1329/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-1999 αγωγή, την από 4-3-2000 παρεμπίπτουσα αγωγή, τις από 30-11-1999 ,5-5-2000 προσεπικλήσεις και την από 3-4-2000 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 136/2000 προδικαστική, 20/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 275/2004 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των τελευταίων παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η 4η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1329/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση η 5η αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε." είχε εναχθεί πρωτοδίκως μετά των αναιρεσειόντων ως εις ολόκληρο ενεχόμενη από αδικοπραξία από τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους. Η έφεση των αναιρεσειόντων, η οποία είχε στραφεί και εναντίον της άνω ομοδίκου τους, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, καθόσον αφορά την αναιρεσίβλητη αυτή, ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 1329 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1329/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσειόντων : 1)..., 2)......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Στυμφαλιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)........, 2) .........., 3)........, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4)Της Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Interamerican, Ελληνική Εταιρία Ασφαλίσεως Ζημιών Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 5)Της Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-1999 αγωγή, την από 4-3-2000 παρεμπίπτουσα αγωγή, τις από 30-11-1999 ,5-5-2000 προσεπικλήσεις και την από 3-4-2000 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 136/2000 προδικαστική, 20/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 275/2004 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των τελευταίων παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η 4η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις ...., ...., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω ..... οι τρεις πρώτες και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών η τέταρτη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την από 30.5.2005 πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες την συζήτηση αναιρεσείοντες στους 1ο, 2η, 3ο και 5η εκ των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνου του αντιδίκου του αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη, τον οποίο δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια, και ως προς τον οποίο, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση η 5η αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε." είχε εναχθεί πρωτοδίκως μετά των αναιρεσειόντων ως εις ολόκληρο ενεχόμενη από αδικοπραξία από τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους. Η έφεση των αναιρεσειόντων, η οποία είχε στραφεί και εναντίον της άνω ομοδίκου τους, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, καθόσον αφορά την αναιρεσίβλητη αυτή, ως απαράδεκτη.
Οι λόγοι της αναιρέσεως πλήττουν μόνο τα κεφάλαια εκείνα της απόφασης με τα οποία απορρίφθηκε η έφεσή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη διότι κρίθηκε ότι: α] ήταν βάσιμες οι αγωγικές αξιώσεις των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και β] η ασκηθείσα προσεπίκλησή τους κατά της 4ης αναιρεσίβλητης δεν διαλάμβανε και αίτημα αποζημιώσεώς τους.
Κατ' ακολουθία, η αναίρεση απαραδέκτως στρέφεται κατά της 5ης αναιρεσίβλητης, την οποία δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες, γι' αυτό και κατά το μέρος της αυτό που στρέφεται κατά της εν λόγω 5ης αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία, ενσωματώθηκε στην εφετειακή. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 33548/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είναι απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ.577 ΚΠολΔ.), αφού η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη 2884/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δέχθηκε τυπικά την έφεση των αναιρεσειόντων κατά των 1ου έως και 4ης εκ των αναιρεσιβλήτων και την απέρριψε κατ' ουσία, με αποτέλεσμα να ενσωματωθεί σ' αυτήν η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση.-
ΙV. - Από τις διατάξεις των άρθρ. 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Ειδικότερα, όταν ο ίδιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, οφείλει κατά την καλή πίστη να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά [πράξη ή η παράλειψη] του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία, προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα ουσιώδη σημεία της, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες και δη ο δεύτερος ως εργολάβος και ο πρώτος ως επιβλέπων μηχανικός και προστηθείς, κατά την εκτέλεση του έργου της ΟΤΕ ΑΕ "Κατασκευή Μ/Σ Κέντρου Κω - Κέντρου Ζηπαρίου", που αφορούσε τη διάνοιξη τάφρου πλάτους 60 εκ.
και βάθους 1,20 μ. στο δεξιό άκρο του καταστρώματος της επαρχιακής οδού ..... με ενδιάμεσα φρεάτια διαστάσεων 3.40Χ1.90 και βάθους 2.50 μ. ανά 120 μ., δημιουργήθηκε επί του οδοστρώματος, μεταξύ του 13ου και 14ου φρεατίου, από τα πέδιλα του σκαπτικού μηχανήματος λόγω της πίεσης που ασκούσαν κατά τη διάνοιξη της τάφρου στο μειωμένης αντοχής οδόστρωμα, λάκοι διαφόρων διαστάσεων, ένας από τους οποίους, λόγω της μη άμεσης αποκατάστασης του οδοστρώματος, ήταν, στις 11.6.1994, σχήματος τραπεζίου, μήκους 1 τ.μ.
και βάθους 7 εκ. Ότι οι αναιρεσείοντες παρά το ότι είχε δημιουργηθεί κατάσταση επικινδυνότητας, και είχαν υποχρέωση κατά την καλή πίστη να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή ζημίας, ενεργούντες αμελώς, παρέλειψαν να επιχωματώσουν το λάκκο αυτό ή να τοποθετήσουν προειδοποιητική προ αυτού πινακίδα, με αποτέλεσμα, την άνω ημερομηνία και περί ώρα 00.35 να ανατραπεί το εκείθεν διερχόμενο .....
μοτοποδήλατο που οδηγούσε η θυγατέρα των δύο πρώτων και αδελφή του τρίτου των εναγόντων και ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, η οποία τραυματίστηκε θανάσιμα. Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι το μοτοποδήλατο δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, ενόψει και του ότι βρέθηκε σε καλή κατάσταση και χωρίς φθορές, και ότι η θανούσα δεν μπορούσε να κάνει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό ή να τροχοπεδήσει, διότι λόγω της έλλειψης σήμανσης ο λάκκος δεν ήταν ορατός.
Ωστόσο, αυτή υπήρξε συνυπαίτια του αποτελέσματος κατά 20%, διότι δεν έφερε κράνος, αλλά δεν εβαρύνετο και με συντρέχον πταίσμα επειδή στερείτο αδείας ικανότητας οδηγήσεως διότι οδηγούσε επιμελώς. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην πρώτη από τις νομικές αυτές έννοιες, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 914, 330, 297, και 298 του ΑΚ.
Έχει δε η απόφαση νόμιμη βάση αφού εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την υπαιτιότητα (αμέλεια) των αναιρεσειόντων, συνιστάμενη στην μη λήψη των μέτρων ασφαλείας που ήταν αναγκαία ενόψει της επικίνδυνης κατάστασης που είχε δημιουργηθεί από τις προηγούμενες ενέργειές τους, καθώς και εκείνα που επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί η εν λόγω παράλειψη ως πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλ.
του θανάτου της θυγατέρας και αδελφής των αναιρεσιβλήτων, που ήταν απότοκος της ανατροπής του μοτοποδηλάτου της στο λάκκο, και που θα αποτρεπόταν, όπως δέχθηκε το Εφετείο κατά την περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, αν οι αναιρεσείοντες τον είχαν επικαλύψει ή φρόντιζαν να τοποθετήσουν προειδοποιητική προ αυτού πινακίδα.
Περαιτέρω το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της άνω διάταξης, μη δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας διότι δεν φορούσε κράνος ή επειδή έκρινε ότι αυτή δεν εβαρύνετο με συντρέχον πταίσμα και διότι στερείτο αδείας ικανότητας οδηγήσεως, αφού δέχθηκε ότι τούτο δεν επέδρασε αιτιωδώς καθόλου στην επέλευση του αποτελέσματος διότι αυτή γνώριζε να οδηγεί και οδηγούσε επιμελώς.
Επομένως οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ η υπό την επίκληση των ίδιων αναιρετικών λόγων αιτίαση περί του ότι η συνυπαιτιότητα δεν έπρεπε να ορισθεί σε ποσοστό 20%, αλλά τουλάχιστον σε 90%, είναι απαράδεκτη, διότι η κρίση αυτή αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
V. - Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 έως 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τοv προβλεπόμενo από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός άλλων ειδικώς μνημονευομένων "και όλα τα προσαγόμενα με επίκληση έγγραφα", "τις προσαγόμενες φωτογραφίες" καθώς και "τα έγγραφα της συναφούς ποινικής δικογραφίας".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν το μνημονεύει ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το αναφερόμενο στο αναιρετήριο από 11.6.1994 σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
Το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ιδιαίτερη αντιμετώπιση των επιχειρημάτων που συνάγουν απ' αυτό οι αναιρεσείοντες δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως.
V.- Με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η 20/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος της προσεπικλήσεως τους περί αποζημιώσεώς τους από την προσεπικληθείσα από αυτούς, ήδη 4η αναιρεσίβλητη, "INTERAMERICAN Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεως Ζημιών", και έτσι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττεται μόνο η πρωτόδικη απόφαση, η οποία όμως δεν προσβλήθηκε με την έφεση των αναιρεσειόντων και κατά το κεφάλαιό της αυτό. Με την εκδοχή ότι αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια και στην απόφαση του Εφετείου, ο λόγος είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της προσεπικλήσεως, ορθά εκτιμήθηκε ότι δεν διαλάμβανε αίτημα των προσεπικαλούντων περί αποζημιώσεως αυτών από την προσεπικαλουμένη σε περίπτωση ήττας τους. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 4ης αναιρεσίβλητης [ΚΠολΔ 176, 183].-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.2.2005 αίτηση των ..... και ..... για αναίρεση των 275/2004 και 20/2003 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, αντιστοίχως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της 4ης αναιρεσίβλητης εταιρείας "INTERAMERICAN Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεως Ζημιών" που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ