Legislator Case Law & Legislation
1328/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against social security medical exam limits ruling, remanding for specific cost allocation.

Case Number 1328/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a First Instance Court decision limiting medical examinations for social security beneficiaries. The appellant argued the lower court failed to specify which future examinations exceeded the statutory limit and should be paid by the insured. The court found the lower court erred by not identifying specific exams and costs within the time limit, necessitating a remand for detailed calculation and allocation of expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 591 of the Code of Civil Procedure: When a lower court fails to specify which future medical examinations exceed statutory limits and their costs, the appeal is admissible, and the case must be remanded for the court to determine the exact amounts and allocate expenses accordingly.

Keywords

AI generated
social security medical exams statutory examination limits future medical costs remand for further examination allocation of litigation expenses Code of Civil Procedure social insurance benefits

Cited Legislation

AI generated
Article 614 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1328 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1328/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΟΕ" και δ.τ. "ΝΙΑΡ", που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ. Ωραιοκάστρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Α. του Ν., κατοίκου ..., ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕRGO ΑΑΕΖ" (πρώην "ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΑΕΖ") και ήδη "ΕRGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Αυγέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 9-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-1-2010 και 1-7-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με τις από 1-11-2010 και 5-10-2011 αγωγές του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 7-7-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΑΕΖ" (νυν "ΕRGO ΑΜΑΕ"). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3533/2013 μη οριστική και 4710/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1311/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 1-3-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/3-4-2017), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1311/2016 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 16-12-2016, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης:

α) από 5-1-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 576/8-1-2010) αγωγή του στρεφόμενος κατά των πρώτου και τέταρτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και β) από 1-7- 2011 (αριθμ. εκθ. καταθ. 32714/5-8-2011) ) αγωγή του στρεφόμενος κατά των δεύτερης και τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, ισχυρίστηκε, ότι την 17-3-2009 ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το με αρ.

Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία τον προέστησε στην οδήγησή του, ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο τρίτος εναγόμενος (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες στην τέταρτη εναγόμενη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με την με αρ. ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε ο ίδιος και τον τραυματισμό του κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος των αγωγών σε έντοκο αναγνωριστικό ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και χρηματική παροχή κατ' αρθ. 931 Α.Κ.

τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των αγωγών. Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν με αγωγές του Ι.Κ.Α και παρεμπίπτουσα αγωγή της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4710/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία οι αγωγές του τελευταίου έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις ο αναιρεσείων την από 22-4-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1485/22-4-2015) και οι αναιρεσίβλητοι την από 10-11-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3878/17-11-2015) αντίστοιχα. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτήν έγιναν τυπικώς δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκαν και δικάστηκαν οι κύριες αγωγές, έγιναν εν μέρει δεκτές αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκαν, οι μεν εναγόμενοι της πρώτης αγωγής να καταβάλουν στον ήδη αναιρεσείοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 145.858,83 ευρώ, αναγνωρίσθηκε ότι οφείλουν να καταβάλουν σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 21.030,60 ευρώ, αμφότερα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, οι δε εναγόμενοι της δεύτερης αγωγής να καταβάλουν στον ήδη αναιρεσείοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 145.858,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά την βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψη του το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).

Εξάλλου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 812/2018). Τέλος, ο ίδιος, ως άνω, αναιρετικός λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την έκταση του τραυματισμού του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπ' όψη και δεν συνεκτίμησε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την από 20-11-2013 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατροδικαστή Μ.

Τ., την οποία αυτός συνέταξε κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος και την οποία ο τελευταίος προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του στο Δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας αγωγικού του ισχυρισμού του, περί του ότι αυτός κατά τον χρόνο του ατυχήματος έφερε προστατευτικό κράνος και ο προκληθείς τραυματισμός του στο κεφάλι του δεν οφείλεται στην μη χρήση αυτού.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως (16η επ. σελίδα αυτής), δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, για το ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και το παραπάνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά το γεγονός ότι δεν το μνημονεύει ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά.

Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Πλέον αυτών, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται αποκλειστικώς η ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019).

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022).

Τέλος, κατά το άρθρο 300 του Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να μην επιδικασθεί από το Δικαστήριο αποζημίωση στον ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της, απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως) και του επελθόντος αποτελέσματος.

Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος, διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα, επί συγκρούσεως αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας, οπότε εφαρμόζεται το κοινό δίκαιο (άρθρο 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 914 επ., 297, 298 και 300 του Α.Κ.) και θανατώσεως ή τραυματισμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας, η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος ή τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, που επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ.), λαμβάνεται υπ' όψη και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες σωματικές κακώσεις.

Αν από το είδος και τον τρόπο επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του θανόντος ή τραυματισθέντος η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου ή του τραυματισμού, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσεως του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (Α.Π. 1588/2014, Α.Π. 1550/2014, Α.Π. 1000/2013).

Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965, το δε τελευταίο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, ορίζονται τα εξής: "Επιφυλασσόμενης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ' όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του, δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν διά ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι' ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθεί διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ.

του ΙΚΑ". "Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές". Με το σύστημα αυτό καθιερώνεται η αυτόματη μεταβίβαση της απαιτήσεως αποζημιώσεως από τον παθόντα ασφαλισμένο στο ΙΚΑ [καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ήδη, δυνάμει του Ν. 4387/2016, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ)], στην έκταση που η αξίωση ανταποκρίνεται στις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές του.

Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του Ν. 1654/1986, σε περίπτωση σωματικής βλάβης από αυτοκινητικό ατύχημα (αδικοπραξία), με παθόντα ασφαλισμένο του Ι.Κ.Α., η κατά το άρθρο 929 εδάφ. α' του Α.Κ. αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά των υποχρέων λόγω αδικοπραξίας προσώπων, μεταβιβάζεται δυνάμει νομίμου εκχωρήσεως (υποκαταστάσεως) στο Ι.Κ.Α., κατά την έκταση της από μέρους αυτού οφειλής, λόγω του παθήματος στον ασφαλισμένο, ασφαλιστικών παροχών.

H έκταση της μεταβιβάσεως αυτής προσδιορίζεται με απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, κατά τους ορισμούς των άρθρων 2 και 3 του β.δ./τος 226/1973, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται, πλέον, να ζητήσει από τον υπόχρεο και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το Ι.Κ.Α., από τη σχέση κοινωνικής ασφαλίσεως, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 371/2021, Α.Π. 530/2019, Α.Π. 676/2017), χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξιώσεως του Ι.Κ.Α.

ως αποζημιώσεως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 530/2019, Α.Π. 666/2010). Η αξίωση, συνεπώς, που αποκτά το Ι.Κ.Α., σε περίπτωση τέτοιας αδικοπραξίας, έχει αντικείμενο, όχι την απόδοση των εξαιτίας των δαπανών του για ασφαλιστικές παροχές στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, αλλά την αποζημίωση καθ' αυτήν ή με μορφή ασφαλίσματος, που χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση θα δικαιούτο ο ίδιος ο παθών ασφαλισμένος να επιδιώξει για τη σωματική του βλάβη, στην έκταση της νόμιμης, ως προς την αντίστοιχη απαίτηση, διαδοχής (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 371/2021, Α.Π. 979/2019).

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο Ι.Κ.Α., κατά το χρόνο γενέσεώς της - χρόνο επελεύσεως της ζημίας (όπως π.χ. τραυματισμό), στην έκταση που το τελευταίο οφείλει παροχές στον παθόντα και ασφαλισμένο του, κατά την ειδική νομοθεσία που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 371/2021, Α.Π. 530/2019, Α.Π. 750/2018).

Δηλαδή, γένεση της αξιώσεως αποζημιώσεως κατά του υπόχρεου και μεταβίβαση αυτής στο Ι.Κ.Α. συμπίπτουν χρονικώς (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 1159/2017, Α.Π. 379/2012) και, συνεπώς, η υποκατάσταση αυτή ανατρέχει στο χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση αποζημιώσεως στον αρχικό δικαιούχο, δηλαδή στον χρόνο του ατυχήματος, η δε μεταγενέστερη αυτής έκδοση της αποφάσεως του Διοικητή του Ι.Κ.Α.

έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, καθορίζουσα απλώς το ποσό μέχρι του οποίου έχει επέλθει αυτοδικαίως η μεταβίβαση (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 470/2016). Ειδικότερα, το ακριβές ποσό των παροχών του Ι.Κ.Α. κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο. Τούτο θα εξαρτηθεί από μελλοντικά γεγονότα και, ιδίως, από την εξέλιξη της υγείας του παθόντος και την έκδοση της οικείας διοικητικής πράξεως από το αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α.

Για την μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως από τον παθόντα στο Ι.Κ.Α. απαιτείται και αρκεί μία, έστω και απομακρυσμένη δυνατότητα, ότι το Ι.Κ.Α., εξ αφορμής του ατυχήματος, θα καταστεί υπόχρεο προς καταβολή ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα. Κρίσιμο, συνεπώς, για την ως άνω μεταβίβαση είναι αν υπάρχει εις βάρος του Ι.Κ.Α.

υποχρέωση παροχής προς τον ασφαλισμένο του και όχι τι παρασχέθηκε ή πρόκειται να παρασχεθεί. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η μεταβίβαση της αξιώσεως αποζημιώσεως στο Ι.Κ.Α. δεν ολοκληρώνεται το πρώτον, όταν θα καταστεί βέβαιο το ακριβές ποσό των παροχών, τις οποίες θα καταβάλει το Ι.Κ.Α. στον παθόντα, καθόσον με τον τρόπο αυτόν προστατεύεται το Ι.Κ.Α.

έναντι του κινδύνου, που θα προέκυπτε από τη δυνατότητα του παθόντος να προβεί σε διάθεση της αξιώσεως αποζημιώσεως με συμβιβασμό, είσπραξη ή άλλο νόμιμο τρόπο (Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 750/2018, Α.Π. 379/2012, Α.Π. 1274/2009).

Εξάλλου, αρμόδιες να αποφασίσουν για το αν ο ασφαλισμένος είναι ανάπηρος, για το ποσοστό της αναπηρίας του και για τη διάρκεια αυτής από ιατρικής απόψεως, είναι οι υγειονομικές επιτροπές του Ι.Κ.Α. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πριν από την έκδοση της αποφάσεως της οικείας επιτροπής του Ι.Κ.Α. που καθορίζει την αναπηρία και το ποσοστό αυτής και πριν από την έκδοση της επακόλουθης πράξεως του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α.

που προσδιορίζει το ποσό της συντάξεως, δεν έχει γεννηθεί ακόμη η αξίωση του Ι.Κ.Α. κατά του υπόχρεου και ότι η παραγραφή αυτής αρχίζει το πρώτον από τον καθορισμό της συντάξεως κ.λπ. Τούτο, γιατί το Ι.Κ.Α. ασκεί κατά του υποχρέου την μεταβιβασθείσα σε αυτό αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος, η παραγραφή της οποίας αρχίζει υπό τους όρους του άρθρου 937 Α.Κ., δηλαδή αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Επειδή, όμως, η μεταβίβαση στο Ι.Κ.Α. της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, επέρχεται με τη γένεσή της, η γνώση των όρων του άρθρου 937 του Α.Κ. κρίνεται στο πρόσωπο του Ι.Κ.Α. ως του νέου φορέα της αξιώσεως. Η έκδοση της αποφάσεως του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α. που προσδιορίζει το ποσό της καταβλητέας συντάξεως στον ασφαλισμένο του - παθόντα, δεν αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, όρο για την γένεση το πρώτον της αξιώσεως του Ι.Κ.Α., αλλά έχει αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο Ι.Κ.Α.

αξιώσεως του παθόντος. Αντίθετη άποψη, που θα εξαρτούσε την γένεση της αξιώσεως αποζημιώσεως του Ι.Κ.Α. κατά του υποχρέου τρίτου (και του ασφαλιστή του) από την έκδοση της αποφάσεως του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α. (για τον καθορισμό της αναπηρίας και του ποσοστού της, καθώς και για τον προσδιορισμό της συντάξεως κ.λπ.), είναι αντίθετη προς το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, που καθορίζει το χρόνο μεταβιβάσεως της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος, την οποία (μεταβίβαση) συνδέει με τη γένεση της αξιώσεως (Α.Π. 1349/2021, ΑΠ 750/2018).

Εξάλλου, με τα άρθρα 17 και 28 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 στην θέση του Ι.Κ.Α. υποκαταστάθηκε ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Οι καταβαλλόμενες από τον ασφαλιστικό φορέα, Ι.Κ.Α. ή Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ασφαλιστικές παροχές προσδιορίζονται, οι μεν παρελθούσες και παρούσες με απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. μέχρι την 2-9-2011 και, εφεξής, με απόφαση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι δε μέλλουσες σε εφάπαξ ποσό με αναλογιστική μελέτη, το δε εκάστοτε ποσό καθεμίας αυτών, μέχρι την 31-12-2011, καθορίζονταν και εξειδικεύονταν με τις διάφορες επιμέρους διατάξεις νόμων και με τον Κανονισμό Ασθενείας του Ι.Κ.Α. (Α.Υ.Ε. 25078/1938, Φ.Ε.Κ. 112, τ. Β'), όπως εκάστοτε ίσχυε μετά από απόφαση του Δ.Σ. του, από 1-1-2012 δε και εφεξής με τον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (Υ.Α. Φ. 90380/25916/3294/31-10-2011, Φ.Ε.Κ. τ. Β' 2456/3-11-2011), όπως αυτός ισχύει από 1-1-2012 με το άρθρο 25 της ανωτέρω Υ.Α. και όπως τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμ. Φ. 90380/Οικ.32290/4456/29-12-2011 (ΦΕΚ τ. Β' 3008/29-12-2011), Φ. 90380/5383/738/10-04-2012 (ΦΕΚ τ. Β' 1233/-11-04-2012) και ...-2012 (ΦΕΚ τ. Β' 3054/18-11-2012) Υ.Α., με τις οποίες ορίζεται ο ετήσιος αριθμός εκτελέσεως διαφόρων ιατρικών πράξεων ανά ασφαλισμένο, εξετάσεων ή παρακλινικών τοιούτων, φυσικοθεραπειών, λογοθεραπειών κ.λπ. ή άλλων ιατρικών πράξεων, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το Δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού Δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως, όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 704/2017, Α.Π. 65/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1311/2016 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την μη χρήση προστατευτικού κράνους εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος με τις αιτούμενες δαπάνες (εξετάσεις από νευρολόγο, μαγνητικές τομογραφίες, εγκεφαλογραφήματα, αντιεπιληπτική αγωγή, φυσιοθεραπείες, εγχειρήσεις για τοποθέτηση ενδομυελικού ήλου, αφαίρεση συνοστεώσεως αντιβραχίου, υλικών μηριαίου και υλικών αντιβραχίου): "...Από τα γεγονότα ότι α) ο Σ.

Σ. υπέστη τις ανωτέρω περιγραφόμενες βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες κατέστη ανάπηρος και β) στον τόπο του ατυχήματος, όπως ρητά αναγράφεται στην από 17-3-2009 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος και το συνημμένο με ίδια ημερομηνία Σχεδιάγραμμα, ανευρέθησαν το σώμα του Σ. Σ. σε απόσταση 8 μ.

από το σημείο του ατυχήματος, η μοτοσικλέτα σε απόσταση 11 μ. και ένα κράνος σε απόσταση 20 μ. από το σημείο του ατυχήματος, και ανεξαρτήτως του ότι το κράνος έφερε φθορές, όπως ισχυρίζεται ο Σ. Σ., το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι ο ανωτέρω Σ. Σ. τη στιγμή του ατυχήματος δεν έφερε στην κεφαλή του δεμένο το ως άνω κράνος, γι' αυτό και τραυματίσθηκε τόσο βαριά στην κεφαλή, διότι το κράνος εκτοξεύτηκε από το σημείο της σύγκρουσης και ανευρέθη σε απόσταση 20 μέτρων από το σημείο αυτό και 12 μ.

μακριά από το σώμα του Σ. Σ., ενώ, αν αυτός έφερε κανονικά κράνος, το τελευταίο θα τον προστάτευε και Θα τον ακολουθούσε στην τελική θέση του σώματός του και δεν θα εκτοξεύονταν επί 20 μ., επίσης δε το παρόν δικαστήριο δεν πείθεται ότι αληθεύει ο ισχυρισμός του Σ. Σ. ότι έσπασε το λουρί του κράνους, γιατί τα κράνη είναι κατασκευασμένα με τέτοιες προδιαγραφές, ώστε να αντέχουν σε ισχυρές συγκρούσεις.

Βάσει των ανωτέρω, ο Σ. Σ. φέρει ποσοστό συνυπαιτότητας ως προς τη βαρύτητα του τραυματισμού του λόγω μη χρήσης κράνους, το οποίο ανέρχεται σε 20% ... Αντίθετα, τα αιτήματα των αγωγών του Σ. Σ. για αποζημίωση της δαπάνης του λόγω μελλοντικών εξετάσεων από νευρολόγο, μαγνητικών τομογραφιών, εγκεφαλογραφημάτων, αντιεπιληπτικής αγωγής, φυσιοθεραπειών, εγχειρήσεων για τοποθέτηση ενδομυελικού ήλου, για αφαίρεση συνοστεώσεως αντιβραχίου, υλικών μηριαίου και υλικών αντιβραχίου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα, γιατί καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ), ο οποίος και υποκαθίσταται στις σχετικές δαπάνες".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφενός μεν, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος και έκρινε αυτόν συνυπαίτιο κατά 20% στην έκταση του τραυματισμού του, αφετέρου δε, απέρριψε ως αβάσιμα τα αιτούμενα με τις δύο αγωγές του κονδύλια για μελλοντικές θεραπείες και επεμβάσεις και, συγκεκριμένα, για εξετάσεις από νευρολόγο, μαγνητικές τομογραφίες, συστηματική ενίσχυση των διανοητικών λειτουργιών και νευροψυχολογική θεραπεία, νευροφυσιολογικό έλεγχο, εργοθεραπείες, λογοθεραπείες, συστηματική αντιεπιληπτική αγωγή, εγκεφαλογραφήματα, φυσιοθεραπείες, εγχειρήσεις για τοποθέτηση ενδομυελικού ήλου και για αφαίρεση συνοστεώσεως αντιβραχίου, υλικών μηριαίου και υλικών αντιβραχίου, με το αιτιολογικό ότι οι δαπάνες αυτές καλύπτονται από το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικό φορέα του αναιρεσείοντος.

Υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά, το Εφετείο δεχθέν την περί συνυπαιτιότητας ένσταση του τραυματισθέντος αναιρεσείοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, για το λόγο ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300 του Α.Κ.

και 12 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων. Ειδικότερα, εξέθεσε πλήρως τα περιστατικά, από τα οποία καθίσταται σαφές ότι ο παθών αναιρεσείων κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας του, το χρόνο του ατυχήματος, δεν έκανε χρήση προστατευτικού κράνους διαλαμβάνοντας, συγκεκριμένα, ότι ο τελευταίος, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, δεν είχε δεμένο το προστατευτικό κράνος, γεγονός το οποίο προκύπτει από το ότι, μετά τη πρόσκρουση του σώματος του αναιρεσείοντος επί του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, το μεν σώμα του βρέθηκε σε απόσταση 8 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος, το δε κράνος του σε απόσταση 20 μέτρων από το εν λόγω σημείο, ήτοι σε απόσταση 12 μέτρων από το σώμα του αναιρεσείοντος και ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη στο κεφάλι του, θα είχαν αποφευχθεί, αν αυτός φορούσε προστατευτικό κράνος.

Παρεπομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και την υπαγωγή των παραπάνω δεκτών γεγονότων σ' αυτές, η δε περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, καθό μέρος αποδίδεται η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο ίδιος, ως άνω αναιρετικός λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού που αφορά τις προαναφερθείσες αιτούμενες μελλοντικές δαπάνες του αναιρεσείοντος, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Και τούτο, διότι το Εφετείο, με δεδομένο ότι, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, έχει τεθεί περιορισμός στον αριθμό των εξετάσεων, που μπορεί να υποβληθεί κάθε ασφαλισμένος του Ι.Κ.Α.

ή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, όφειλε να προσδιορίσει τις συγκεκριμένες εξετάσεις κ.λπ. από τις αιτούμενες, στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί ο αναιρεσείων στο επίδικο χρονικό διάστημα και ανά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το κόστος καθεμίας αυτών, ώστε να προκύψει, κατ' αρχήν, ποιες από αυτές καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα και, ακολούθως, ποιες από αυτές υπερβαίνουν τον καθορισθέντα αριθμό αυτών και με κριτήριο τον τεθέντα χρονικό περιορισμό για κάθε είδος εξετάσεως.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που ο αναιρεσείων κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 1-3-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1311/2016 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1311/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ