Supreme Court dismisses appeals against Athens Municipality and State regarding land ownership evidence validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by the Athens Municipality and the State against a lower court ruling on land ownership. The appellants argued that specific historical government codes lacked clear evidentiary value and were not properly authenticated as public documents. The court rejected this claim, stating that the lower court exercised its free evaluation of evidence rather than arbitrarily assigning it legal weight, and that the documents constituted full proof under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438, 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The court's free evaluation of evidence does not constitute an error of law when it does not attribute greater or lesser probative force than the law mandates to specific documents, provided the documents are public records issued by officials within their jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1328 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1328/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων ΟΤΑ α' βαθμού, εδρεύοντος στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Καϊτανίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ,2. Εκκλησίας της Ελλάδος (ΝΠΔΔ), εδρεύουσας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Πωβαρέτο και Ιωάννη Σούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Β.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Αθηναίων ΟΤΑ α' βαθμού εδρεύοντος στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Καϊτανίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ,2. Εκκλησίας της Ελλάδος (ΝΠΔΔ), εδρεύουσας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Πωβαρέτο και Ιωάννη Σούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2004 αγωγή του Δήμου Αθηναίων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4612/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4397/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-8-2014 και την από 24-8-2014 αίτησή τους αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε τις από 26-2-2018 και 22-3-2019 εκθέσεις του με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3/4/2019) συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 19/8/2018 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Αθηναίων και η από 15/8/2014 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, που στρέφονται αμφότερες κατά της 4397/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης: Ο ενάγων Δήμος Αθηναίων με την από 5.4.2004 και με αριθ. εκθ. κατ. 2429/2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθετε ότι αυτός είναι νομέας και κάτοχος της αναλυτικά περιγραφόμενης κατά θέση, έκταση και όρια εκτάσεως και ότι κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου ΝΠΔΔ με την ονομασία "Εκκλησία της Ελλάδος" εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3560/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικοί μέτρων, με την οποία αυτό (εναγόμενο) αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας της επίδικης εκτάσεως, διατάχθηκε η αποβολή του ίδιου από αυτή;
καθώς και η απόδοσή του στο εναγόμενο. Ότι η ασκηθείσα υπ' αυτού έφεση κατά της άνω αποφάσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 6209/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι σε εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως αποβλήθηκε από την επίδικη έκταση δυνάμει της υπ' αριθ. 954/19.3.2001 εκθέσεως βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Γ.. Κ., Τέλος, ότι με τις ανωτέρω ενέργειες του εναγομένου αμφισβητείται το δικαίωμα νομής του επί του επιδίκου και τελεί έτσι σε αβεβαιότητα. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα νομής του επί του επιδίκου και η κατοχή του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του αποδώσει τη νομή και την κατοχή αυτού, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 987 ΑΚ και, επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 4612/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία, αφού εκτιμήθηκε ότι ζητείται η αναγνώριση της νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου και η υποχρέωση αποδόσεως της, απορρίφθηκε ως αβάσιμη αγωγή, διότι έγινε δεκτό ότι ο ενάγων επί του επιδίκου δεν απέκτησε δικαιώματα νομής, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 7.11.2006 έφεσή του, με τους λόγους της οποίας παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του. Περαιτέρω, ο εκκαλών Δήμος Αθηναίων άσκησε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την από 17.7.2008 ανακοίνωση δίκης, την οποία απηύθυνε προς το Ελληνικό Δημόσιο και ανακοίνωσε σ' αυτό τη δίκη, που, κατά τα παραπάνω, έχει ανοιγεί μεταξύ αυτού και του νπδδ "Εκκλησία της Ελλάδος".
Η ανακοίνωση αυτή της δίκης, ασκούμενη το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Εφετείου Αθηνών άσκησε την από 17.9.2009 και με αριθ. εκθ. κατ. 673/2009 κυρία παρέμβασή του, την οποία απηύθυνε κατά των παραπάνω διαδίκων (ενάγοντος- εκκαλούντος και εναγομένου-εφεσιβλήτου) και ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτό κύριος και νομέας του επιδίκου ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι αυτό περιλαμβάνεται στην έκταση των 179.345 τ.μ.
που αποτελεί δημόσιο (διακατεχόμενο) δάσος, και κατά τεκμήριο, συνεπώς, ανήκει στην κυριότητά του, κατ' άρθρο 62 § 1 του ν. 998/1979, την οποία έχει παραχωρήσει κατά χρήση στον ενάγοντα- εκκαλούντα, Δήμο Αθηναίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 45 και 54 §§ 1 και 3 του ν. 998/1979 και σύμφωνα με τους όρους των υπ' αριθ. 152821/3142/13.7.1984 και 73722/761/10.3.1987 αποφάσεων παραχωρήσεως του Υπουργού Γεωργίας, με αποκλειστικό σκοπό την εγκατάσταση και λειτουργία κατασκηνώσεων και ότι, ειδικότερα, η ευρύτερη έκταση περιήλθε σ' αυτό:
α) δυνάμει της από 9.7.1832 Συνθήκης ης Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και την από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αφού αυτή, χαρακτηριζόμενη ως δασική, ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, άλλως ανήκε σε οθωμανούς και κατελήφθη από αυτό κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας, και δημεύτηκε, άλλως είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους της οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, β) άλλως, δυνάμει των διατάξεων του, ισχύ νόμου έχοντος, από 17.1 1.1836 Β.
Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", καθόσον πριν από την έναρξη και κατά την έναρξη ισχύος του Δ/τος αυτού, η ευρύτερη έκταση ήταν δάσος και ουδείς, μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, προσήγαγε τίτλους ιδιοκτησίας τους (ταπί) για την αναγνώριση της κυριότητάς τους από την "επί των Οικονομικών Γραμματεία", οπότε, έκτοτε, παρέμεινε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, γ) άλλως, δυνάμει των διατάξεων του, ισχύ νόμου επέχοντος, από 3/15 Δεκεμβρίου 1 833 Β.
Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εμμέσου φόρου", καθόσον η ευρύτερη έκταση αποτελούσε βοσκότοπο ή λειβάδι και ουδείς κατείχε ή εμφάνισε έγγραφο (ταπί) περί των δικαιωμάτων του επ' αυτής, δ) άλλως, διότι ήταν αδέσποτη και ε) άλλως, δυνάμει τακτικής, βάσει των άνω τίτλων άλλως δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας, ως εκ της από της Απελευθερώσεως του ελληνικού κράτους συνεχούς με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ασκήσεως κάθε είδους πράξεων νομής, όπως φύλαξη, λήψη δικαστικών μέτρων χαρτογράφηση .αναδασώσεις εκμισθώσεις παραχωρήσεις κλ.π.
Η κύρια αυτή παρέμβαση κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη .Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια παρέμβαση .δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Α. Επί της αιτήσεως του Δήμου Αθηναίων:
1.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).Για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται να αναφέρεται, πλέον των άλλων ,η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, δηλαδή .ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου( Ολ. ΑΠ 18/2005), σε κάθε δε περίπτωση, να περιγράφονται οι διατάξεις που παραβιάσθηκαν κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφιβολία (Διοικητική Ολομέλεια ΑΠ 14/2010).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 παρ. 1, 987, 989 ΑΚ προκύπτει ότι η προσβολή της νομής, δηλαδή, της φυσικής εξουσίας προσώπου πάνω σε πράγμα η οποία ασκείται με διάνοια κυρίου, αν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη βούληση του νομέα, παρέχει αγωγή στο νομέα, που τείνει σε αποκατάσταση της πριν από την προσβολή καταστάσεως.
Προσβολή της νομής αποτελεί κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα που επάγει είτε αποβολή του νομέα εκ της νομής είτε διατάραξη του νομέα στην άσκηση της νομής του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 997 ΑΚ σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ αυτήν έχει κατά τρίτων της αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση.
Όπως προκύπτει από την τελευταία ως άνω διάταξη για την κατ' αυτήν προστασία του κατόχου έναντι τρίτων απαιτείται να έχει αποκτήσει αυτός την κατοχή του πράγματος από το νομέα, ήτοι δια παραδόσεως με τη βούληση του νομέα, δυνάμει ορισμένης μεταξύ των ενοχικής σχέσεως η οποία απαιτείται να είναι έγκυρη και ισχυρή.
Στην περίπτωση που υπάρχει από τρίτον παράνομη διατάραξη ή αποβολή από τη νομή, παράλληλα με το νομέα ,ο κάτοχος έχει κατά του τρίτου της αγωγές της νομής. Αίτημα της αγωγής του κατόχου σε περίπτωση παράνομης αποβολής από τη νομή είναι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε απόδοση της κατοχής του πράγματος στον ενάγοντα ή σε απόδοση της νομής του πράγματος στον νομέα (ΑΠ 306/2004, ΑΠ 1127/2001) ,υπό την προϋπόθεση όμως ότι η διατάραξη ή αποβολή έγινε από τον τρίτο και όχι από το νομέα ,έναντι του οποίου προστατεύεται ο κάτοχος με τις αγωγές από την ενοχική σχέση (ΑΠ 319/1966).Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η σώρευση αγωγών του άρθρου 987 ΑΚ και 997 ΑΚ, γιατί ο κάτοχος (που δεν έχει τη διάνοια κυρίου δεν είναι νομέας) δεν μπορεί να ασκήσει την αγωγή απόδοσης της νομής σε περίπτωση αποβολής του από τη νομή και να ζητήσει την απόδοση της νομής σε αυτόν.
3.Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Επίδικο είναι μια έκταση εμβαδού 14.088,73 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Ανδρέας" της περιοχής του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, εμφαίνεται στο υπ' αριθ. 3164 με ημερομηνία Σεπτέμβριος 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Τμήματος Τοπογραφικού της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, περιμετρικά με τα στοιχεία α, Β, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, Ρ, π, μ, ν, ξ, ο, α και συνορεύει βόρεια σε πλευρά β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, Ρ μήκους μέτρων (13,32 + 24,40 + 12,27 +7,77 + 12,61 + 10,87 + 12,73 + 16,00) 109,9.7 μ., με παραλιακή δημόσια ασφαλτοστρωμένη οδό Αγίου Ανδρέα- Ν.
Μάκρης, νοτιοδυτικά με πλευρά αβ μήκους μέτρων (104,30 + 109,40) 213,70 με τις παιδικές κατασκηνώσεις του εκκαλούντος-καθού η κύρια παρέμβαση, Δήμου Αθηναίων, νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους μέτρων 130,09 με δημόσια ασφαλτοστρωμένη οδό, που συνδέει τη Λεωφόρο Αθηνών - Μαραθώνος με τον Άγιο Ανδρέα Αττικής και βορειοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ΡΠμνξο μήκους μέτρων (10,98 + 22,60 + 36,23 + 18,74 + 23,73) 1 12,28 μ.
με ιδιοκτησίες αγνώστων. Η έκταση αυτή αποτελείται από δύο τμήματα και συγκεκριμένα από το υπό στοιχεία αΒβγδεζηθιυλμνξοα τμήμα του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, έκτασης 13.135 τμ. και το υπό στοιχ. ιυλμΠΡι τμήμα του αυτού ως άνω διαγράμματος, έκτασης (953,73 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει κεραμοσκεπές κτίσμα διαστάσεων 8,75 x 1 1,90 μ.
Οι άνω εδαφικές εκτάσεις περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση στην άνω θέση (Άγιος Ανδρέας, όπου ο εκκαλών-καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμος Αθηναίων, διατηρεί παιδικές κατασκηνώσεις. Ειδικότερα, το πρώτο τμήμα των 13.135 τ.μ. περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση των 178.515 στρεμμάτων, η οποία παραχωρήθηκε σ' αυτόν κατά χρήση και χωρίς αντάλλαγμα με αποκλειστικό σκοπό την εντός αυτής εγκατάσταση και λειτουργία κατασκηνώσεων, δυνάμει της υπ' αριθ. 152821/3 142/13.7.1 984 αποφάσεως του Υφυπουργού Γεωργίας, Στάθη Γιώτα και προς υλοποίησή της υπογράφηκε σχετικώς το από 30.7.1984 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής.
Περαιτέρω, το δεύτερο τμήμα 820 τ.μ., και κατά νεώτερη καταμέτρηση 953,73 τ.μ. παραχωρήθηκε ομοίως στον εκκαλούντα-καθού η κυρία παρέμβαση συμπληρωματικά κατά χρήση και για αόριστο χρονικό διάστημα με αποκλειστικό σκοπό η κάλυψη λειτουργικών αναγκών των συνεχομένων κατασκηνώσεων αυτού, δυνάμει της υπ' αριθ. 73.722/761/10.3.1987 αποφάσεως του Υφυπουργού Γεωργίας, Κ.
Τσιγαρίδα. Η παραχώρηση των άνω εκτάσεων από το Ελληνικό Δημόσιο εκκαλούντα-καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμο Αθηναίων, κατά χρήση και προς εξυπηρέτηση του άνω σκοπού, έγινε, όπως στις άνω υπουργικές αποφάσεις αναφέρεται, διότι πρόκειται περί δάσους, το οποίο από ιδιοκτησιακής απόψεως διαχειρίζεται ως κατά τεκμήριο δημόσιο (διακατεχόμενο).
Στις ίδιες δε αποφάσεις αναφέρεται (στην πρώτη ρητά και στη )δεύτερη μετά παραπομπή στους όρους της πρώτης) ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν φέρει ευθύνη για τυχόν εκνίκηση αυτών των εκτάσεων από μέρους τρίτων. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μέρος της άνω παραχωρούμενης κατά χρήση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου εκτάσεως των 178,525 και συγκεκριμένα 165,390 στρέμματα προέρχεται κατά 150 στρέμματα από αναγνωριστική απαλλοτρίωση υπέρ του εκκαλούντος-καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμου Αθηναίων, δυνάμει της υπ' αριθ. 103715/7.1 1.1959 της αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ τ.
Δ' 24/2.12.1959)j με την οποία εγκρίθηκε η υπ' αριθ. 60/1957 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού για την αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεως ανήκουσας στον ΟΔΕΠ για την ανέγερση επ' αυτής των δημοτικών κτιρίων προς εγκατάσταση των παιδικών κατασκηνώσεων, για την οποία, σημειωτέον, έχει παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η καθορισθείσα με την υπ1 αριθ. 832/1961 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως και συνολικά το ποσό του 1.0050.000 δραχμών υπέρ του αναγνωρισθησομένου δικαιούχου, με το υπ' αριθ. 70396/3.8.1961 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και έχει δημοσιευθεί στο υπ' αριθ. 95/23.8.1961 ΦΕΚ τ.
Δ, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει εισπραχθεί, ενώ κατά 15.390 τμ. προέρχεται από παραχώρηση από τον ΟΔΕΠ με το υπ' αριθ. 2996/1462/21.4.1983 έγγραφο του. Από αυτά προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 15.2821/3142/13.7.1984 απόφασή του Υφυπουργού Γεωργίας, Στάθη Γιώτα, παραχωρήθηκε στον εκκαλούντα-καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμο Αθηναίων, κατά χρήση, πέραν της άνω απαλλοτριωθείσας εκτάσεως των 150 στρεμμάτων και της εκτάσεως των 15.390 τ.μ., και έκταση 13.135 τ.μ.
που αποτελεί το πρώτο τμήμα του επιδίκου (150.000+ 15.390 +13.135 = 178.515 τ.μ.). Περαιτέρω, ενόψει του ότι δημιουργήθηκε διένεξη σχετικά με το επίδικο αυτό τμήμα, μεταξύ του εκκαλούντος-καθού η κυρία παρέμβαση και του ΟΔΕΠ, ως διαχειριστή τότε της εκποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης, αυτοί προήλθαν σε συμφωνία, βάσει της οποίας ο εκκαλών-καθού η κυρία παρέμβαση αποδέχθηκε να του παραχωρήσει ο τελευταίος το τμήμα αυτό, όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α'-Η'-Ζ'-Ν'-Γ-Κ'-Λ'-Α' στο υπ' αριθ.
Ζ
ΙΙα/11.9.1984 τοπογραφικό διάγραμμα του ΟΔΕΠ, μετά του εντός αυτού υπάρχοντος παλαιού κτίσματος, αντί του συμβολικού τιμήματος του 1000000 δραχμών, που θα καταβαλλόταν κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, οπότε θα γινόταν ταυτοχρόνως και η παράδοση του παραχωρουμένου ως άνω τμήματος και θα καταργείτο η μεταξύ τους εκκρεμούσα αντιδικία, η οριστική δε σύμβαση θα καταρτιζόταν μετά την άρση του δασικού χαρακτήρα του ακινήτου.
Το άνω όμως προσύμφωνο ουδέποτε υπογράφηκε και συνεπώς ουδέποτε παραδόθηκε το άνω ακίνητο από τον ΟΔΕΠ στον εκκαλούντα-καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμο Αθηναίων. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι στον εκκαλούντα- καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμο Αθηναίων, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Υφυπουργού Γεωργίας παραχωρήθηκε μόνον η χρήση που επιδίκου και υπό τους αναφερόμενους σ' αυτές όρους και συνεπώς οι πράξεις, που αυτός διενεργούσε σ' αυτό, στα πλαίσια λειτουργίας των παιδικών κατασκηνώσεών του, ήταν απλώς πράξεις φυσικού εξουσιασμού, χωρίς να έχει αποκτήσει διάνοια κυρίου.
Ούτε, εξάλλου, μπορεί να συναχθεί το αντίθετο από την υπ' αριθ. 3641/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί εφέσεως αυτού (εκκαλούντος-καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμου Αθηναίων) κατά του μισθωτή Χριστοδούλου Βρίγκα, χώρου, ευρισκομένου εντός του χώρου των κατασκηνώσεων για τη χρήση του ως κυλικείου και της υπ' αριθ. 3409/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δικάσει επί ανακοπής του τελευταίου κατά ταμειακών βεβαιώσεων σε βάρος του για την πληρωμή συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, λόγω μη αποδόσεως του μισθίου κατά τη λήξη της μισθώσεως, εκ του λόγου ότι αυτός, κατά τις παραδοχές της άνω αποφάσεως, είχε εκμισθώσει στο Χ.
Β. τον άνω χώρο, και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι η εκμίσθωση δεν πραγματοποιείται μόνον από το νομέα, με την παραπάνω απόφαση έγινε δεκτό ότι η εκμισθωσθείσα έκταση δεν βεβαιώθηκε ότι περιλαμβάνεται στην έκταση της οποίας προσωρινός νομέας έχει αναγνωρισθεί η εφεσίβλητη- καθής η κυρία παρέμβαση, Εκκλησία της Ελλάδος, ήτοι στην επίδικη.
Παράδοση δε του επιδίκου στον εκκαλούντα- καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμο Αθηναίων, από τον ΟΔΕΠ, στα πλαίσια της προαναφερόμενης συμφωνίας, ουδέποτε έλαβε χώρα. Κατ' ακολουθίαν ο εκκαλών- καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμος Αθηναίων, δεν απέκτησε δικαίωμα νομής επί του επιδίκου, με βάση τις παραπάνω υπουργικές αποφάσεις, αφού αυτός κατείχε αυτό μόνον κατά χρήση και όχι με διάνοια κυρίου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι ο εκκαλών ήταν κάτοχος του επιδίκου, διενεργώντας απ' αυτού απλώς πράξεις φυσικού εξουσιασμού, χωρίς να έχει αποκτήσει διάνοια κυρίου και απέρριψε την αγωγή, περί αποβολής από τη νομή, που είχε ασκήσει αυτός κατά του εφεσιβλήτου, επικαλούμενος ότι ήταν νομέας αυτού, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την άνω παραδοχή, ότι, δηλαδή, ο εκκαλών ήταν απλώς κάτοχος του επιδίκου, δεν θα μπορούσε να διατάζει την απόδοση της νομής σ' αυτόν ως λαβόντα την κατοχή παρά του νομέως, κατ' άρθρο 997 ΑΚ, διότι αυτός την αγωγή, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτή, την άσκησε ως νομέας. Η αναφορά δε στην αγωγή, πέραν του ότι είναι νομέας του επιδίκου, ότι είναι και κάτοχος αυτού, ή ότι έλαβε, πέραν της νομής, και την κατοχή και χρήση του επιδίκου, γίνεται στα πλαίσια προσδιορισμού της ιδιότητας του κατόχου και της κατοχής ως στοιχείων της νομής και όχι για τον προσδιορισμό της κατοχής υπό την έννοια της εννόμου σχέσεως, βάσει της οποίας, κατ1 άρθρο 997 ΑΚ, ο κάτοχος κατέχει το επίδικο και ζητεί την προστασία έναντι τρίτων, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.
Εξάλλου, από το ιστορικό και αίτημα της αγωγής, δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ότι ο εκκαλών ζήτησε την προστασία του ως νομέα, ασκώντας την αγωγή περί αποβολής, κατ' άρθρο 987 ΑΚ, αλλά και την προστασία του ως κατόχου, ασκώντας την εκ του άρθρου 997 ΑΚ αγωγή, καθόσον η άσκηση των δύο αυτών αγωγών σωρευτικά και όχι επικουρικά είναι απαράδεκτη, λόγω ύπαρξης αντίφασης μεταξύ τους, διότι ο εκκαλών είτε απέκτησε τη νομή είτε την κατοχή από το νομέα βάσει εννόμου σχέσεως.
Το πρωτοβάθμιο επομένως, δικαστήριο, που εκτίμησε ότι ο εκκαλών άσκησε την αγωγή περί αποβολής από τη νομή του επιδίκου σύμφωνα με το άρθρο 987 ΑΚ και συνεπώς όχι την εκ του άρθρου 997 ΑΚ αγωγή προστασίας του κατόχου έναντι τρίτων, δεν έσφαλε και ο 2ος λόγος της εφέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, απορριπτέα ως αβάσιμη είναι και η έφεση στο σύνολο της". 4.Με
την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προμνησθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, αυτές των άρθρων 987 και 997 ΑΚ, καθόσον με τις πραγματικές παραδοχές ότι ο ενάγων δεν κατείχε ως νομέας με διάνοια κυρίου κατά το χρόνο της αποβολής το επίδικο και ότι με βάση το αγωγικό αίτημα δεν ήταν δυνατή η απόδοσης της νομής στον ίδιο ως κάτοχο (και όχι στον νομέα του επιδίκου)δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, ούτε και τη διάταξη του άρθρου 997 ΑΚ ενόψει του ότι δεν υφίσταται αγωγικό αίτημα απόδοσης της κατοχής του επιδίκου στον ενάγοντα με την ως άνω ιδιότητα (κατόχου). Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για τις άνω πλημμέλειες και πρέπει να απορριφθεί.
5. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 977AK (που αφορά ειδικότερο τρόπο παράδοσης της νομής) αλυσιτελώς προβάλλεται ενόψει της παραδοχής ότι ο ενάγων-αναιρεσείων δεν ήταν νομέας, αλλά απλός κάτοχος χωρίς διάνοια κυρίου της επίδικης έκτασης.
Β) Επί της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου:
1. Επειδή με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος, που είχε ισχύ νόμου.
Ο ορισμός της έννοιας του δάσους, κατά το Ελληνικό δίκαιο, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών" (ήτοι εδαφική έκταση, καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, η οποία προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνθείς ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις επικαλούμενες από αυτά λειτουργίες (ήτοι προσθήκη πέραν της οικονομικής και της οικολογικής λειτουργίας τους) από τις διατάξεις των άρθρων 57 του ν. 3077/1924, 45 του ν. 4173/1929 (όπως τροπ.
με τα άρθρα 9 του αν 3/1935 και 1 του αν 857/1937), 1 του νδ 69/1969 και 3 του ν. 998/1979, ενώ οι πρόσθετες προϋποθέσεις που απαιτήθηκαν για τον χαρακτηρισμό του δάσους με το άρθρ. 1 του Ν. 3208/2003 έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις υπ αριθμ. 32/2013 και 34/2013 της Ολ.ΣτΕ. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΒΔ της 17/29.11.1836 συνάγεται ότι για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά τη διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου Β.Δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Τα δάση για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι ή υποβλήθηκαν, αλλά είτε δεν κρίθηκαν, είτε κρινόμενοι μη νόμιμοι ή άκυροι κλπ εκκρεμεί συνεπεία τούτου, η διαφορά στα δικαστήρια ή δεν έγινε σ' αυτά προσφυγή, χαρακτηρίζονται ως "διακατεχόμενα". Ο "διακάτοχος" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, που πρέπει να ερμηνευθούν, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του ΒΡΔ, οι οποίες αναφέρονται στη "διακατοχή" συνήθως υπό την έννοια της νομής και του άρθρου 22 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπου η διακατοχή καθιερώνεται ως δικαίωμα, αντίστοιχο με εκείνο της νομής του Αστικού Κώδικα, ο διακάτοχος είναι νομέας και όχι κάτοχος του διαφιλονικούμενου δάσους.
Ως "διακατεχόμενα" προσέτι, χαρακτηρίζονται ορισμένα δάση από τους δασικούς κώδικες του ν. 4173/1929 (άρθρα 62, 93, 105, 107, 108, 131) αν. 2204/1940 (άρθρο 5), ν.δ.86/1969 (άρθρα 156, 163 ν. 998/1979 (άρθρο 7) υπό άλλη ή υπό ασαφή συχνά έννοια (ΣτΕ 484/2014). Σε τέτοια δημόσια μεν, αλλά διακατεχόμενα δάση ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από τους διακατόχους - νομείς αυτών ιδιώτες, ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως δήμος, μοναστήρια κλπ, όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο, αγροτικό ή αστικό κτήμα, σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ BP δίκαιο (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) με έκτακτη χρησικτησία.
Οι προϋποθέσεις αυτής ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια, με καλή πίστη. Πράξεις νομής είναι οι εμφανείς και συνεχείς πράξεις που εκδηλώνουν τη βούληση εξουσιάσεως του νομέα πάνω στο ακίνητο, ήτοι με διάνοια κυρίου, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις.
Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων (ν. 8 παρ. 1/8 κωδ. (7.3) ν. 9 § 1 πανδ (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4), ν.6 παρ. 1 πανδ (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ (23.3) ν. 20 παρ. 12 πανδ (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1) 10.15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 3 και 5 παρ. 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7, 4 παρ. 1 πανδ (51.4).
Την ύπαρξη καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στη διαδικασία του άρθρου 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα.
Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 11.9.2015, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.
της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση, μέχρι και την 11.9.1915, έκτακτης χρησικτησίας επί δασικής εκτάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε κατ'αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ.86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι, επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής, ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής, ότι το Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει κύριος όλων των δασών της χώρας, τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά και ότι μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτή ως διακατοχική πράξη.
Εξ αντιδιαστολής, βέβαια ,συνάγεται ότι, οι από της 11.9.1915 και εφεξής πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος δεν είχαν καμία αξία ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση κυριότητας, δεδομένου ότι, εάν δεν έχει επέλθει αυτή μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία (11.9.1915) δεν δύναται να συμπληρωθεί ο προς χρησικτησία χρόνος και να αποκτηθεί κυριότητα κατά τον μετέπειτα χρόνο.
Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση .συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 9/2016).
Ο ίδιος λόγος είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. .Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά : "Περαιτέρω όπως έχει προαναφερθεί, η παραχώρηση της χρήσεως των δύο τμημάτων του επιδίκου υπό του Ελληνικού Δημοσίου προς τον εκκαλούντα- καθού η κυρία παρέμβαση, Δήμο Αθηναίων, έγινε διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, επρόκειτο περί δημοσίου (διακατεχομένου) δάσους, ήτοι περί δάσους που, κατά τεκμήριο, ανήκε στην κυριότητά του, διότι ουδείς προσήγαγε μέσα στην προβλεπόμενη από το από 17.1 1.1836 ΒΔ "περί ιδιωτικών δασών" προθεσμία τίτλους ιδιοκτησίας (ταπί) για την αναγνώριση της κυριότητάς τους από την "επί των Οικονομικών Γραμματεία".
Σημειώνεται δε ότι από όλα τα διάδικα μέρη συνομολογείται ότι το επίδικο είναι δάσος. Από τα ίδια όμως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου κτήματος της Ιεράς Μονής Πεντέλης, ονομαζόμενου "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι", εκτάσεως 3.500 χιλιάδων στρεμμάτων, το οποίο περιελάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες, συνορευόμενο Ανατολικά από τη Ραφήνα μέχρι το χωριό Νέα Μάκρη στη θέση Πλαίσια ή Πλέστι με θάλασσα, βόρεια με την κορυφογραμμή του Πεντελικού όρους, νότια με τις θέσεις "Γαργητός", "Κάντζα", - "Χαρβάτι", "Ντράφι" και "Πικέρμι" και με την οδό Μεσογείων μέχρι Ραφήνα και δυτικά με τα όρια της ιδιοκτησίας της Μονής Πετράκη στις τοποθεσίες Κοκκιναράς και Παλαιός Αγιος Ιωάννης (Παληάγιαννης) και με το δρόμο από το Μαρούσι προς Μεσόγεια, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων Πηγή Μελισσιών, Μελίσσια, Αγία Μαρίνα και Βριλήσσια.
Η Ιερά Μονή Πεντέλης απέκτησε το μείζον αυτό κτήμα κατά το έτος 1600 περίπου από έναν Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοραπωλησίας, οι οποίοι όμως καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και εξούσιαζε τούτο έκτοτε συνεχώς μέχρι την 11-9-1915 αλλά και πέραν αυτής, με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του διακατοχικές πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή επιφύλαξη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα δε, με τα αρμόδια όργανά της επέβλεπε και προστάτευε τούτο από επεμβάσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξή του, δημοπρατούσε την υλοτομία των δένδρων του, συνέλεγε τη ρητίνη από τα πεύκα ή εκμίσθωνε το δικαίωμα ρητινοσυλλογης σε τρίτους, ενώ εκμεταλλευόταν τις βοσκήσιμες και καλλιεργούμενες, κυρίως με αμπέλια εκτάσεις του, εκμισθώνοντας αυτές σε βοσκούς και καλλιεργητές αντίστοιχα, έχοντας πάντοτε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και νεμόμενη ως κυρία το εν λόγω ακίνητο, δεν προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί τούτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή μέρος του).
Συγκεκριμένα: 1) με τα υπ' αριθμ. 16204/1867, 16630/1867, Ο 19103/1869, 20622/1870 συμβόλαια του συμ/φου " Αθηνών Αργυρ. Πέππα, τα υπ' αριθμ. 14971/1871, 18852/1873, 21461/1874 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αντωνιάδη, το υπ' αριθμ. 18207/1876 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδη η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε σε τρίτους τη ρητινοσυλλογή από τα πεύκα, τη χορτονομή, το δικαίωμα βοσκής των λειβαδιών και της παραγωγής καυσοξύλων από το κτήμα "Χεροτσακούλι" και πώλησε τα καυσόξυλα, 2) με το υπ' αριθμ. 213/26.1 1.1886 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Βουζίκη, μετά από πλειοδοτική δημοπρασία, η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Ν.
Β. τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 3) με το υπ' αριθμ. 23476/1894 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Καλλιοντζή η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στο Μ. Σ. τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού Πεντέλης" για ρητινοσυλλογή, 4) με το υπ' αριθμ. 3797/1900 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μπουρνιά η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε με δημοπρασία στο Μ.
Σ. τα κτήματα "Πεντελικό", "Καλήσια", "Χεροτσακούλι" και "Νταού", 5) με το υπ' αριθμ. 21280/1909 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Μπουρνιά η Μονή Πεντέλης εκμίσθωσε στους Κ. Σ., Β. Π. και Ν. Κ. ακίνητο κτήμα με την ονομασία "Πεντελικό", "Καλήστα", "Χεροτσακούλι" και Νταού 6) με τα υπ' αριθ. 16786/1876, 18055/1876, 21339/1878 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρύδου τα υπ' αριθ. 1881/1879, 8616/1885 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κολλιοντζή και τα υπ' αριθ. 5963/1881, 9357/1884 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντ.
Μπουνιά η Μόνη Πεντέλης εκμίσθωσε σε τρίτους το δικαίωμα βοσκής από το κτήμα "Χεροτσακούλι" και 7) με τα υπ' αριθ. 26161/1896, 27937/1898 και 9287/1898 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Δημ. Κολλιοντζή και Η. Κουρκούλια η Μόνη Πεντέλης εκμίσθωσε τη χορτονομή του άνω κτήματος σε τρίτους. Τις πράξεις δε αυτές τα αρμόδια όργανα της Ιεράς Μονής Πεντέλης ενεργούσαν για λογαριασμό της με διάνοια κυρίας, έχοντας τη θέληση να εξουσιάζει και εκμεταλλεύεται ολόκληρο το παραπάνω μείζον ακίνητο ως ιδιοκτήτρια.
Εξάλλου, λόγω της προαναφερόμενης καταστροφής των τίτλων αγοράς του μείζονος ως άνω ακινήτου από τη Μονή Πεντέλης, με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως συντάχθηκαν τα έτη 1836 και 1837 ως "μαρτυρικά" έγγραφα οι δύο Κώδικες που σώζονται μέχρι σήμερα. Μάλιστα, ο ένας από αυτούς θεωρήθηκε το Φεβρουάριο του έτους 1836 από τον Επαρχιακό Διευθυντή Αττικής και έχουν αξία ως αποδεικτικά στοιχεία, όσον αφορά τις εκτάσεις που εμόταν η Μονή (στις οποίες περιλαμβάνεται το άνω μείζον ακίνητο), δεδομένου ότι συντάχτηκαν από Δημόσια Υπηρεσία (την επιτροπή Β.Δ.
της 1.12.1834) και με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των πλησίον του κτήματος αυτού χωρίων. Ενόψει των εκτεθέντων η Ιερά Μονή Πεντέλης κατέστη κυρία του ως άνω μείζονος κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο με χρησικτησία (έκτακτη κατά το προγενέστερο δίκαιο) και ήδη την 11-9-1915 ανήκε στην κυριότητα της, ως νεμόμενη μέχρι τότε αυτό ήτοι το μείζον κτήμα, αλλά και το επίδικο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημά μεγαλύτερο της τριακονταετίας, όπως έχει άλλωστε κριθεί και με τις υπ' αριθμ. 3110/1988 και 5840/1975 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, απορριπτομένων των κατ' αυτών αναιρέσεων με τις υπ' αριθ. 1094/1989 και 449/1977 αποφάσεις του Αρείου Πάγου.
Με τα δεδομένα αυτά, το γεγονός ότι η Ιερά Μονή Πεντέλης δεν τήρησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του β. δ/τος της 17/29-11- 1836 διαδικασία υποβολής των νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας της στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση, εντός της οριζόμενης ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή του (ΦΕΚ 69/1-12- 1836), δεν έχει έννομη επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, αφού μετά την παράλειψη της αυτή, που είχε σαν συνέπεια τα δασικά τμήματα του εν λόγω μείζονος κτήματος να θεωρούνται ως αδιαφιλονίκητα εθνικά, παραμένοντας στην κατοχή τους εξακολούθησε να νέμεται αυτά, με διάνοια κυρίου και καλή 'πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την 11-9-1915, οπότε, κατά τα εκτεθέντα, απέκτησε την επί τούτων κυριότητα, όπως στην υπόλοιπη μείζονα έκταση του συγκεκριμένου κτήματος, δεδομένου ότι η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ήταν επιτρεπτή, υπό τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας προϋποθέσεις, που αποδείχθηκαν.
Κατά συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν πλέον εφαρμογή για το επίδικο ακίνητο οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11-9-1915 δασικών κωδίκων, σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά δάση, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 85/2003).
Άλλωστε τις ως άνω διακατοχικές πράξεις, δηλαδή, εκμισθώσεις, φύλαξη, δικαστική προστασία αλλά και εκποιήσεις τμήματος της μείζονος εκτάσεως, εξακολούθησε να ασκεί συνεχώς η Ιερά Μονή Πεντέλης με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία μέχρι την άσκηση της υπό κρίση κυρίας παρεμβάσεως επί της προαναφερομένης μείζονος εκτάσεως στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, χωρίς ποτέ μέχρι τότε να αμφισβητηθεί η ήδη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση από το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδεμία διακατοχική πράξη έχει ασκήσει επί της έκτασης αυτής.
Επιπλέον, δυνάμει του από 25.1.1933 Διαχωριστικού Διατάγματος (ΦΕΚ Α' 39/14.2.1933), που έχει ισχύ νόμου και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν. 4684/1930, συναριθμήθηκε στην εκποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Πεντέλης από το μείζον τμήμα "Γεροτσακούλι" έκταση 3.500 στρεμμάτων παρά τον Αγιο Ανδρέα Νέας Μάκρης, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα.
Με το διαχωριστικό δε αυτό διάταγμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η Πολιτεία με νομοθετική αυθεντία διαπίστωσε την προϋπάρχουσα κυριότητά της επί της ως άνω μείζονος εκτάσεως, αναγνωρίζοντας έτσι αυτή. Κατ' ακολουθίαν, ο υποβληθείς δια της κυρίας παρεμβάσεως του Ελληνικού Δημοσίου ισχυρισμός ότι είναι νομέας του επιδίκου, διότι αυτό περιήλθε στην κυριότητά του ως δασικό τμήμα, κατά τις διατάξεις του ΒΔ της 17/29.1 1.1936, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, αυτό περιήλθε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής Πεντέλης με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε μέχρι την 11.9.1915, η οποία, άλλωστε, αναγνωρίσθηκε από την Πολιτεία με την έκδοση του από 25.1.1933 Διαχωριστικού Διατάγματος (ΦΕΚ Α' 39/14.12.1933), αφού συναριθμήθηκε στην εκποιητέα περιουσία της από το μείζον Κτήμα "Γεροτσακούλι" έκταση 3.500 στρεμμάτων στην οποία περιλαμβάνεται, κατά τα παραπάνω, και το επίδικο και συνεπώς θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως τη νομή του.
Περαιτέρω, και οι λοιποί δια της κυρίας παρεμβάσεως του Ελληνικού Δημοσίου υποβληθέντες ισχυρισμοί ότι είναι νομέας του επιδίκου, διότι αυτό περιήλθε στην κυριότητά του, καθόσον κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο, κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή εγκαταλείφθηκε από αυτούς, δυνάμει της από 6.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2, 4/16.6, 19-6/1-7- 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως λειβάδι ή βοσκότοπος, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833.
άλλως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία ως νεμόμενο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως ως αδέσποτο, κατά τις διατάξεις του από 10.7.1837 Νόμου "περί διακρίσεως Κτημάτων" είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε προς απόδειξη τους.
Μετά από αυτά, η κυρία παρέμβαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και, έτσι, όπως έκρινε δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις και πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή και ερμηνεία αυτών.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής εκτάσεως εκ 3.500 στρεμμάτων, της οποίας την κυριότητα απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία η δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης εναγομένης (Εκκλησία της Ελλάδος) Ιερά Μονή Πεντέλης, νεμομένη αυτή με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσέβαλε τα δικαιώματα κυριότητος τρίτων, από του έτους 1600 αδιαλείπτως μέχρι την 11/9/1915, αλλά και μετά το έτος αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση της διακατοχικές πράξεις, με την βούληση να την εξουσιάζει ως κυρία και όχι ως κάτοχος.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση: α)των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της μείζονος ως άνω εκτάσεως και, ειδικότερα, σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνταν διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε καλλιεργήσιμη έκταση και σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε δασική, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός της άνω δικαιοπαρόχου και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη την έκταση των 3.500 στρεμμάτων, εντός της οποίας, εμπίπτουν, κατά τις σχετικές παραδοχές, και τα επίδικα εδαφικά τμήματα, β) η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε την δικανική κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστεως υπό την προαναφερομένη έννοια.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. 2. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων, ήτοι των δύο Κωδίκων, που συντάχθηκαν με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως τα έτη 1836 και 1837. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι: "Εξάλλου λόγω της προαναφερόμενης καταστροφής των τίτλων αγοράς του μείζονος ακινήτου από τη Μονή Πεντέλης, με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως συντάχθηκαν τα έτη 1836 και 1837 ως "μαρτυρικά" έγγραφα οι δύο Κώδικες που σώζονται μέχρι σήμερα.
Μάλιστα ο ένας εκ των οποίων θεωρήθηκε τον Φεβρουάριο του 1836 από τον Επαρχιακό Διευθυντή Αττικής, και έχουν αξία ως αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τις εκτάσεις που ενέμετο η Μονή, (στις οποίες περιλαμβάνεται το ως άνω μείζον ακίνητο)δεδομένου ότι συντάχθηκαν από Δημόσια Υπηρεσία (την επιτροπή του Β.Δ.
της 1-12-1834) και με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων πλησίον αυτών χωρίων. Ενόψει των εκτεθέντων η Ιερά Μονή Πεντέλης κατέστη κυρία του ως άνω μείζονος κτήματος, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο με χρησικτησία (έκτακτη κατά το προγενέστερο δίκαιο)", δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, (παραδοχή) κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. 3.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα.
Ούτε, δε, ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα "λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπόμενων αμέσως από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα 4λήφθη#αν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου όπως εκείνου των εγγράφων (ΑΠ 81/2007).
Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο ενώ δέχεται ότι έχουν αξία ως αποδεικτικά μέσα οι προαναφερθέντες δύο Κώδικες, που συντάχθηκαν με διαταγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως τα έτη 1836 και 1837, παρά ταύτα δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την αποδεικτική αξία τους και δεν καθίσταται σαφές, αν έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσια υπηρεσία εντός των ορίων της αρμοδιότητάς των συντακτών τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν υφίσταται παραδοχή ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αποτελεί πλήρη απόδειξη για το κρίσιμο ζήτημα της κατοχής και νομής της επίδικης έκτασης από την Ιερά Μονή Πεντέλης, το δε Εφετείο δεν προσέδωσε στα εν λόγω έγγραφα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αλλά προέβη σε ελεύθερη συνεκτίμηση του περιεχομένου τους, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσιβλήτου, που
κατέθεσε ξεχωριστές έγγραφες προτάσεις για καθεμία αίτηση, σε βάρος καθενός των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα έξοδα όμως αυτά θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 19/8/2014 αίτηση του Δήμου Αθηναίων με την από 25/8/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4397/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές αναίρεσης.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσιβλήτου σε βάρος καθενός από τους αναιρεσείοντες, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για καθένα από τους αναιρεσιβλήτους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ