1329/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1329/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 134/1999, Α.Π. 1325/1997). Δίδεται, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ η δυνατότητα ασκήσεως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθού η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1329 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1329/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Η. Φ. το γένος Ν. Τ. ή Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Φωτόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Αρβανιτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιανουαρίου 2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25716/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1638/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Οκτωβρίου 2013 αίτησή της και τους από 27 Μαρτίου 2014 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και ο πρώτος των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι των δικογράφων της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 934 του Κ.Πολ.Δ. καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής με ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., των επί μέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, η οποία ανακοπή αν αφορά ακυρότητες των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πού έλαβαν χώρα από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα, που είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, πρέπει να ασκείται με ποινή απαραδέκτου μέχρι την τελευταία πράξη που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα αυτοδικαίως και την επόμενη πράξη, αλλά απαιτείται να προσβληθεί με ανακοπή και αυτή, εφόσον υπάρχει ακόμη η από το άρθρο 934 ΚΠολΔ προθεσμία για την προσβολή της, και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητα της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεση της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως αυτοτελώς με ανακοπή και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόβλητη (Ολ.
ΑΠ 9/2010, ΑΠ 1119/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αν ακυρωθεί αμετάκλητη αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.
Από τη διάταξη αυτή και κατ' αντιδιαστολή προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημίωσης παράλληλα με το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για τις περιπτώσεις εξαφανίσεως της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αντίστοιχα αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, συνάγεται ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως.
Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της αμετακλήτου ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι^ δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ' ού, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παρ 3 σε σχέση με τις παρ 1 και 2 του άρθρου 940ΚΠολΔ (Α.Π. 1119/2011, Α.Π. 289/2000, Α.Π. 978/1997, πρβ.
Α.Π. 134/1999, Α.Π. 1325/1997). Δίδεται, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ η δυνατότητα ασκήσεως αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθού η εκτέλεση κατά εκείνου που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του ΚΠολΔ.
Αυτονόητα, αν ακυρωθεί μια μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. "Κατά την αληθή, επομένως, έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενης και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας, και των ταυτόσημων διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (κυρ.
ν. 2462/1997), οι διατάξεις των οποίων κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, και πέραν της παρεχομένης από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αξίωση αποζημίωσης, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξ αιτίας άδικης .εκτέλεσης και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του καθ' ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 9/15/2011, ΟλΑΠ 9/2010, ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005).
Περαιτέρω, επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ορίζεται με το άρθρο 933 ΚΠολΔ "1... .2.................3. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο συμφωνά με το άρθρο 330. 4. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι".
Το ανωτέρω κατά το άρθρο 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ απαράδεκτο των μη αποδεικνυομενών αμέσως ισχυρισμών απόσβεσης της απαίτησης περιλαμβάνει, εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών, και τις παρακωλυτικές, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενστάσεις ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η καταχρηστική ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ.
Το παραγόμενο, άρα, απορριπτικό δεδικασμένο από τη διάταξη αυτή εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής αυτών, που απαγγέλλεται, λόγω της μη άμεσης αποδείξεως των, ώστε οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εμποδίζονται, από το, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο και τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, να προβληθούν, εφόσον είναι ουσιώδεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς κατ' ουσίαν έρευνα, σε μεταγενέστερη δίκη, που ανοίγεται με νέα ανακοπή κατά της ίδιας εκτέλεσης (Ολ.
ΑΠ 10/1993) ή και που ανοίγεται με αγωγή κατά τη συζήτηση της οποίας δεν αποκρούονται από το, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, δεδικασμένο. Έτσι, ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν στη δίκη περί την εκτέλεση ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως κατά τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ, μπορεί να προβληθούν προς έρευνα, ως προς τη βασιμότητα τους, αν είναι ουσιώδεις, όπως λόγω ανυπαρξίας ή απόσβεσης ή ακυρότητας της απαίτησης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, στα πλαίσια δίκης ανοιγόμενης με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ ή, επιβοηθητικά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ως μη δυνάμενοι να αποκρουσθούν από το κατά το άρθρο 330ΚΠολΔ δεδικασμένο, αφού το τελευταίο, στην περίπτωση αυτή δεν καλύπτεται από την ουσία της απορριφθείσης ένστασης (Ολ.ΑΠ 12/2009). Στην προκείμενη υπόθεση με την από 10-01-2012 αγωγή της, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) εξέθετε, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα:
Ότι, η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ), την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της από την τελευταία, χορήγησε στην εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Τ. και Σία Ο.Ε.", της οποίας η ίδια (ενάγουσα) ήταν ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος, δυνάμει των υπ' αριθ. ...
και ... δανειστικών υποθηκοσυμβολαίων, δάνειο ύψους 9.500.000 δραχμών, με το πρώτο δανειακό συμβόλαιο και 5.500.000 δραχμών με το δεύτερο, εξοφλητέο εντός δέκα ετών με εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Ότι, την εξασφάλιση των εν λόγω δανείων εγγυήθηκε η ίδια με την παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας (υποθήκης) σε ένα ακίνητο της, όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή και συγκεκριμένα επί ποσοστού 3,175% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, συνολικής έκτασης του οικοπέδου και της περιοχής του (διαδρόμων και στοών) 3.357 τ.μ., επί των οποίων υφίσταται συγκρότημα οικοδομών, γνωστών με το όνομα "Στοά Σαούλ", κειμένου στη Θεσσαλονίκη, αποτελούμενο από έξι (6) ισόγεια καταστήματα, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή, και πρώτο όροφο επί του οποίου υφίστανται τέσσερις (4) επαγγελματικοί χώροι, όπως επίσης λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή.
Ότι, εξαιτίας της καθυστέρησης καταβολής κάποιων δόσεων, η δανείστρια εταιρεία επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, κατά τους όρους του άρθρου 57 του ν.δ. της Ι7ηςΙουλίου 1923, και επέδωσε την από 25-05-1992 επιταγή προς πληρωμή ποσού 208.990.910 δραχμών, στο οποίο, κατά τους υπολογισμούς της ΕΤΒΑ, ανήρχετο η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της.
Ότι δυνάμει της ως άνω εκτελεστικής διαδικασίας, εκπλειστηριάσθηκε το ευρισκόμενο στη Ν. Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, εργοστάσιο, ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, το oπoίo κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα στο ποσό των 35.000.000 δραχμών από δε το πλειστηρίασμα το ποσό των 33.837.000 δραχμών, καταλογίσθηκε προς ικανοποίηση της απαίτησης της ΕΤΒΑ.
Ότι, μετά ταύτα, και θεωρώντας η επισπεύδουσα πως δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως, επέσπευσε νέα εκτέλεση σε βάρος της, με επίδοση σ' αυτήν της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, που της επιδόθηκε στις 31-11-1997, με την οποία την επέτασσε να καταβάλει το ποσό των 851.446.880 δραχμών. Ότι, κατά της ανωτέρω επιταγής άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 20.939/1998 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, και στη συνεχεία, κατόπιν άσκησης έφεσης εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 3081/1999 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που διέταξε και λογιστική πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διενέργεια της οποίας, οκτώ έτη αργότερα, εκδόθηκε η με αριθμό 1451/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και ακυρώθηκε η άνω επιταγή.
Ότι, κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλοντας οκτώ (8) λόγους αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2193/2009 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που απέρριψε τους επτά (7) λόγους, και παρέπεμψε τον τρίτο λόγο αναίρεσης στη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Ότι, κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η με αριθμό 4/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς λόγος και στο σύνολό της η από 24-9-2007 αίτηση αναίρεσης, με αποτέλεσμα την αμετάκλητη ακύρωση της επισπευδομένης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε η εκδίκαση της έφεσης, η εναγόμενη επέσπευσε σε βάρος της εκτέλεση, με την με αριθμό 2600/1998 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, κατά της οποίας και της κατασχετήριας έκθεσης, άσκησε (η ενάγουσα) ανακοπή κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, η οποία ωστόσο απορρίφτηκε με την με αριθμό 22.747/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι δεν αποδείχθηκε παραχρήμα η βασιμότητα των λόγων της ανακοπής και δη η απόσβεση της απαίτησης της εναγομένης.
Ότι, μετά ταύτα, εκπλειστηριάσθηκε στις 20-01-1999 κατασχεθέν ακίνητο της, συνταχθείσης για το λόγο αυτόπτης με αριθμό ... έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Σίμηνα-Ιωαννίδη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.
Ότι, κατά της άνω έκθεσης πλειστηριασμού και της κατακύρωσης άσκησε, επίσης ανακοπή, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, προβάλλοντας ως ακυρωτικούς λόγους κατ' αρχήν τυπικούς, αναγόμενους σε παραλείψεις κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, και κατά δεύτερον ουσιαστικούς αναγόμενους στην εγκυρότητα ταυ εκτελεστού τίτλου και στη γέννηση και ύπαρξη της απαίτησης.
Ότι, η παραπάνω ανακοπή απορρίφθηκε με την με αριθμό 19.760/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον οι μεν τυπικοί λόγοι ήταν αβάσιμοι, οι δε ουσιαστικοί απαράδεκτοι, λόγω εκπρόθεσμης προβολής με αποτέλεσμα ο πλειστηριασμός ως διαδικαστική πράξη να παραμείνει τυπικά έγκυρος. Επίσης, εκθέτει ότι η εναγομένη δεν έχει απαίτηση σε βάρος της, γεγονός το οποίο άλλωστε η ίδια (η εναγομένη) συνομολόγησε με το από 07-01-2005" έγγραφο της, στο οποίο αναφέρεται ότι "η οφειλή σας προς την Τράπεζα μας, που προέρχεται από τα υπ' αριθ. ...
και ... δανειακά υποθηκοσυμβόλαια της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μυλοπούλου μηδενίζει". Στη συνέχεια, ισχυρίζεται ότι από την παράνομη και άδικη εκτέλεση σε βάρος της και δη την κατάσχεση και την εκπλειστηρίαση τελικά του ως άνω ποσοστού της στο προπεριγραφόμενο ακίνητοι ενώ ή απαίτηση της εναγομένης σε βάρος της είχε αποσβεσθεί όπως ομολογεί η τελευταία, στερήθηκε αφενός την κυριότητα αυτού και αφετέρου στερήθηκε τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του και συγκεκριμένα απώλεσε τους καρπούς αυτού, οι οποίοι αντιστοιχούν στα μισθώματα αυτού από της μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης του πλειστηριασμού (01-09-1999) και μέχρι και το έτος 2011.
Ότι ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-1999 έως 31-12-2011, η εναγομένη εισέπραξε μισθώματα που αναλογούσαν στο ποσοστό εξ αδιαιρέτου που της ανήκε και το οποίο εκπλειστηριάσθηκε, τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 541.897,29 ευρώ, κατά την ειδικότερη ανάλυση που γίνεται στην αγωγή, το οποίο θα εισέπραττε η ίδια (ενάγουσα) μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν λάμβανε χώρα η άδικη σε βάρος της εκτέλεση από μέρους της εναγομένης, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ισόποση αποθετική ζημία.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτών η ενάγουσα, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη σε in natura αποζημίωση και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί να της επαναμεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το ευρισκόμενο δυνάμει της με αριθμό ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου περιουσίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Σίμηνα-Ιωαννίδη και ειδικότερα τα 2/8 εξ αδιαιρέτου των 12,7027% ή άλλως το 3,175% εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου ακινήτου, που αναλυτικά περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής, με την καταδίκη αυτής (εναγομένης) σε δήλωση βουλήσεως και επικουρικά, για την περίπτωση που δεν είναι δυνατή η κατά τα άνω in natura αποζημίωση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως την αξία του ανωτέρω ποσοστού της, ανερχομένη στο ποσό των 213.387,47 ευρώ, όπως αυτό αναλυτικά επιμερίζεται στο δικόγραφο της αγωγής, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 541.897,29 ευρώ, ως διαφυγόντα εισοδήματα, από τα μισθώματα που απώλεσε κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο, που παράνομα εισέπραττε για τους προαναφερόμενους λόγους η εναγομένη και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος της παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής (εναγομένης) και της δικαιοπαρόχου της, οι οποίες αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη την παρέσυραν παρελκυστικά σε ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, με συνέπεια την εκπλειστηρίαση του ακινήτου τους, ενώ η απαίτηση της είχε αποσβεσθεί, κατά τα αναλυτικά επίσης εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής.
Επικουρικά δε, ζήτησε, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αναμεταβιβάσει με καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως το προπεριγραφέν ποσοστό ακινήτου της, άλλως να της καταβάλει την αξία του ανερχομένη στο ποσό των 213.387,47 ευρώ, καθώς επίσης να υποχρεωθεί να της καταβάλει και το ποσό των 541 .897,29 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα μισθώματα που θα εισέπραττε και απώλεσε κατά τη χρονική περίοδο από 01-01 -1999 έως και 31-12-2011.
Το Εφετείο, ερευνώντας σε δεύτερο βαθμό τη νομική βασιμότητα της άνω αγωγής, έκρινε ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί η τελευταία στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πιο πάνω διάταξης για την άσκηση αγωγής που θα είχε έρεισμα σ' αυτήν, αλλά βάσει των όσων ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτή στηρίζει αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, ανεξάρτητα των επικαλούμενων στην αγωγή, ότι οι ανακοπές που άσκησε η ενάγουσα κατά των λοιπών πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας με λόγους σχετικούς με την απόσβεση της απαίτησης της εναγομένης σε βάρος της απορρίφθηκαν ως μη παραχρήμα αποδεικνυόμενοι ή ως εκπροθέσμως προβληθέντες.
Μη νόμιμο επίσης έκρινε το αίτημα της από την αδικοπραξία βάση της αγωγής για αυτούσια αποζημίωση της ενάγουσας με την αναμεταβίβαση σ' αυτήν του εκπλειστηριαθέντος ποσοστού του ακινήτου της, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο, καθώς επίσης απέρριψε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για την τελευταία όμως αυτή κρίση του Εφετείου, δεν πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής, ορθώς ερήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, την οποία δεν παραβίασε, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ένδικη αγωγή και όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, η διάταξη αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, αφού, για να τύχει εφαρμογής η διάταξη αυτή, πρέπει πρώτα να ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση ή έστω εκείνη η πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης εξαιτίας της οποίας επήλθε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ζημία για την οποία και ζητείται αποζημίωση και μετά να ασκηθεί η αγωγή του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, έχει ακυρωθεί αμετάκλητα μόνο η πράξη επιταγής προς εκτέλεση, ενώ οι λοιπές πράξεις εκτέλεσης και δη η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός του ποσοστού επί του ακινήτου και η κατακύρωση αυτού στην εναγομένη, εκ των οποίων προήλθε η επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παραμένουν ισχυρές, αφού προσβλήθηκαν μεν αλλά δεν ακυρώθηκαν, λόγω απόρριψης των κατά των πράξεων αυτών ασκηθεισών από την ενάγουσα ανακοπών της εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ) και επομένως παραμένουν ισχυρές.
Αντίθετα, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ότι η εναγομένη ενήργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος της ενάγουσας, καθόσον, ενώ η απαίτηση της σε βάρος αυτής είχε αποσβεσθεί, εντούτοις προχώρησε σε κατάσχεση και πλειστηριασμό του άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του ακινήτου της, ζημιώνοντας έτσι αυτήν, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά και προκαλώντας της ηθική βλάβη, ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, στήριζαν την νομική βασιμότητα της αγωγής στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914, 281-, 288, 297, 298, 299, 932 του ΑΚ, εκτός του αιτήματος αυτής για αυτούσια αποζημίωση της με την αναμεταβίβαση σ' αυτήν του εκπλειστηριαθέντος ποσοστού του ακινήτου της, ενόψει του ότι εν προκειμένω συνέτρεχαν ειδικές συνθήκες που δεν επέτρεπαν την αυτούσια αποζημίωση της, και συγκεκριμένα υφίστατο πλειστηριασμός και κατακύρωση του συγκεκριμένου ποσοστού ακινήτου στην εναγομένη;
ο οποίος παραμένει έγκυρος και ισχυρός πέραν του ότι και στην περίπτωση που είχε ακυρωθεί αμετάκλητα ολόκληρη η αναγκαστική εκτέλεση, η ενάγουσα θα είχε δικαίωμα αποζημίωσης για τις ζημίες που επήλθαν από αυτήν και όχι δικαίωμα για επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, αφού αυτή μπορεί να ζητηθεί μόνο στην περίπτωση προσωρινώς εκτελεστής και τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 940 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε τρόπον ώστε να μη μπορεί να είναι νόμιμο αίτημα ούτε στην αγωγή από αδικοπραξία η in natura αποζημίωση με την αναμεταβίβαση από την εναγομένη στην ενάγουσα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου της, που στην ουσία συνιστά επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση.
Θεμελίωναν δε την από αδικοπραξία βάση της αγωγής (άρθρο 914 ΑΚ), όπως έκρινε το Εφετείο, τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, παρά την επίκληση που γίνεται σ' αυτήν, ότι οι ανακοπές που άσκησε η ενάγουσα κατά των λοιπών πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας με λόγους σχετικούς με την απόσβεση της απαίτησης της εναγομένης σε βάρος της, απορρίφθηκαν ως μη παραχρήμα αποδεικνυόμενοι ή ως εκπροθέσμως προβληθέντες, καθόσον στην περίπτωση αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου προβολής του ίδιου αυτού λόγου στα πλαίσια της δίκης που ανοίγεται με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΠ, εφόσον είναι ουσιώδης και αφορά στην απόσβεση της απαίτησης, μη δυνάμενος να αποκρουσθεί από το, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, δεδικασμένο. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και ο τρίτος των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1459/2003, 249/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο (το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι) δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.
Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 1550/2010, 249/2011, 1137/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, κύριο αντικείμενο της δικής επί της ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το κύρος της πράξης της εκτέλεσης της οποίας ζητείται η ακύρωση, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας επιτάσσεται η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος.
Ωστόσο, η κρίση περί της μη αποδείξεως της απαντήσεως που προέρχεται από το δικαστήριο της εκτελεστικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε ανακοπή κατά της ακυρότητας πράξεως εκτελέσεως, που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, ανάγεται σε δεδικασμένο μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου (Πολυμελούς, Μονομελούς Πρωτοδικείου, Ειρηνοδικείου), να κρίνει επί της απαιτήσεως και ειδικότερα εκ του ύψους αυτής.
Αν λοιπόν, η επικαλούμενη με την επισπευδομένη εκτέλεση απαίτηση, υπάγεται σε ιεραρχικά ανώτερο καθ' ύλη δικαστήριο,τότε με βάση το άρθρο 331 ΚΠολΔ , η κρίση του δικαστηρίου, δεν μπορεί να καλυφθεί από την έννομη συνέπεια του δεδικασμένου. Αυτό ισχύει, προκειμένου ειδικότερα περί αποφάσεως μονομελούς πρωτοδικείου, υπαγόμενη σε ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, και για τις αντίστοιχες αποφάσεις που εκδίδονται επί της ίδιας διαφοράς από τα λειτουργικά αρμόδια για την εκδίκαση των ενδίκων μέσων κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως δικαστήρια, δηλαδή τόσο για το Εφετείο, όσο, αντίστοιχα, και για τον Άρειο Πάγο, όταν τα δικαστήρια αυτά κρίνουν επί της συγκεκριμένης διαφοράς (βλ.
σχετ. ΑΠ 1831/2012, ΑΠ 7/1994). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που παράγεται με την υπ' αριθμ. 1451/2007απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη με την 2193/2009 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και 4/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία ακυρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση που είχε επισπευθεί από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, δυνάμει της επιδοθείσης στην ενάγουσα από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, με βάση τα με αριθμούς-..., ...
και ... δανειστικά υποθηκοσυμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βαφειάδου-Μυλοπούλου, λόγω απόσβεσης του προκύπτοντος απ' αυτά χρέη της ενάγουσας, με το να μη θέσει το δεδικασμένο αυτό ως βάση της απόφασης του. Η σχετική ένσταση περί δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία: <<Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), κατά της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, άσκησε ανακοπή με λόγους που ανάγονται στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και τη γένεση και ύπαρξη της αποκτήσεως.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 20934/1998 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 3081/1999 μη οριστική απόφαση με την οποία υποχρεώθηκε η δικαιοπάροχος της εναγομένης να αποδείξει την ύπαρξη της απαιτήσεως της κατά το χρόνο επιδόσεως της επιταγής, ενώ παράλληλα διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση συζητηθηκε εκ νέου στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η 1451/2007 οριστική απόφαση του, με την οποία ακυρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση που είχε επισπευθεί από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, δυνάμει της επιδοθείσης στην ενάγουσα από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, με βάση τα με αριθμούς ..., ...
και ... "δανειστικά υποθηκοσυμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βαφειάδου-Μυλοπούλου, με την αιτιολογία ότι αποσβέστηκε το χρέος της ενάγουσας. Η εναγομένη κατά της 1451/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2193/2009 απόφαση του Γ Πολιτικού-Τιμήματος του Αρείου Πάγου, που απέρριψε όλους τους λόγους αναιρέσεως εκτός από έναν, τον οποίο και παρέπεμψε στη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η 4/2001 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς λόγος και στο σύνολο της η από 24-9-2007 αίτηση αναίρεσης με αποτέλεσμα την αμετάκλητη ακύρωση της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης που είχε επισπευθεί από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης δυνάμει της επιδοθείσας στην ενάγουσα από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή.
Η κρίση περί μη υπάρξεως απαιτήσεως της δικαιοπαρόχου της εναγομένης κατά τον χρόνο της επιδόσεως της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, προέρχεται από Δικαστήριο της εκτελεστικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε ανακοπή από την ενάγουσα περί ακυρότητας της ως άνω επιταγής, η οποία κρίση, εφόσον αφορά επιταγή, ποσού 851.446.880δραχμών ή 249.874,36 ευρώ που υπαγόταν κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανακοπής (28-11-1998), στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (άρθρα 14 παρ. 2 και 18 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν την 28-11-1998), δεν μπορεί να καλυφθεί από την έννομη συνέπεια του δεδικασμένου, δηλαδή η 1451/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της 20134/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επί ανακοπής της ενάγουσας και η οποία (απόφαση Εφετείου) στη συνέχεια κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη στο σύνολό της με την 4/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δε παράγει δυνάμει του άρθρου 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο επί της υπάρξεως και του ύψους της απαιτήσεως της δικαιοπαρόχου της εναγομένης.
Εξάλλου, η απόφαση, στη δίκη της ανακοπής κατά πράξεως της εκτελέσεως, έχει διαπλαστικό χαρακτήρα σε αντίθεση με την απόφαση στη δίκη καταβολής αποζημιώσεως από αδικοπραξία, η οποία δεν είναι διαπλαστική αλλά καταψηφιστική, τα αντικείμενα των οποίων δεν ταυτίζονται μεταξύ τους (άρθρο 324 ΚΠολΔ)". Από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 1451/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη με τις προρρηθείσες αποφάσεις του Γ' Τμήματος και της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επιβεβαιώνονται οι παραπάνω παραδοχές, αναφορικά με την απαίτηση των 851.446.880 δραχμών ή 249.874,36 ευρώ, για την οποία επετάσσετο η ενάγουσα δυνάμει της εmδoθείσα σ' αυτήν από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή από την επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση αναιρεσίβλητη (ως δικαιοπάροχο της εναγομένης ΕΤΒΑ), με βάση τα με αριθμούς ..., ...
και ... δανειστικά υποθηκοσυμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βαφειάδου-Μυλοπούλου, η οποία επιταγή προς πληρωμή των ανωτέρω ποσών ακυρώθηκε αμετάκλητα με την προρρηθείσα εφετειακή απόφαση, και επομένως, δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, για την παραγωγή δεδικασμένου, ως προς το ερευνηθέν προδικαστικό ζήτημα της ισχύος και του μεγέθους της απαίτησης αυτής, καθόσον, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ήταν μεν καθ' 'ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, όχι όμως και της ισχύος και του μεγέθους της απαίτησης, βάσει της οποίας επισπεύδετο αυτή, αλλά ενόψει του προαναφερόμενου ύψους της (851.446,880 δραχμές ή 249.874,36 ευρώ) κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανακοπής (28-11-1998), η έρευνα της διαφοράς ως προς την απαίτηση υπαγόταν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (άρθρα 14 παρ. 2 και 18 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν την 28-11-1998).
Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα η καθ' ύλην αρμοδιότητα του άνω δικαστηρίου προς έρευνα του προρρηθέντος προδικαστικού ζητήματος, που αφορούσε την ισχύ και το μέγεθος της-απαίτησης για την οποία επισπεύδετο η αναγκαστική εκτέλεση, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι για την ένδικη απαίτηση - και δη την αβασιμότητα αυτής - παρήχθη δεδικασμένο από την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει ή απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Ολ.
ΑΠ 15/2006, Ολ,ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα κα ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (AΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα αρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το αρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις του άρθρ. 330 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα η συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 174/2005, 831/2005, 118/2006).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει των υπ' αριθ. ... και ... δανειστικών συμβολαίων, συνταχθέντων υπό της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βαφειάδου-Μυλοπούλου, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΒΑ) Α.Ε.", την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Τράπεζα Πειραιώς (ήδη αναιρεσίβλητη), ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "Χ.
Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΑΚΡΥΑΛΙΚΗ ΕΛΛΑΣ Ο.Ε.", εκπροσωπούμενης από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), ως νόμιμης εκπροσώπου και διαχειρίστριας, ενεργούσας για λογαριασμό της εταιρίας και ατομικά, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης και ομορρύθμου μέλους της, δάνειο, ύψους 9.500.000δραχμών με το πρώτο δανειστικό συμβόλαιο και 5.550:500 δραχμών με το δεύτερο δανειστικό συμβόλαιο, αμφοτέρων με τους ίδιους όρους και συμφωνίες και εξοφλητέων του μεν πρώτου εντός δέκα (10) ετών δια καταβολής εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων αρχομένων από 2-12-1977 και επιτόκιο 10,5% ετησίως πλέον προμήθειας σε ποσοστό 0,5% ετησίως, μεταβαλλόμενων ανάλογα με τα εκάστοτε θεσπιζόμενα από τις αρμόδιες κρατικές αρχές ανώτατα όρια επιτοκίων και προμηθειών, του δεύτερου, διαχωριζόμενού στο ποσό των 2.300.500 δραχμών που χορήγησε για πάγια κεφάλαια προς εκσυγχρονισμό της επιχείρησης και των εγκαταστάσεων της και 3.250.000 δραχμών για κεφάλαιο κίνησης της εταιρίας εξοφλητέων εντός δέκα (10) ετών και πέντε (5) ετών, αντίστοιχα, δια εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχομένων από 13-10-1978 με επιτόκιο 11,5% ετησίως πλέον προμήθειας από 0,5% ετησίως για το δάνειο παγίων επενδύσεων, που θα μεταβάλλονταν κατά τα ανωτέρω ισχύοντα για το πρώτο δάνειο.
Προς εξασφάλιση των δανείων αυτών η ενάγουσα παραχώρησε εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτου της μέχρι των ποσών των 11.400.000 δραχμών και 6.660.000δραχμών. Σύμφωνα με το άρθρο 14 εκάστης των ως άνω συμβάσεων, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής εκάστης οφειλέτης οφείλει αυτή εντόκως επί του ποσού του χρεωλύτρου με το επιτόκιο υπερημερίας χωρίς οποιαδήποτε όχληση.
Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής είτε των ενδιάμεσων τόκων είτε κάποιας τοκοχρωλυτικής δόσης ή μέρους αυτής, συμφωνήθηκε ρητά ότι θα χωρεί επί του ποσού αυτών το ανώτατο όριο του εκάστοτε ισχύοντος τόκου, συμβατικού ή υπερημερίας από την ημέρα που αυτά τα οφειλόμενα ποσά ήταν καταβλητέα, χωρίς καμία όχληση εντός ή προς πληρωμή ή άλλη ειδοποίηση.
Επίσης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, η δανείστρια είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όλο το δάνειο. Μετά απ' αυτά, αφού λειτούργησαν οι συμβάσεις κανονικά και καταβλήθηκαν ορισμένες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η δανειολήπτρια εταιρία άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των λοιπών ληξιπρόθεσμων δόσεων.
Για το λόγο αυτό, η δικαιοπάροχος της εναγομένης (ΕΤΒΑ) συνήψε με αυτή και την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), που συμβλήθηκε υπό την αυτή ως άνω ιδιότητα της και ατομικά νέα σύμβαση, δυνάμει του υπ' αριθ. 5239/30-11-1981 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, χαρακτηρισθέντος ως πράξης αναμόρφωσης των προηγούμενων τριών δανείων, με βάση την οποία (σύμβαση) συμφωνήθηκε, να κεφαλαιοποιηθούν όλες οι μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες οφειλές της δανειολήπτριας ώστε να αποτελέσουν ένα νέο δάνειο ποσού (κεφαλαίου) 11.049.946 δραχμών, αποτελούντος το σύνολο των μέχρι τότε ληξιπροθέσμων οφειλών, εκ των παραπάνω δανείων, δηλαδή των μέχρι την 1-7-1981 οφειλών πάσης σύσεως, τοκοφόρου, με συνολικό επιτόκιο 21,5% ετησίως, με τους αυτούς, κατά τα λοιπά αναφερόμενους όρους των παλαιών δανείων και εξοφλητέου εντός πέντε (5) ετών, δια της καταβολής εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που θα καταβάλλονταν την 1-1-1982 η πρώτη δόση και την 1-7-1986 η τελευταία.
Ρητά συμφωνήθηκε επίσης με τη νέα αυτή δανειακή σύμβαση, ότι δεν αποτελεί ανανέωση των προηγούμενων δανειακών συμβάσεων ούτε καταργούνται αυτά, με τη νέα σύμβαση, αλλά θα συνέχιζαν να οφείλονται κανονικά οι υπόλοιπες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των τριών παλαιών δανείων, με τους συμφωνηθέντες όρους των δανειακών συμβάσεων (άρθρο 10 της ως άνω δανειακής σύμβασης ...).
Η δικαιοπάροχος της εναγομένης-εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητη) ενέγραψε οκτώ (8) υποθήκες σε βάρος της ενάγουσας επί ακινήτου της κατά το χρονικό διάστημα από 16-12-1977έως 1-6-1992. Έναντι των έντοκων δύο αρχικών δανείων, καταβλήθηκε από τη δανειολήπτρια σταδιακά από το έτος 1979 έως το έτος 1987 το ποσό των 13.009.490 δραχμών συνολικά.
Στη συνέχεια το Μάιο του 1992, επειδή η πρωτοφειλέτιδα εταιρία "Χ. T. και ΣΙΑ Ο.Ε.", αλλά και η ενάγουσα ατομικά, είχαν σταματήσει να καταβάλουν τις έντοκες δόσεις των ως άνω δανείων, επέσπευσε στις 25-5-1992 προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της που ανερχόταν τότε σε 208.990.907 δραχμές (η οποία απαίτηση αυξήθηκε στο ποσό αυτό λόγω του μεγάλου συμβατικού επιτοκίου που κυμαινόταν μεταξύ 25% και 44% σε συνδυασμό με την αρχική απαίτηση και την απουσία καταβολών εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας και της ενάγουσας), αναγκαστική εκτέλεση με επίδοση επιταγής προς πληρωμή σε βάρος της ως άνω πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, κατά τους όρους του άρθρου 57 του Ν.Δ.
της 17 Ιουλίου 1923, και προχώρησε στον πλειστηριασμό του εργοστασίου της πρωτοφειλέτιδας μαζί με τον μηχανολογικό εξοπλισμό, το οποίο κατακυρώθηκε υπέρ αυτής (ΕΤΒΑ), το δε πλειστηρίασμα, ύψους 33.837.225 δραχμών που επιτεύχθηκε, πιστώθηκε και μειώθηκε το ποσό της απαίτησης σε 175.153.685 (208.990.910 μείον 33.837.225) δραχμές.
Μετά τον ως άνω πλειστηριασμό του εργοστασίου της πρωτοφειλέτιδας, η ΕΤΒΑ, δικαιοπάροχος της εναγομένης, στις 13-11-1997 (πέντε χρόνια μετά τον πλειστηριασμό του εργοστασίου της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας), επειδή μέχρι τότε δεν είχε ικανοποιηθεί το υπόλοιπο της απαιτήσεως, καθόσον η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και η ενάγουσα είχαν σταματήσει να καταβάλουν τις έντοκες ληξιπρόθεσμες δόσεις, επέσπευσε νέα αναγκαστική εκτέλεση, αυτή τη φορά, σε βάρος της ενάγουσας , με βάση τα ίδια υποθηκοσυμβόλαια, με επίδοση προς αυτήν της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, σύμφωνα με το άρθρο 57 του Ν.Δ/τος της 17 Ιουλίου 1923, επέχουσας ισχύν αναγκαστικής κατάσχεσης με την οποία την επιτάσσει να καταβάλει το ποσό των 851.446.860 δραχμών, ως αποτελούντος κατά τους υπολογισμούς της, το συνολικό ποσό οφειλής εξ όλων των ως άνω δανείων, που προέκυψε με βάση το υπόλοιπο της οφειλής που, δεν ικανοποιήθηκε από τον πρώτο πλειστηριασμό, προερχομένου από τα ίδια δάνεια (ήτοι από τους με αριθμούς ..., ...
και 5339/1981 δανειστικά συμβόλαια). Με την αυτή επιταγή, η δικαιοπάροχος της εναγομένης της, δήλωσε ταυτόχρονα ότι καταγγέλει τις δανειακές συμβάσεις, λόγω υπερημερίας της πρωτοφειλέτιδος και της ίδιας της ενάγουσας της καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, αν και η καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών είχε γίνει με την ως άνω προηγηθείσα επιταγή προς πληρωμή, παρά το ότι δεν ανέφερε πανηγυρικά ότι καταγγέλει τις σύμβασεις.
Εκ των παρατιθεμένων στην από 11-11-1997 επιταγή κονδυλίων, ως προερχομένων εκ των τεσσάρων δανείων, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτά λειτουργούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα (επί εικοσαετία) και δη από το 1977 μέχρι 23-10-1997, προκύπτει ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης, συνέχισε να εντοκίζει το υπόλοιπο της οφειλής (175.153.685δρχ με τους ίδιους όρους ως οι συμβάσεις να ήταν σε λειτουργία, με αποτέλεσμα η οφειλή της ενάγουσας να ανέλθει το 1997 σε 674.558.819 δραχμές, ενώ αν τοκιζόταν με βάση το εξωτραπεζικό επιτόκιο (επιτόκιο υπερημερίας) το ποσό της από 11-11-1997 επιταγής θα ανερχόταν σε 548.560.320 δραχμές, ή ακόμη αν δεν τοκίζονταν καθόλου θα ήταν Ι75.153.658 δραχμές, αυτό δηλαδή που απέμεινε μετά την αφαίρεση του πλειστηριάσματος, ποσού 33.837.658 δραχμών από τον πλειστηριασμό του εργοστασίου.
Κατά την επίδοση λοιπόν της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή στην ενάγουσα υπήρχε απαίτηση της δικαιοπαρόχου της εναγομένης τουλάχιστον 175.153.658 δραχμών χωρίς να υπολογίζεται καθόλου ο συμβατικός τόκος ή ο τόκος υπερημερίας. Η ενάγουσα, στη συνέχεια, κατά της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, άσκησε ανακοπή με λόγους που ανάγονται στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και την γένεση και ύπαρξη της απαιτήσεως.
Το Μονομελές: Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 20934/1998 απόφαση του απέρριψε την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας, κατά την συζήτηση στις 24-9-1999 εκδόθηκε η 3081/1999 μη οριστική απόφαση με την οποία υποχρεώθηκε η δικαιοπάροχος της εναγομένης να αποδείξει την ύπαρξη απαιτήσεώς της κατά το χρόνο επιδόσεως της επιταγής, ενώ παράλληλα διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η 1451/2007 οριστική απόφαση του, με την οποία ακυρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση που είχε επισπευθεί από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, δυνάμει της επιδοθείσης στην ενάγουσα από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, με βάση τα με αριθμούς ..., ...
και ... δανειστικά υποθηκοσυμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ελένης Βαφειάδου-Μυλοπούλου, με την αιτιολογία ότι αποσβέσθηκε το χρέος της ενάγουσας. Η εναγομένη κατά της 1451/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2193/2007 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που απέρριψε όλους τους λόγους αναιρέσεως εκτός από έναν, τον οποίο και παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η 4/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς λόγος και στο σύνολο της η από 24-9-2007 αίτηση αναίρεσης με αποτέλεσμα της αμετακλήτου ακύρωσης της ως άνω ""αναγκαστικής εκτέλεσης που είχε επισπευθεί από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης δυνάμει της επιδοθείσας στην ενάγουσα από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης, μετά την έκδοση της 20134/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή της ενάγουσας κατά της ως άνω επιταγής προς πληρωμή και ενώ εκκρεμούσε η έφεση της κατά της πρωτόδικης απόφασης, επέσπευσε την εκτέλεση με την υπ' αριθ 2600/1998 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης.
Κατά της κατασχετήριας έκθεσης και περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, η ενάγουσα άσκησε την από 23-1- 1998 ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία απορρίφθηκε με την 22747/15-9-1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στις 20-1-1999, πριν ακόμη εκδοθεί η ως άνω 3061/9-11-1999 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, και υποχρεώθηκε η δικαιοπάροχος της εναγομένης να αποδείξει την απαίτηση, εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε υπέρ της επισπεύδουσας ΕΤΒΑ, με πλειστηρίασμα 50.001.000 δραχμές, η κατασχεθείσα περιουσία της ενάγουσας, ήτοι το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας ποσοστού 3,176% επί έξι (6) ισόγειων καταστημάτων, εμβαδού 635 τ.μ., 902,62 τ.μ., 43,75 τ.μ., 431,25 τ.μ., 441 τ.μ.
και 216,88 τ.μ. αντίστοιχα, και τεσσάρων (4) επαγγελματικών χώρων, εμβαδού 902,62 τ.μ., 431,25 τ.μ., 441 τ.μ. και 216,88 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται, επί των οδών ... της Θεσσαλονίκης. Κατά της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακύρωσης, η ενάγουσα άσκησε την από 6-2-1999 ανακοπή της, η οποία και αυτή απορρίφθηκε με την 19760/24-7-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα ο πλειστηριασμός να παραμείνει έγκυρος, όπως και η κατάσχεση του ποσοστού επί των ακινήτων της, καθώς και η κατακύρωση αυτών στη δικαιοπάροχο της εναγομένης, αφού προσβλήθηκαν μεν αλλά δεν ακυρώθηκαν, λόγω απόρριψης των κατά των πράξεων αυτών ασκηθεισών από την ενάγουσα ανακοπών της εκτέλεσης και επομένως παραμένουν ισχυρές.
Το ποσό του πλειστηριάσματος, ύψους 50.001.000δραχμών, πιστώθηκε /και μειώθηκε ανάλογα η οφειλή της ενάγουσας; η οποία οφειλή, χωρίς να υπολογίζεται καθόλου ο συμβατικός ή ο τόκος υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 25-5-1992 μέχρι 11-11-1997, ανερχόταν κατά την 31-11-1997, ημερομηνία επιδόσεως της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή στο ποσό των 175.153.685 δραχμών, το οποίο, μέχρι την 11-11-1997, δεν είχε εξοφληθεί, αλλά ούτε και μεταγενέστερα μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού των ως άνω καταστημάτων και επαγγελματικών χώρων.
Εφόσον λοιπόν η δικαιοπάροχος της εναγομένης κατά το χρόνο επίδοση της επιταγής προς πληρωμή (11-11-1997), αλλά και κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού (20-1-1999) είχε απαίτηση κατά της εναγομένης, χρηματικού ποσού τουλάχιστον 175.163.685 δραχμών και στη συνέχεια η ίδια προχώρησε σε κατάσχεση και πλειστηριασμό του ποσοστού των ως άνω καταστημάτων και επαγγελματικών χώρων, αφού μέχρι τότε δεν είχε εξοφληθεί το ως άνω χρηματικό ποσό, αυτή (ΕΤΒΑ)δεν ενήργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος της ενάγουσας, έστω και για απαίτηση μεγαλύτερη του ως άνω χρηματικού ποσού, έστω και αν ακυρώθηκε στη συνέχεια η επιταγή προς πληρωμή με την 1461/2007αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το γεγονός ότι μετέπειτα κατ' εφαρμογή του νόμου 3259/2004_(ρύθμιση οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα), η οφειλή της ενάγουσας, λόγω ευνοϊκών ρυθμίσεων υπέρ των δανειοληπτών, ήταν μηδενική, όπως συνομολογεί και η εναγομένη, αυτό δεν σημαίνει ότι κατά την 31-11-1997, ημερομηνία επιδόσεως στην ενάγουσα της από11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, αλλά και κατά την ημερομηνία του πλειστηριασμού και κατακύρωσης (20-1-1999), δεν υπήρχε η οφειλή της ενάγουσας, ύψους τουλάχιστον 175.153.685 δραχμών, που μειώθηκε κατά 50.001.000 δραχμές με την πίστωση του ισόποσου πλειστηριάσματος.
Αντιθέτως αυτό φανερώνει ότι το έτος 2004, που άρχισε να ισχύει ο ως άνω νόμος(3259/2004), υπήρχε οφειλή και γι' αυτό τα δάνεια της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Τ. και Σία Ο.Ε." υπήχθησαν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, οι οποίες ήταν συμφέρουσες για την δανειολήπτρια εταιρεία και την εγγυήτρια ενάγουσα και επειδή το ποσό που είχε καταβληθεί μέχρι τότε, υπολογιζόμενου και του τελευταίου των 50.001.000 δραχμών κάλυπτε τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν από τις σχετικές διατάξεις, το χρέος της δανειολήπτριας-πρωτοφειλέτριας εταιρείας και της ενάγουσας μηδενίστηκε".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, και αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης στον πρώτο βαθμό και της τεκμαιρομένης συνεπεία τούτου ομολογίας της ως προς τα θεμελιούντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά κατά το μέρος που έκρινε αυτή νόμιμη, καθώς και την απόρριψη, κατά τα προεκτεθέντα, ως μη νόμιμων των προαναφερομένων αιτημάτων της αγωγής και της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής, ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αυτήν (αγωγή) και κατά το μέρος είχε κρίνει νόμιμη την από αδικοπραξία (άρθρο 914 του ΑΚ) βάση της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την από την αδικοπραξία βάση της αγωγής, η οποία και μόνον κρίθηκε νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288, 297, 298, 299, 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των Διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως προς την παραπάνω βάση της, οι παραδοχές του Εφετείου ότι, εφόσον η δικαιοπάροχος της εναγομένης κατά το χρόνο επίδοσής της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, αλλά και κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού (20-1-1999) είχε απαίτηση κατά της εναγομένης, χρηματικού ποσού τουλάχιστον 175.163.685 δραχμών, δεν ενήργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος της ενάγουσας με το να προχωρήσει σε κατάσχεση των άνω περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας, και μετά την απόρριψη της ανακοπής της ενάγουσας κατά της κατασχετήριας έκθεσης, στη διενέργεια του πλειστηριασμού των περιουσιακών αυτών στοιχείων, συνισταμένων σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί των άνω καταστημάτων και επαγγελματικών χώρων, αφού μέχρι τότε δεν είχε εξοφληθεί ή αποσβεσθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό προς την δικαιοπάροχο της εναγομένης (ΕΤΒΑ), ενώ δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ενέργεια της εναγομένης να προβεί στην κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί των άνω ακινήτων της ενάγουσας, το γεγονός ότι ακυρώθηκε μεταγενέστερα η επιταγή προς πληρωμή με την 1461/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αλλά ούτε και το γεγονός ότι μηδενίσθηκε πολύ αργότερα, η εναπομείνασα οφειλή της προς την εναγομένη από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, (το οποίο αντίθετα φανερώνει ότι υφίστατο μέχρι τότε οφειλή της από την αιτία που επισπεύθηκε η αναγκαστική εκτέλεση και μετά την αφαίρεση του επιτευχθέντος πλειστηριάματος από την αρχική οφειλή), αλλά αρκούσε και μόνον ότι υπήρχε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή της προς την εναγομένη από τα προρηθέντα υποθηκοσυμβόλαια, τουλάχιστον 175.163.685 δραχμών, γεγονός που της έδινε το δικαίωμα να προβεί στις παραπάνω ενέργειες επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς αυτό να συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη, ούτε υπό την έννοια της αντίθεσης προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, με τη μη αναμονή της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής για την εγκυρότητα η όχι της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία είχε προβληθεί η απόσβεση της απαίτησης για την οποία επιτάσσετο βάσει της επιταγής αυτής στην πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού, εφόσον τούτο δεν αποδεικνύετο παραχρήμα, με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, το δε Εφετείο, το οποίο επελήφθη της εν λόγω ανακοπής, όφειλε να απορρίψει τον λόγο αυτό της ανακοπής και αυτεπαγγέλτως και όχι να προβεί στην έκδοση προδικαστικής απόφασης, διατάσσοντας μάλιστα και λογιστική πραγματογνωμοσύνη προς απόδειξη τούτου, δεδομένου ότι η ρύθμιση που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΠολΔ είναι ειδική και γι' αυτό υπερισχύει των διατάξεων της τακτικής ή της ειδικής διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται, κατά τα λοιπά, η ανακοπή, αποσκοπεί δε με το απαράδεκτο που προβλέπει, στην αποφυγή παρελκύσεως της εκτελεστικής διαδικασίας και τον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μη αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεως τους (Ολ.
ΑΠ 10/1993). Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Δεν συνιστούν δε ασάφεια ή αντιφατικότητα της αναιρεσιβαλομένης απόφασης, οι παραδοχές της τελευταίας, ότι η από 11-11-1997 επιταγή προς πληρωμή βάσει της οποίας κινήθηκε η εναντίον της αναιρεσείουσας αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1451/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκη ς, που κατέστη αμετάκλητη με τις υπ' αριθ. 2 193/2007 αποφάσεις του Γ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου 4/2011 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για ουσιαστικούς λόγους, συνεπεία απόσβεσης της επιτασσομένης να πληρώσει απαίτησης, ούτε η ομολογία της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, ότι από το2005κατέστη μηδενική η άνω απαίτηση της ενάγουσας (με σαφή αιτιολογία του Εφετείου ότι ο μηδενισμός της άνω απαίτησης έγινε ενόψει των ευνοϊκών διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 3259/1994), με τις εν συνεχεία παραδοχές του, ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν παράνομη και υπαίτια πράξη της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, ούτε υπό την έννοια της αντίθεσης προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, εφόσον, τα ανωτέρω δεν συσχετίζονται και δεν τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επικαλούμενη, αδικαιοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία συνίστατο αποκλειστικά και μόνο στην βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού, ότι κατά το χρόνο επίδοσης της από 11-11-1997, επιταγής προς πληρωμή, αλλά και το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού (20-1-1999), δεν υπήρχε ή είχε αποσβεσθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο η απαίτηση της εναγομένη κατά της ενάγουσας, με βάσει την οποία επισπεύδετο η αναγκαστική εκτέλεση, γεγονός το οποίο κατά τις σαφείς και πλήρεις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης δεν αποδείχθηκε, αλλ 'αντιθέτως κρίθηκε η βασιμότητα ως προς το ότι κατά το επίμαχο χρόνο η εναγομένη είχε απαίτηση κατά της ενάγουσας, χρηματικού ποσού τουλάχιστον 175.163.685 δραχμών, η βασιμότητα δε του τελευταίου δεν θεμελίωνε αδικοπρακτική συμπεριφορά των ανωτέρω ενεργειών της εναγομένης.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πέμπτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου, καθώς και τον δεύτερο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας της αναιρεσείουσας, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της τελευταίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η από 08-10-2013 αίτηση και οι από 27-03-2014 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 1638/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012)και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-10-2013 αίτηση και τους από 27-03-2014 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 1638/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ