα έγινε κυρία του αμφισβητουμένου ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων τόσο με παράγωγο τρόπο ήτοι την αποδοχή της μεταγραφής της κληρονομιάς όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στη νομή της τη νομή χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου πατέρα της ευρισκόμενη σε καλή πίστη και αυτή και ο δικαιοπάροχος της ως προς την κτήση της νομής συμπλήρωσε δε χρόνο χρησικτησίας 10 έτη και 20 έτη αντίστοιχα.

Την κυριότητα της δε αυτή και ειδικότερα τα 960/2400 εξ αδιαιρέτου του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω αγροτικών ακινήτων αμφισβητούν οι εναγόμενοι ισχυριζόμενοι ότι είναι κληρονόμοι του Ν. Α..

Εξάλλου ο περαιτέρω ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο τίτλος (127/1989 απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου) δυνάμει του οποίου αποβλήθηκαν από τη νομή των ακινήτων με εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και ότι συνεπώς δεν έχασαν τη νομή τους δεν ασκεί έννομη επιρροή αφού δεν επικαλούνται αυτοί ότι επανέκτησαν με νόμιμο τρόπο τη νομή των επιδίκων.

Ειδικότερα κατά της 127/1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου οι εναγόμενοι άσκησαν την από 13.2.1990 έφεση τους η οποία με την 542/7.4.1992 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απορρίφθηκε και συνεπώς κατά τον κρίσιμο χρόνο της 26.8.1992 που εκτελέστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έλαβε χώρα η βιαία αποβολή των εναγομένων από τα επίδικα και η εγκατάσταση της ενάγουσας σαυτά η εν λόγω απόφαση ήταν απολύτως ισχυρή και παρήγαγε όλες τις νόμιμες συνέπειες ως τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Οι εναγόμενοι στη συνέχεια άσκησαν την από 13.7.1992 αίτηση περί αναιρέσεως της 542/1992 αποφάσεως η οποία έγινε δεκτή με την 1448/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο για περαιτέρω εκδίκαση, οπότε και εκδόθηκε η 45/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έγινε αμετάκλητη με την 571/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία εξαφανίστηκε πράγματι η 127/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου.

Όμως τόσο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως τους σύμφωνα με το άρθρο 579§2 ΚΠολΔ, αλλά και κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως Δικαστηρίου της παραπομπής σύμφωνα με το άρθρο 581 §3 ΚΠολΔ οι εναγόμενοι δεν άσκησαν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, ούτε ήγειραν μετά ταύτα μέχρι σήμερα περί αυτού αυτοτελή αγωγή για την απόκτηση υπέρ αυτών τίτλου εκτελεστού προκειμένου να επιτύχουν με αναγκαστική εκτέλεση την επανάκτηση της νομής και να θεωρείται έτσι ότι ουδέποτε την απώλεσαν.

Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν κυριότητα στα επίδικα ακίνητα με τακτική και έκτακτη χρησικτησία περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατά το μέρος που περιέχονται στους λόγους αυτούς αιτιάσεις σχετικές με νομιζόμενο τίτλο χρησικτησίας οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ.11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Δ.

Ρ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου στο οποίο είχε εισαχθεί αρχικά η κρινόμενη υπόθεση και το οποίο κηρύχθηκε στη συνέχεια αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, η δε ένορκη αυτή κατάθεση δεν συνιστούσε παραδεκτό αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια αυτή προτάθηκε στο Εφετείο, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος αφού κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ στη διαδικασία αποδείξεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και, προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτό, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, που προέκυπτε από το επικαλεσθέν και προσκομισθέν από τους αναιρεσείοντες .../1960 προικοσυμβόλαιο του τότε συμ/φου Ζακύνθου Ι.Ζαπάντη, σύμφωνα με την οποία τα επίδικα ακίνητα δεν ανήκαν στην κυριότητα και νομή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης.

Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τούτο νια το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.10.2011 αίτηση των Ν. Α. κλπ για αναίρεση της 393/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ