Supreme Court partially allows appeal against copyright infringement ruling due to insufficient reasoning on proportionality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a lower court's copyright infringement judgment. The appellant argued the lower court failed to properly justify why a complete book reproduction by an employee was considered 'incidental' rather than a violation of exclusive rights. The court found the lower court's reasoning on proportionality and the definition of incidental use legally insufficient and contradictory.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 3, 18, 65(2) of Law 2121/1993; An appeal is admissible when the court of first instance violates substantive law rules by failing to provide adequate reasoning on the proportionality of incidental use or by contradicting itself regarding the scope of exclusive rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1328 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1328/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: μη κερδοσκοπικού αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που έχει την έδρα του στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραζάνο και Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαρελά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5128/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4505/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 24-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, το άρθρο 3 § 1 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 81 του Ν 3057/2002, με το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσια στο εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 2001/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2001, ορίζει: "Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στους δημιουργούς ιδίως την εξουσία (δικαίωμα) να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν:
α) Την εγγραφή και την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή των έργων τους με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει....", ενώ το άρθρο 18 § 1 του ίδιου νόμου ορίζει ότι "Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η αναπαραγωγή ενός έργου, που έχει νομίμως δημοσιευθεί εφόσον η αναπαραγωγή γίνεται για ιδιωτική χρήση εκείνου που την κάνει.
Δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού". Ο νόμος δεν προσδιορίζει την έννοια της ιδιωτικής χρήσης, εξ αντιδιαστολής όμως με το άρθρο 3 § 2 αυτού που ορίζει ρητά ότι: "Δημόσια θεωρείται κάθε χρήση ή εκτέλεση ή παρουσίαση του έργου, που κάνει το έργο προσιτό σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό κύκλο της οικογένειας και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, ανεξαρτήτως από το αν τα πρόσωπα αυτού του ευρύτερου κύκλου βρίσκονται στον ίδιο ή σε διαφορετικούς χώρους", συνάγεται ότι στην έννοια της ιδιωτικής χρήσης εμπίπτει η αναπαραγωγή που γίνεται από τον ίδιο τον χρήστη για προσωπική του χρήση ή για χρήση από το άμεσο οικογενειακό ή κοινωνικό του περιβάλλον.
Κατά συνέπεια δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η κατ' επάγγελμα φωτοτύπηση βιβλίων ή άλλων έργων του λόγου που γίνεται από επαγγελματία με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτα πρόσωπα. Δεδομένου ότι το άρθρο 18 παρ. 1 του ως άνω νόμου δεν διακρίνει, δηλαδή ούτε επιτάσσει ούτε απαγορεύει, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ο χρήστης μπορεί να προβεί στην αναπαραγωγή χρησιμοποιώντας τη βοήθεια τρίτου παρενθέτου προσώπου.
Μπορεί δηλαδή να προβεί στην αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, μέσω τρίτου, φίλου ή συγγενούς, υπαλλήλου βιβλιοθήκης, ιδιοκτήτη φωτοτυπικού μηχανήματος, υπαλλήλου ή ιδιοκτήτη φωτοτυπικού κέντρου κ.λ.π., υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ο τρίτος προβαίνει σ' αυτήν μηχανικά, δηλαδή ως εκτελεστικό όργανο, ως "η χείρ" του δικαιούμενου να προβεί στην ιδιωτική αναπαραγωγή, κατά την εκτέλεση της υλικής πράξης της αναπαραγωγής ή αντιγραφής, περιοριζόμενος στην τεχνική διεξαγωγή της αναπαραγωγής και ακολουθώντας τις οδηγίες του τελευταίου, κυρίου της υπόθεσης, στον οποίο θέτει τις υπηρεσίες του.
Αντίθετη άποψη, κατά την οποία η ιδιωτική αντιγραφή είναι νόμιμη, μόνον όταν γίνεται από τον ίδιο το χρήστη, θα κατέληγε σε επικίνδυνο περιορισμό της ελευθερίας αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση και θα αντέβαινε στο άρθρο 9 παρ. 2 της ..., που καθιερώνει το λόγο αυτό υποχρεωτικής εξαίρεσης για όλες τις συμβαλλόμενες χώρες μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα, αφού μόνον αυτός που θα είχε στην κυριότητά του αντιγραφική συσκευή θα μπορούσε να προβεί σε γενικά επιτρεπτή ιδιωτική αντιγραφή.
Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2121/1993 που ορίζει ότι "η ελευθερία της αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση δεν ισχύει όταν με την αναπαραγωγή εμποδίζεται η κανονική εκμετάλλευση του έργου ή βλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα του δημιουργού" σε συνδυασμό με το άρθρο 28Γ του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι "Οι περιορισμοί που προβλέπονται στο τέταρτο κεφάλαιο του Ν. 2121/1993, όπως ισχύει, εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου και δεν θίγουν αδικαιολόγητα τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου. (άρθρο 5 παρ. 5 Οδηγίας 2001/29)",εισάγεται εξαίρεση από την εξαίρεση με αποτέλεσμα η ιδιωτική αναπαραγωγή να μην ισχύει, όταν εμποδίζεται η κανονική εκμετάλλευση του έργου ή βλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα του δικαιούχου.
Στην ως άνω διάταξη αναφέρονται ορισμένες περιπτώσεις που αποτελούν μη επιτρεπόμενη αναπαραγωγή όπως α)όταν αναπαράγεται αρχιτεκτονικό έργο με μορφή κτιρίου ή άλλης παρεμφερούς κατασκευής και β)όταν αναπαράγεται με τεχνικά μέσα έργο των εικαστικών τεχνών που κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων ή η γραφική παράσταση μουσικού έργου.
Η εφαρμογή της γενικής αυτής ρήτρας που απαγορεύει την αναπαραγωγή όταν εμποδίζεται η κανονική εκμετάλλευση του έργου και βλάπτονται τα συμφέροντα του δικαιούχου, ενδεικτικά καλύπτει την περίπτωση που αναπαράγονται πολλά αντίτυπα του έργου, διότι εμποδίζεται έτσι η κανονική εκμετάλλευση αυτού, καθώς και την περίπτωση αναπαραγωγής ενός ολόκληρου έργου, που κατά κανόνα ματαιώνει την προμήθεια άλλου αντιτύπου και θίγει έτσι την κανονική εκμετάλλευση του έργου.
Τέλος κατά το άρθρο 65 § 2 του ίδιου νόμου "Όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία ή τα συγγενικά δικαιώματα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε χωρίς την άδεια ο υπόχρεος".
Με την διάταξη αυτή ενσωματώνεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας βασικά η ρύθμιση του άρθρου 914 του ΑΚ, καθώς και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 57 εδ. γ, 59, 60 εδ. β' και 932 του ίδιου Κώδικα, το πραγματικό δε του κανόνα δικαίου που περιέχει η εν λόγω διάταξη, για ό,τι αφορά την αποζημίωση, προϋποθέτει (περιλαμβάνει) υπαιτιότητα και προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας (ή του συγγενικού δικαιώματος), παράνομη δηλαδή συμπεριφορά (ΑΠ 649/2013, ΑΠ 1030/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα: "ο ενάγων [και ήδη αναιρεσείων] είναι αστικός μη κερδοσκοπικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης που λειτουργεί στα πλαίσια του ν. 2121/1993 (άρθρο 54) με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση και προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων των δημιουργών έργων του λόγου και εκδοτών εντύπων.
Μεταξύ των δικαιωμάτων που έχουν μεταβιβάσει καταπιστευτικά στον ενάγοντα οι δικαιούχοι τους οποίους εκπροσωπεί είναι το δικαίωμα αναπαραγωγής έργων του λόγου ή της επιστήμης σε χαρτί με φωτοτυπικά μηχανήματα ή ανάλογα τεχνικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα ψηφιακά μέσα, η σάρωση και η εκτύπωση), καθώς και το δικαίωμα αναπαραγωγής, της στοιχειοθεσίας και της σελιδοποίησης των έργων που έχουν εκδώσει με φωτοτυπικά μηχανήματα (...).
Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσίβλητος] διατηρεί και εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφων και εντύπων. Το κατάστημα, στο οποίο στεγάζεται η προαναφερόμενη επιχείρηση του εναγομένου και βρίσκεται στο ..., επισκέφθηκε ο υπάλληλος του ενάγοντος Φ.
Φ., ο οποίος προσποιήθηκε τον πελάτη και έχοντας στην κατοχή του τα ακόλουθα βιβλία, τα οποία ήταν έργα προσώπων (συγγραφέων και εκδοτών) που είχαν παραχωρήσει τα δικαιώματά τους, για τα οποία έγινε λόγος προηγουμένως, στον ενάγοντα, ανέθεσε στους υπαλλήλους του εναγομένου την φωτοτύπησή τους. Ειδικότερα, α) στις 9-5-2011 φωτοτυπήθηκαν πέντε φορές οι σελίδες από τον αριθμό 9 μέχρι και τον αριθμό 41 (συνολικά 33 σελίδες, επί πέντε φορές) του βιβλίου με τον τίτλο "...", της συγγραφέα, μέλους του ενάγοντος, Α.
Σ.-Φ., που εκδόθηκε από την εκδοτική επιχείρηση, επίσης μέλος του ενάγοντος, με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" το έτος 2003, β) στις 12-5-2011, φωτοτυπήθηκαν δύο φορές οι σελίδες από τον αριθμό 11 μέχρι και τον αριθμό … (συνολικά 95 σελίδες, επί δύο φορές) του βιβλίου με τον τίτλο "...", του συγγραφέα Ν. Τ., που εκδόθηκε από την εκδοτική επιχείρηση, μέλος του ενάγοντος, με την επωνυμία "...
ΑΒΕΕ" το έτος 2003 και γ) στις 13-5-2011 φωτοτυπήθηκε μία φορά ολόκληρο το βιβλίο, αποτελούμενο από ενενήντα σελίδες, με τον τίτλο "..." του συγγραφέα Κ. Κ., που εκδόθηκε από την εκδοτική επιχείρηση, μέλος του ενάγοντος, με την επωνυμία "..." το έτος 2010. Εκτελώντας οι υπάλληλοι της επιχείρησης του εναγομένου τις παραγγελίες αυτές για τη φωτοτύπηση των βιβλίων κατά τον τρόπο και στο χρόνο που αναφέρεται προηγουμένως, ενήργησαν κατά τις εντολές και υπό την καθοδήγηση του προαναφερόμενου προσώπου, το οποίο εμφανίστηκε σαν να ήταν πελάτης της επιχείρησης του εναγομένου και ακόμη -εμφανίστηκε- ως ο κάτοχος των έργων και δικαιούχος της αναπαραγωγής τους για ιδιωτική χρήση.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι οι υπάλληλοι της επιχείρησης του εναγομένου ενήργησαν κατ' εντολήν και για λογαριασμό του προσώπου που εμφανίστηκε σαν να ήταν πελάτης της επιχείρησης και ως ο κάτοχος των έργων, ο οποίος επιθυμούσε και παρήγγειλε τη δημιουργία φωτοτυπικών αντιγράφων για ιδιωτική χρήση, όπως παρέστησε σ' αυτούς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ενώ οι υπάλληλοι της επιχείρησης του εναγομένου περιορίστηκαν στη μηχανική εκτέλεση της πράξης αναπαραγωγής και έναντι της συμφωνημένης αμοιβής εκτέλεσαν τις παραγγελίες και παρέδωσαν τα φωτοτυπικά αντίγραφα στο πρόσωπο αυτό, διατηρώντας την πεποίθηση ότι θα προβεί σε χρήση τους ο ίδιος ή πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντός του.
Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, προκύπτει ότι η αναπαραγωγή των έργων πραγματοποιήθηκε από τον υπάλληλο του ενάγοντος, με τη συνδρομή των υπαλλήλων της επιχείρησης του εναγομένου. Οι τελευταίοι δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν, αλλά ούτε είχαν και τη δυνατότητα να διερευνήσουν, εάν ο υπάλληλος του ενάγοντος που εμφανίστηκε σαν πελάτης της επιχείρησης, ήθελε πραγματικά την έκδοση των φωτοτυπικών αντιγράφων για δική του προσωπική χρήση, ή για χρήση από πρόσωπα που βρίσκονταν στο άμεσο οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον του, όπως παρέστησε σ' αυτούς, ή ενδεχομένως όχι.
Εκτιμώντας δε οι υπάλληλοι της επιχείρησης του εναγομένου ότι με την αναπαραγωγή των έργων δεν θα παρουσιαστούν αυτά σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό κύκλο του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος του προσώπου που εμφανίστηκε σαν πελάτης της επιχείρησης, η φωτοτύπηση που διενεργήθηκε κατ' εντολήν και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εμπίπτει στην έννοια της επιτρεπτής αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 1 του νόμου 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
Εξάλλου, μόνη η συνδρομή του εναγομένου δια των υπαλλήλων της επιχείρησής του στην αναπαραγωγή, κατά παραγγελία του προσώπου που εμφανίστηκε σαν πελάτης της επιχείρησης, δεν αναιρεί την έννοια της αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση..., καθόσον ο εναγόμενος δια των υπαλλήλων της επιχείρησής του αποδεικνύεται ότι ενήργησε ως εκτελεστικό όργανο, ως "οιονεί χείρ" του δικαιουμένου να προβεί στην αναπαραγωγή.
Περαιτέρω, ο περιορισμένος αριθμός αντιγράφων σελίδων των δύο πρώτων από τα προαναφερόμενα έργα, δηλαδή η φωτοτυπική αναπαραγωγή αποσπασμάτων των έργων αυτών, λόγω της αμελητέας έκτασης της αναπαραγωγής αυτών κρίνεται..., ότι δεν εμποδίζει την κανονική εκμετάλλευση των έργων αυτών, ούτε βλάπτει τα νόμιμα συμφέροντα των δημιουργών τους και δεν καθίσταται απαγορευμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του νόμου 2121/1993.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι μέσα στο κατάστημα του εναγομένου υπήρχε αναρτημένη επιγραφή, με την οποία ενημερώνονται οι πελάτες ότι δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή ολόκληρων βιβλίων, οπότε η αντιγραφή ενός ολόκληρου έργου και συγκεκριμένα του τρίτου από τα προαναφερόμενα έργα, κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ότι ήταν ενέργεια συμπτωματική και δεν θα μπορούσε να οδηγήσει, μόνη αυτή, στη γέννηση αξίωσης αποζημίωσης, έστω και ως αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, που όμως εμποδίζει την κανονική εκμετάλλευση του έργου, αφού υπό την εκδοχή αυτή δεν πρόκειται για αδικαιολόγητη προσβολή, μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
Ακολούθως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος δημιουργεί συστηματικά και κατ' επάγγελμα, μετά από δική του πρωτοβουλία και όχι μετά από παραγγελία πελάτη της επιχείρησης του, αντίγραφα βιβλίων με σκοπό τη διάθεσή τους, μαζικά ή μεμονωμένα, σε τρίτα πρόσωπα που δεν κατέχουν αντίτυπα των έργων αυτών.
Μόνο δε το γεγονός ότι η επιχείρηση του εναγομένου βρίσκεται κοντά στο σύμπλεγμα των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Πολυτεχνειούπολης-Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου δεν συνιστά απόδειξη σχετικά με το αντίθετο, δεδομένου άλλωστε ότι ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου δεν κατέθεσε τίποτε απολύτως σχετικά με την ενδεχόμενη διαπίστωση ότι στο κατάστημα του εναγομένου υπήρχαν είτε ηλεκτρονικά αρχεία, από τα οποία να πραγματοποιούνται ή να είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν εκτυπώσεις επιστημονικών ή άλλων έργων προς διάθεση σε φοιτητές ή άλλους ιδιώτες, είτε -υπήρχαν- ήδη έτοιμα αντίγραφα βιβλία προς διάθεση, ενώ και από την πλευρά του ενάγοντος δεν προσκομίστηκε κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο προς το σκοπό της απόδειξης της ουσιαστικής βασιμότητας του συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού".
Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, το Eφετείο κατέληξε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια τα πνευματικά δικαιώματα στα έργα του λόγου που διαχειρίζεται συλλογικά ο αναιρεσείων συνεταιρισμός και για το λόγο αυτό απέρριψε την έφεση του τελευταίου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω παράνομης προσβολής των ως άνω πνευματικών δικαιωμάτων, να καταβάλει ως αποζημίωση το διπλάσιο της συνήθους αμοιβής, όπως αυτή ορίζεται στο νόμιμα καταρτισμένο πίνακα αμοιβών για αυτού του είδους την εκμετάλλευση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη νομιμότητα της αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση, ακόμα και αν πραγματοποιείται αυτή όχι από τον ίδιο το χρήστη αλλά τρίτο παρένθετο πρόσωπο, όπως είναι ο υπάλληλος φωτοτυπικού καταστήματος, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος, προβαίνοντας στην φωτοτύπηση των επιδίκων βιβλίων, ενήργησε δια των υπαλλήλων της επιχείρησης του ως εκτελεστικό όργανο, ως "οιονεί χείρ" του δικαιούμενου να προβεί στην αναπαραγωγή, υπαλλήλου του αναιρεσείοντος Οργανισμού, εμφανισθέντος ως πελάτη της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 2121/1993, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Διέλαβε δε στην απόφαση του αρκούντως σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεχόμενο ως αποδεικτικό πόρισμα ότι εκτελώντας οι υπάλληλοι της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου τη φωτοτύπηση των αποσπασμάτων των δύο πρώτων βιβλίων, ενήργησαν υπό τις εντολές και την καθοδήγηση του υπαλλήλου του αναιρεσείοντος, ο οποίος όμως εμφανίσθηκε ως πελάτης της επιχείρησης και ως κάτοχος των βιβλίων αυτών και δικαιούχος της αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση.
Ειδικότερα η παραδοχή του Εφετείου ότι οι υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν αλλά ούτε είχαν τη δυνατότητα να διερευνήσουν αν ο, ως πελάτης της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου εμφανισθείς, υπάλληλος του αναιρεσείοντος ήθελε την έκδοση των φωτοτυπικών αποσπασμάτων για δική του προσωπική χρήση ή ενδεχομένως όχι, διατυπώθηκε ως εκ περισσού και δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως αφού τέτοια υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου δεν απορρέει από το νόμο, σε κάθε περίπτωση δε, δεν αντιφάσκει η παραδοχή αυτή με εκείνη, ότι οι ως άνω υπάλληλοι εκτίμησαν ότι δεν θα εμφανισθούν τα φωτοτυπικά αντίγραφα σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από τον στενό οικογενειακό και κοινωνικό του κύκλο.
Ούτε δέχεται άλλωστε η προσβαλλόμενη, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι οι φωτοτυπικές αναπαραγωγές παραγγέλθηκαν από υπάλληλο του αναιρεσείοντος για τους σκοπούς του Οργανισμού, και συνεπώς η χρήση αυτή δεν είναι ιδιωτική, αλλά αντιθέτως δέχεται ότι ο εν λόγω υπάλληλος εμφανίσθηκε ως πελάτης και ως κάτοχος των βιβλίων, γεγονός που δικαιολογούσε την εκτίμηση ότι πρόκειται για ιδιωτική χρήση.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Αναφορικά όμως με το τρίτο βιβλίο,το οποίο κατά τις παραδοχές του Εφετείου αναπαράχθηκε ολόκληρο, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3, 18 και 65 παρ. 2 του ν. 2121/1993.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου πραγματοποίησαν στις 13-5-2011 την αναπαραγωγή ολόκληρου βιβλίου, που και ως ιδιωτική χρήση εμποδίζει την κανονική εκμετάλλευση του έργου και συνεπώς είναι παράνομη, μη εμπίπτουσα στον περιορισμό του άρθρου 18 παρ. 1 του ν.2121/1993, δέχεται περαιτέρω ότι η αναπαραγωγή αυτή ήταν συμπτωματική και δεν δικαιολογεί αξίωση αποζημίωσης, με βάση την αρχή της αναλογικότητας και τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών, χωρίς όμως να περιέχει παραδοχές περί της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς, κυρίως, να αιτιολογεί γιατί ο συμπτωματικός χαρακτήρας της αναπαραγωγής, μη προβλεπόμενος ως εξαίρεση στο νόμο, αίρει την αξίωση αποζημιώσεως σε περίπτωση προσβολής του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, χωρίς να εξειδικεύει σε τι συνίσταται ο συμπτωματικός χαρακτήρας της αναπαραγωγής ολόκληρου βιβλίου, παρά την ύπαρξη αναρτημένης πινακίδας στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου που απαγορεύει την αναπαραγωγή ολόκληρων βιβλίων, και χωρίς τέλος να εξειδικεύει ποια είναι τα συμφέροντα των μερών που με βάση την αρχή της αναλογικότητας δεν δικαιολογούν αξίωση αποζημίωσης.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το κεφάλαιό της αυτό. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, βαρύνει τον αναιρεσίβλητο επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του αρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 4505/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ αυτόν.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε βάρος του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Αυγούστου 2018.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ