Legislator Case Law & Legislation
1329/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court failure to consider evidence proving ownership by adverse possession.

Case Number 1329/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision, ruling that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding adverse possession. The appellants argued that local customs and specific documents proved their ownership of the basement floor since 1914, while the respondent contended the lower court had sufficient grounds to dismiss the claim. The court found that the lower court's failure to explicitly consider these documents created a reasonable doubt about whether all evidence was weighed, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1041, 1043, 1045, 1051 of the Civil Code; Articles 1002, 1117 of the Civil Code; Articles 1, 2, 3, 4, 5, 13 of Law 3741/1929; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: A cassation appeal is admissible when the court of first instance fails to verify that it has taken into account all evidence lawfully presented by the parties, or when the judgment's content does not make it indisputably certain that such evidence was considered.

Keywords

AI generated
adverse possession ownership acquisition cassation appeal evidence evaluation horizontal ownership local custom remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1041, 1043, 1045 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Articles 1002, 1117 of the Civil Code
Articles 1, 2, 3, 4, 5, 13 of Law 3741/1929
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1329 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1329/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ1 και 2. ... . Η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη και η 2η εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της .

Της αναιρεσιβλήτου: ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λευτέρη Γαβριήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2001 μη οριστική, 17/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2005 μη οριστική, 103/2007 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2007 αίτησή τoυς και με τους από 13-2-2009 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 4-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση των Μ1 κλπ, για αναίρεση της 103/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974,1041,1043, 1045 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1051 του ίδιου Κώδικα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1002,1117 ΑΚ,1,2 παρ.1,3 παρ. 1,4 παρ.1,5 και 13 του ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι επί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ` ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Περαιτέρω, από το σκοπό των διατάξεων αυτών, οι οποίες δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του "ορόφου" και του "διαμερίσματος ορόφου", που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ` ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρο 11 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929,1955 και 1973), συνάγεται, ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναπόσπαστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, που είναι κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθρα 1002 εδ. β` ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "surerficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ.

Α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου, που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι` αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμησή του, τα εξής, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων: Η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, με το ...συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θήρας, Εμμανουήλ Μητροπία, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία, νομέας και κάτοχος μίας οικίας, με αγορά από την αληθινή κυρία αυτής ..., που βρίσκεται στην ...

και συνορεύει, όπως στην απόφαση αναφέρεται. Κάτω από το υπέδαφος της ισόγειας αυτής οικίας της εναγομένης, αλλά και το υπέδαφος των όμορων με αυτήν, Ιερών Ναών, ... και ..., υπάρχει ο επίδικος υπόσκαφος χώρος με μικρό εξώσκαφο τμήμα και αυλή, συνολικού εμβαδού περίπου 108 τ.μ., ο οποίος, μετά τους σεισμούς της Θήρας, το έτος 1956, είναι μπαζωμένος.

Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μίας ερειπωμένης διώροφης οικίας, όμορης του ως άνω υπόσκαφου χώρου, από κληρονομίες, τις οποίες νόμιμα αποδέχθηκαν και μετέγραψαν, οι δύο πρώτες της κατά το έτος 1972 αποβιώσασας αδελφής τους ..., ο δε τρίτος, της κατά το έτος 1991 αποβιώσασας θείας του, ... .

Η οικία αυτή των εναγόντων, διαχωρίζεται από τον επίδικο υπόσκαφο χώρο, με διαχωριστικό λιθόκτιστο τοίχο, ύψους 70 εκατοστών, περίπου, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει λειτουργική σύνδεση μεταξύ του ακινήτου των εναγόντων και του επιδίκου. Η εναγομένη, από του έτους 1966, οπότε αγόρασε την ως άνω οικία, μετέτρεψε τον επίδικο υπόσκαφο χώρο, ο οποίος βρίσκεται κάτω από την οικία της, σε βόθρο, και χρησιμοποιούσε αυτόν με διάνοια κυρίου, μέχρι το έτος 1996 οπότε η οικία της συνδέθηκε με τον αποχετευτικό αγωγό της κοινότητας ....

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε, ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η απώτερη δικαιοπάροχός των εναγόντων, Μ2, νεμήθηκε το επίδικο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από του έτους 1914, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (1946) και ότι, επομένως, αυτή, νεμόμενη αυτό πάνω από τριάντα έτη, έγινε κυρία κατά το τοπικό εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων που ίσχυε προ του ΑΚ, κατά το οποίον ήταν δυνατό να είναι κύριος άλλος του ισογείου ορόφου και άλλος του κατωγείου, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η κατάθεση του αναφερόμενου στην απόφαση μάρτυρα, ότι "το επίδικο χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος από την οικογένεια Μ1- Μ2", είναι παντελώς αόριστη, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τεκμηριώσει τους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγόντων, διότι δεν αναφέρει καθόλου, ποίοι από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων άσκησαν διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου, και για ποίο χρονικό διάστημα αυτοί άσκησαν πράξεις νομής και κατοχής, έτσι ώστε να κριθεί αν στο πρόσωπο των εν λόγω δικαιοπαρόχων των εναγόντων συμπληρώθηκε ο χρόνος έκτακτης χρησικτησίας επί του επιδίκου κατά το τοπικό εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων.

Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι το επίδικο, εμπίπτει στον τίτλο ιδιοκτησίας της ως άνω απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Μ2, ήτοι στο ... προικοσύμφωνο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Για πρώτη φορά οι ενάγοντες επιχείρησαν να ασκήσουν πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου και συγκεκριμένα αυτοί άρχισαν εργασίες "ξεμπαζώματος" τούτου στις 25-11-1998, πλην όμως η εναγομένη άσκησε εναντίον τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας την από 18-11-1998 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του επιδίκου και να σταματήσουν άμεσα οι εν λόγω εργασίες, η οποία έγινε δεκτή με την 1/1999 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.

Για την μετά το έτος 1946 χρονική περίοδο, δηλαδή μετά την εισαγωγή του ΑΚ, δεν μπορούσαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αλλά ούτε και οι ίδιοι να χρησιδεσπόσουν μόνον επί του επιδίκου υπόσκαφου χώρου και της αυλής του, που βρίσκεται κάτω από το υπέδαφος της οικίας της εναγομένης και κατά ένα μικρό μέρος κάτω από το υπέδαφος των όμορων αυτής ναών ...και ..., γιατί τούτο δεν ήταν δεκτικό ιδιαίτερου εμπράγματου δικαιώματος, εφόσον δεν είχε συσταθεί νομίμως οριζόντια ιδιοκτησία επί της ως άνω οικίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες δεν έγιναν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο ή με χρησικτησία, και, συνακόλουθα, έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα, της μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τις δικαιοπαρόχους των ήδη αναιρεσειόντων,με έκτακτη χρησικτησία μέχρι του χρόνου εισαγωγής του ΑΚ στις Κυκλάδες (23-2-1946),σύμφωνα με το μέχρι τότε ισχύον εκεί έθιμο, καθώς και της μη κτήσης της κυριότητας τούτου, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, από τους αναιρεσείοντες, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, από 23-2-1946 έως και το έτος 1966,οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1045ΑΚ,τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Διότι, δέχθηκε το Εφετείο,ότι, για μεν το προ της εισαγωγής του ΑΚ χρονικό διάστημα,ήτο από το έτος 1914 έως και 23-2-1946, δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου από την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Μ2, για δε το μετά την εισαγωγή του ΑΚ χρονικό διάστημα, ότι το επίδικο, ως κείμενο κάτω από το υπέδαφος της οικίας της ήδη αναιρεσιβλητης και εν μέρει των όμορων της οικίας αυτής ανωτέρω αναφερόμενων Ναών, δεν ήταν δεκτικό ιδιαίτερου εμπράγματου δικαιώματος εφόσον δεν είχε συσταθεί νομίμως οριζόντια ιδιοκτησία επί της οικίας.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339,340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνοι που στηρίζουν την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ., ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το τοπικό έθιμο των Κυκλάδων που ίσχυε προ του ΑΚ, κατά το οποίο ήταν δυνατόν να είναι άλλος κύριος του ισογείου ορόφου και άλλος του κατωγείου, με την άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1914 έως και την εισαγωγή του ΑΚ από την απώτερη δικαιοπάροχό τους Μ2, ήτοι το από 4-7-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του επιδίκου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των αναιρεσειόντων και του ..., την ...

αναφορά των εν λόγω διαδίκων προς τον ΕΟΤ, σχετικά με το επίδικο ακίνητο, την από 22-11-1996 απόδειξη είσπραξη του ..., την ... άδεια του ..., τις από 27-3-1997 δηλώσεις στοιχείων ακινήτων Ε3 που οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν στην Εφορία, στις οποίες περιλαμβάνονταν και το επίδικο, το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλίστης Ζάννου Βιδιάνου και το...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ιωάννη Βερβενιώτη.

Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, υπό την προϋπόθεση της αλήθειας των σ' αυτά διαλαμβανομένων, προκύπτει η ακρίβεια του ανωτέρω θεμελιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή αυτοί ήδη κατά την εισαγωγή του ΑΚ είχαν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την 103/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ