Legislator Case Law & Legislation
1329/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding forest boundary interpretation as administrative terms do not require private ownership proof.

Case Number 1329/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals by private parties and the State against a lower court's decision on forest boundary disputes. The appellants argued the lower court contradicted itself regarding whether 'periphery' referred to administrative or private ownership limits. The court ruled that the lower court's reasoning was not contradictory but merely ambiguous, which does not constitute grounds for annulment under Greek administrative law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The existence of contradictory reasoning in a lower court decision regarding the interpretation of administrative terms does not constitute a ground for annulment if it does not affect the outcome of the case.

Keywords

AI generated
administrative appeal forest boundaries contradictory reasoning annulment grounds administrative terms private ownership lower court decision

Cited Legislation

AI generated
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1329/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., 3. Σωματείου με την επωνυμία "ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ - Ο ΑΘΑΜΑΣ", που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπού-μενου και 4. Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ-ΔΑΣΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπουλογεώργο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Αιθήκων Ν. Τρικάλων, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κουβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 2.Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Σωματείου με την επωνυμία "ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ ΑΘΑΝΑΜΑΝΩΝ - ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

ΥΠΕΡ: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό τον Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Β) Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κηπουρό Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Αιθήκων Ν. Τρικάλων που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κουβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠοΔ, 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Σωματείου με την επωνυμία "ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ ΑΘΑΜΑΝΩΝ-ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι 2ος, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

ΥΠΕΡ: Των 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Σωματείου με την επωνυμία "ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ-Ο ΑΘΑΜΑΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ-ΔΑΣΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΘΑΜΑΝΙΑΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπουλογεώργο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 24-5-1989 αγωγή της πρώην Κοινότητας ...του Νομού ... και β) με την από 2-1-1990 πρόσθετη παρέμβαση της πρώην Κοινότητας ..., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/1990 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια οι προσθέτως παρεμβαίνοντες Ψ2, Ψ3 και το Σωματείο "ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΑΡΔΙΚΟΥ ΑΘΑΜΑΝΩΝ-ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ" κατέθεσαν την από 28-7-2005 πρόσθετη παρέμβαση τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων το οποίο εξέδωσε την 19/2006 οριστική απόφασή του και 300/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2008 αίτησή τους και το αναιρεσείον με την από 8-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε τις από 1-2-2010 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον των δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: α) η από 15-7-2008 αίτηση του Χ1 κλπ και β) η από 8-10-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου στρεφόμενες κατά της 300/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και πρέπει το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση αυτών, αφού συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, του άρθρου 246 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου υπάρχει εμπρόθεσμη (μέσα σε τρεις μήνες από την άσκησή της) θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά το άρθρο 12 Ν. 2298/1995. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδι-ορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του (ΑΠ 712/1993).

Όμως δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφική απεικόνιση του επίδικου ακινήτου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, για το ορισμένο της ίδιας αγωγής που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του πράγματος που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Τέλος, κατά το β.ρ.δ. οι ασύντακτες κοινότητες (χωρία) που είχαν περιουσία αποτελούσαν μέχρι της έναρξη εφαρμογής του ΔΝΖ'/1912, κατά τους ν. 3 και 4 Π (3-4), ν. 3 Π (50-9), ν. 73 παρ. 1 Π (30), νομικά πρόσωπα και συνεπώς είχαν ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας και μπορούσαν να έχουν κατά το ν. 1 παρ. 1 Π (3.4) δική τους ιδιοκτησία και κατά τον ν. 1 παρ.3, 22 Π (41,2), ν. 7 παρ. 3 Π (10.4) δική τους νομή και να αποκτούν δικαιώματα, εκτός βέβαια από εκείνα που προσιδιάζουν αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα.

Για την απόκτηση όμως αυτών των δικαιωμάτων η ελλείπουσα θέλησή τους αναπληρωνόταν από τη θέληση όλων των μελών τους, κατά το ν. 73 παρ. 1 Π (30) ή τουλάχιστον των 2/3 από αυτά κατά τους ν. 3, 4 Π (3.4), ν. 3 Π (50.9), ν. 45 Κ(10.31), που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των νομικών αυτών προσώπων. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η τέως κοινότητα ...

περιγράφει το επίδικο ως δασική έκταση 1000 περίπου στρεμμάτων, η οποία καίτοι στα όρια της κοινότητάς της και της κοινότητας ... και ορίζεται προς νότον με την οριογραμμήν η οποία αρχίζει από τη θέσιν ..., κατέρχεται ακολουθούσα κορυφογραμμήν μέχρι της θέσεως ... εκείθεν ακολουθεί κορυφογραμμήν και συναντά την θέσιν ..., εκείθεν κατέρχεται ολόραχα και συναντά την βρύση ..., εκείθεν προς τα κάτω συναντά την κορυφογραμμήν ...

και ολόραχα προς τα κάτω συναντά την θέσιν ..., ..., εντεύθεν συναντά το "μεγάλο λιθάρι", εκείθεν ολόραχα συναντά την μελίστρα και κατέρχεται εις το ρέμα το οποίον διασχίζει την ..., εκείθεν του ρεύματος ακολουθεί την ερχομένην από το ... οδόν κοινής χρήσεως και φθάνει μέχρι του ρεύματος ..., όπου η επαρχιακή οδός ..., προς βορράν με την οριογραμμήν η οποία άρχεται από κοινού με την άνω οριογραμμήν σημείου προς δυσμάς από της θέσεως ...

κατέρχεται κατ' ευθείαν γραμμήν, διέρχεται από τις θέσεις ..., .... και ... μέχρι της θέσεως ..., απ' εκεί ακολουθεί το ρέμα ... μέχρι συναντήσεως του ημιονιοκού δρόμου ... και ακολουθούσα αυτόν φθάνει εις την θέσιν ... εκείθεν κατέρχεται ακολουθούσα το ρέμα ... μέχρι συναντήσεως της επαρχιακής οδού ... και εκείθεν κατ' ευθείαν καταλήγει εις το μύλον ...

πλησίον του ποταμού Μουτσιαρίτη, προς ανατολάς ορίζεται με τον ποταμόν Κουτσιαρίτη και προς δυσμάς με την άνω θέσιν .... Στη συνέχεια εκθέτει: "Εντός της διά των ορίων αυτών περικλεισμένης εκτάσεως προς το ομώνυμον χωρίον ... ήσκουν και ασκώ διάνοια κυρίου και καλή τη πίστει και νομίμω τίτλω διαφόρους διακατοχικάς πράξεις (εγκαταστάσεις ποιμνιοστασίων, βοσκή των ζώων των κατοικούν μου, ξύλευσις των κατοίκων διά καύσιμον ύλην και οικοδομήσιμον ξυλείαν) από της τοιαύτης οροθετήσεως των διοικητικών ορίων (αλλά και πρότερον από την εν έτει 1881 απελευθερώσεως της ...) συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι της ως άνω παραχωρήσεως υπό του Δημοσίου του δάσους υπό τα διοικητικά όρια, ότε περιήλθε το δάσος και εις την αποκλειστικήν κυριότητά μου και εντός της οποίας εκτάσεως, με τα τοιαύτα διοικητικά όρια, άτινα συμπίπτουν, κατά τα προεκτεθέντα, με τα όρια του παραχωρηθέντος μοι δάσους, περιλαμβάνονται και αι ειδικώτεραι θέσεις ..., ..., ...

και έτεραι...." και εν όψει της επικαλουμένης αποβολής της ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της και την απόδοση της επίδικης έκτασης δάσους, την οποία περιγράφει ως προς την έκταση, τη θέση και τα όρια με πληρότητα. Τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή και δικαιολογούν το αγωγικό αίτημα.

Συνεπώς η αγωγή είναι ορισμένη κατά τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, ενώ δεν απαιτείται και αναφορά των ονομάτων των φυσικών προσώπων που διενεργούσαν τις εν λόγω πράξεις νομής ούτε ο ακριβής χρόνος κατά ημέρα, μήνα και έτος που κάθε μερικότερη πράξη νομής έλαβε χώρα, αφού τα στοιχεία αυτά μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις για την πληρότητα των αιτιολογιών.

Επίσης, επαρκής είναι και η περιγραφή των ορίων του επιδίκου ακινήτου και δεν απαιτείται επί πλέον οπωσδήποτε και τοπογραφική απεικόνισή του. Επομένως, το εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ότι η ένσταση αοριστίας του δικογράφου της αγωγής που πρότειναν οι υπέρ του Δημοσίου παρεμβάντες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, δεν έλαβε υπόψη του για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του ακινήτου γεγονότα που δεν εκτίθενται δι' αυτήν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος της πρώτης πιο πάνω αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της πρώτης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι παρεμβάντες και ήδη αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της κυριότητας του Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα την από μηνός Μαΐου 2007 ιδιωτική γνωμοδότηση της δασολόγου Δ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που η απόφαση αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο Δήμο με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Με τον τρίτο λόγο της πρώτης αίτησης και το πρώτο λόγο της δεύτερης αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 45210/26.2.1935 υπουργικής απόφασης αναφορικά με την έκταση του παραχωρουμένου δάσους, το οποίο αναφέρεται ρητά σε 6.000 στρέμματα, την οποία το Εφετείο ανήγαγε σε 48.000 στρέμματα καθώς επίσης παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από έτους 1819 .......ταπίου, εν σχέσει με την αναφορά του όρου "περιφέρεια" δεχόμενο το Εφετείο ότι ο όρος αυτός δεν είναι διάφορος του όρου "διοικητική περιφέρεια".

Οι λόγοι αυτοί των αιτήσεων από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι η αποδιδομένη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει σωστά τα δύο πιο πάνω έγγραφα, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση την οποία τούτο κατέληξε, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η κυριότητα του επιδίκου δάσους αποκτήθηκε από την κοινότητα ...

με έκτακτη χρησικτησία, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα δύο πιο πάνω έγγραφα, αλλά συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει τα δύο πιο πάνω έγγραφα. Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Με το τέταρτο λόγο της πρώτης αίτησης και το δεύτερο λόγο της δεύτερης αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ αρχικώς δέχτηκε: 1) ότι το έτος 1935, όταν τα ανωτέρω διοικητικά όρια των δύο Κοινοτήτων ήταν πλέον γνωστά, το Ελληνικό Δημόσιο ..... Παραχώρησε κατά κυριότητα... Είναι φανερό, λοιπόν, ότι τα όρια του παραχωρούμενου δάσους...ταυτίζονται με τα (προσφάτως τότε καθορισθέντα) διοικητικά όρια της Κοινότητας.

Ο όρος "περιφέρεια" του παραχωρητηρίου συνιστά αναφορά στα διοικητικά όρια κάθε αναφερόμενης όμορης κοινότητας και όχι σε ιδιοκτησιακά όρια, ανεξάρτητα από τα διοικητικά, διότι μόνο τα διοικητικά όρια ήταν σαφώς και με νόμιμο τρόπο καθορισμένα και γνωστά στη Διοίκηση. Αντίθετα, "ιδιοκτησιακά όρια" ούτε γνωστά ούτε καθορισμένα ήταν, 2) ότι "Η έννοια του όρου περιφέρεια και στην αναφορά του Επιθεωρητή Δασών...

κάτι που ισχυροποιείται και από το γεγονός ότι κατά την περίοδο εκείνη δεν υφίστατο άλλη διαίρεση πέραν της διοικητικής". Στη συνέχεια δέχθηκε ότι: "Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι μετά το 1915 είχαν πλέον αποκρυσταλλωθεί τα ιδιοκτησιακά όρια της Κοινότητας ..., για τα οποία καθοριστικά ήταν τα όρια του ανωτέρω δάσους.

Η Κοινότητα ασκούσε τις δικαιοδοσίες μέσα στα ιδιοκτησιακά αυτά όρια και γι' αυτό τα διοικητικά της όρια ορίσθηκαν την 10-9-1933 .... σε ταύτιση ακριβώς με τα ιδιοκτησιακά της όρια" και έτσι περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την αποδιδόμενη στον όρο "περιφέρεια" έννοια, καθώς δεν προκύπτει ευκρινώς αν η ερμηνεία του όρου αυτού ανάγεται σε διοικητική ή ιδιοκτησιακή ώστε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα αν η αναφορά του όρου αυτού στην απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περιλαμβάνει και την επίδικη έκταση, ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού η επικαλούμενη ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τον όρο περιφέρεια δεν αναφέρεται σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά σε επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, αναφορικά με τα όρια του επίδικου δάσους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ:

α) την από 15-7-2008 αίτηση των Χ1 κλπ και

β) την από 8-10-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 300/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει αυτές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για το Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια (300) ευρώ και για τους λοιπούς αναιρεσείοντες σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ