Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, citing lack of identity of parties and inadmissible new claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment regarding land ownership in Macedonia. The State argued the lower court erred in evaluating evidence and failed to recognize binding prior decisions, but the Court rejected these claims as unfounded. The Court held that the State's new arguments were inadmissible because they had not been raised in previous proceedings and that the lower court's findings were not binding due to a lack of identity of parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 § 7 of Law 147/1914; Art. 559 nos. 8, 12, 16 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects appeals based on new claims not raised in lower courts and finds that prior judgments do not bind the current court if the parties differ.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1328 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1328/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ν. Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μ. Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γ. Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Γ. του Β. και 2)Α. Γ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Λιόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-1982 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1893/1983, μετ’ ανακοπή 31612/2007 μη οριστική και 2664/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2013 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον με την από 29/4/2013 αίτησή του και τους από 14/10/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ν.ς Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§7 του ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ’ αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι’ αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς Νόμους.
Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το αρθρ. 2 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου 147/1914, η Ελληνική Νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΔΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (καθ’ ημάς 1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ’ αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ.
και αρθρ. 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζϊί-εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (...) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 900/2002 Δνη 2003.1290, ΑΠ 748/1978 ΝοΒ 27.554, ΑΠ 661/1975 ΝοΒ 22.56, Ε.
Δωρή, Τα Δημόσια Κτήματα, τόμος Α’ , έκδ. 1980, σελ. 407- 408,). Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται ο’ αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, την ερμηνευτική εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της ... 1275 (καθ’ ημάς 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 127 6, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων (ΑΠ 328/1977 ΝοΒ 25.1339), έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα (ΑΠ 620/1976 ΝοΒ 25.10), ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κλπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου [(ταπί ου), Ο λ ΑΠ 609/1963 ΝοΒ 12.97, ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1777/2007, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 439/2005, ΑΠ 155/2002, ΑΠ 900/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 315/2002 Δνη 2003.134, ΑΠ 523/2000 Δνη 2000.1311, ΑΠ 746/1999 ΕΕΝ 2000.653, Ε.
Δωρή, ο.π. σελ. 409]. Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα αρθρ. 49 επ.
τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ’ ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 77/2007, ΑΠ 155/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 315/2002 Δνη 49.133, ΑΠ 1303/2000 Δνη 93.395, ΑΠ 523/2000 Δνη 41.1311, ΑΠ 582/1998 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1231/1996 Δνη 38.1128, ΑΠ 909/1980 ΝοΒ 27.288, ΑΠ 563/1979 ΝοΒ 27.1600, Ε.
Δωρή ο.π. σελ. 403). Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν είναι δυνατόν να αποχτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας (ΑΠ 1792/1983 ΝοΒ 32.1728, ΑΠ 1053/1982 ΝοΒ 31.1163).
Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορεί να χρησιδεσποσθεί, διότι το άρθρο 21 του Ν.Δ. της 21-4/6-5-1926 θέσπισε το απαράγραπτο των δικαιωμάτων επί των ακινήτων κτημάτων που περιήλθαν στο Δημόσιο ((ΑΠ 787/2001 Δνη 43.1372, ΑΠ 406/1974 ΝοΒ 22.1384).
Το εν λόγω δικαίωμα της διηνεκούς εξουσιάσεως δημοσίων αγρών, ήταν ανάλογο με τη νομή του Β. Ρ. δικαίου και, μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος, μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομιά του, στα τέκνα αυτού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 54 του παραπάνω Οθωμανικού Νόμου "Περί Γαιών" και των ν. 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7) 69 Πανδ. (29.2), ν. 12 π (38.16), 3 Εισ. (2.19) Θεμ.
Φ 3 (3.19) του Β.Ρ. δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς και επί τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ’ αυτή, όπως και οι παραπάνω διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 2 του Νόμου 147/1914 και του άρθρου 7 του Νόμου Δ./1913, ο οποίος κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από τις 6 Οκτωβρίου 1912.
Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντος δικαίωμα εξουσιάσεως επί δημοσίου αγρού, τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή και καλλιέργεια του αγρού αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπο αυτών{ ή του κληρονομηθέντος μέχρι τις 20 Μαΐου 1917, γίνονται κύριοι του εν λόγω αγρού τα τέκνα αυτού, κατά τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 49 του Νόμου 2052/20 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12.11-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα αυτού (Ολ.
ΑΠ 609/1963, ΑΠ 1221.1396 Δνη 38.1128, ΑΠ 446/1992 Δνη 34.1343, ΑΠ 909/1980 ΝοΒ 27.288. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (βλ.
ΟλΑΠ 75/1987 ΝοΒ 37.84). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ προκύπτει ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει το πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί απ’ αυτόν τον συνυπολογισμό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος (ΟλΑΠ 1593/1979 ΝοΒ 28.1010).
Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι (20) χρόνια, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23-2-1946 και μετά (άρθρ. 1045 του ΑΚ), αν πρόκειται όμως για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Αστικού Κώδικα και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του βυζαντιρωμαϊκού δικαίου, τότε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕίσΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι (20) ετών, θα εφαρμοσθεί ο Αστικός Κώδικας και η εικοσαετία που καθορίζεται από αυτόν, θα αρχίσει από την ισχύ του (23-2-1946).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση του πριν από τον Αστικό Κώδικα χρησικτησίας θα πρέπει να γίνεται με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή ότι η νομή ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α] Με τα με αριθμούς .../1978, .../1978, .../1978 και .../1978 συμβόλαια πώλησης και αυτοσύμβασης ταυτόχρονα του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στέφανου-Κωνσταντίνου Παρασκευόπουλου, που συντάχθηκαν σε εκτέλεση προγενέστερων προσυμφώνων και μεταγράφηκαν νόμιμα, καθώς και της με αριθμό 1125/1978 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που επίσης έχει μεταγραφεί, ο πρώτος εναγόμενος, Κ.
Γ., φέρεται ότι απόκτησε την κυριότητα των εξ αδιαιρέτου μεριδίων των πωλητών, επί ενός ακινήτου, εμβαδού 184 τ.μ. περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι πλέον ή έλαττον, που βρίσκεται στην οδό ... του Δήμου ... και αποτελούσε διαιρετό τμήμα μείζονος ακινήτου 900 τ.μ., τμήμα του οποίου εμβαδού 514 τ.μ. είχε ήδη πωληθεί από του έτους 1970 στους Σ.
Π. και Ε. Α.. Πωλητές-συμβαλλόμενοι στα εν λόγω συμβόλαια, είτε αυτοπροσώπως παριστάμενοι είτε με πληρεξούσιο, ήταν οι Ε. συζ. Σ. Κ., Β. συζ. Α. Κ., Χ. συζ. Σ. Μ., Α. χήρα Θ. Κ., Σ. Κ., Σ. Κ., Γ. Γ. του Δ., Θ. Κ. του Ν., Ό. Κ. του Ν. συζ. Α. Π., Γ. Γ. του Κ., Π. Γ. του Κ., Π. Γ. του Κ. συζ. Π. Π., Ό. Γ. του Κ. συζ. Α. Β., Α. Γ. του Κ. συζ. Α. Μ., Χ. Τ., Π.
Τ., Κ. Τ., Ε. Τ. συζ. Α. Μ., Ε. Τ., Δ. Τ. του Χ., Β. Γ. [.../1978 συμβόλαιο], Μ. χήρα Ν. Γ., Η. Γ. του Ν., Κ. Γ., Σ. συζ. Θ. Κ., Α. συζ. Χ. Κ., Ε. συζ. Β. Κ., M. συζ. Ι. Τ., Α. Κ., Δ. Γ. του Ν. [.../78 συμβόλαιο], Σ. συζ. Β. Κ. το γένος Θ. Γ., Α. σύζ. Θ. Ι., Σ. Κ. του Α. [.../78 συμβόλαιο], Ε. χήρα Α. Γ., Κ. συζ. Β. Π. το γένος Α. Γ., Ε. συζ. Ι. Χ. το γένος Α. Γ., Α. Γ. του Α., Ζ. συζ.
Β. Χ. το γένος Α. Γ., Κ. Γ. του Α. [.../78 συμβόλαιο] και Φ. Κ., Σ. Κ. [1125/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου]. Β]με το με αριθμό .../1977 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πέτρου Τρύπη, που συντάχθηκε σε εκτέλεση προγενέστερου προσυμφώνου και μεταγράφηκε νόμιμα, ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Γ., φέρεται ότι απόκτησε την κυριότητα εξ αδιαιρέτου μεριδίων των πωλητών- συγκυρίων, επί ενός ακινήτου, εμβαδού 186 τ.μ.
περίπου ή όσης εκτάσεως και αν είναι εντός των ορίων του, που βρίσκεται στην οδό ... του Δήμου ..., το οποίο αποτελούσε υπόλοιπο διαιρετό τμήμα μείζονος ακινήτου ενός περίπου στρέμματος, μετά την προηγηθείσα πώληση άλλου διαιρετού τμήματος 514 τ.μ. το έτος 1970 στους Σ. Π. και Ε. Α.. Πωλητές- συμβαλλόμενοι, στο εν λόγω συμβόλαιο, είτε αυτοπροσώπως παριστάμενοι είτε με πληρεξούσιο, ήταν οι: 1) Γ.
Μ. του Ι., Σ. σύζυγος Α. Τ., Ό. σύζυγος Α. Π., Μ. χήρα Σ. Κ. κατά ποσοστό 30/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος 2)M. σύζυγος Π. Τ. και Α. Α. Χ. Μ. κατά ποσοστό 40/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 3)Π. χήρα Σ. Μ., Ε. σύζυγος Α. Ζ., Χ. Μ. του Σ. και Α. Μ. του Σ. κατά ποσοστό 10/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 4)Δ. Π. του Δ., Μ. χήρα Σ. Μ. και Μ. σύζυγος Χ. Μ. κατά ποσοστό 32,50/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 5)Α.
Τ. και Η. Τ. του Χ. κατά ποσοστό 22,50/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 6)Χ. Κ. του Σ., Π. σύζυγος Ε. Δ., Β. Κ. και Η. Κ. κατά ποσοστό 20/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 7)Χ. χήρα Γ. Κ. κατά ποσοστό 5/600 εξ αδιαιρέτου, 8)Σ. Κ. του Γ., Σ. σύζ. Χ. Α., Β. σύζ. Π. Μ., Μ. σύζ. Π. Μ. και Ε. σύζ. Β. Τ. κατά ποσοστό 3/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 9)Σ. Κ. του Ν., Δ. σύζυγος Δ.
Ρ., Ε. σύζυγος Β. Κ. και Χ. Κ. του Ν. κατά ποσοστό 5/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 10)Β. Γ. του Η., Σ. συζ. Γ. Ρ. και Α. Γ. του Β. κατά ποσοστό 20/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 11) Η. Γ. του Σ. και Γ. συζ. Δ. Π. κατά ποσοστό 10/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος, 12)Ε. χήρα Σ. Γ., Γ. Γ. του Σ., Η. Γ. του Σ. και Δ. Γ. του Σ. κατά ποσοστό 5/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος και 13)Η.
Γ. του Γ., Β. Γ. του Γ., Β. Γ. του Γ. και Ε. σύζυγος Β. Μ. κατά ποσοστό 5/600 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι κατάρτισαν το με αριθμό .../1979 συμβόλαιο ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων οικοπέδων, προς το σκοπό συνένωσης των παραπάνω ακινήτων που φέρονται ότι απόκτησαν. Τα πωληθέντα πιο πάνω ακίνητα είναι όμορα και βρίσκονται επί της οδού ..., πρώτης παραλλήλου της οδού ...
και αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα με στοιχεία ... το πρώτο και ... το δεύτερο, εμβαδού 389,60 και 377,60 τ.μ. αντίστοιχα, όπως αναγράφεται στο παραπάνω συμβόλαιο ανταλλαγής συνολικά δε 767,20 τ.μ. που ταυτίζεται με το επίδικο (...). Επί των ακινήτων αυτών ήδη έχουν ανεγερθεί δύο πολυώροφες οικοδομές και, όπως σημειώνεται από τον πραγματογνώμονα, μπορεί στα μεταβιβαστικά συμβόλαια να αναγράφεται μικρότερη έκταση [μόνον στο με αριθμό .../1978 συμβόλαιο του πρώτου εναγόμενου αναγράφεται ως έκταση του πωληθέντος 386 τ.μ.], πλην όμως άπαντες οι συμβληθέντες γνώριζαν ποιό ήταν το πραγματικό εμβαδόν των πωληθέντων και τα πραγματικά τους όρια, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης αυτών υπήρχε στο νοτιοδυτικό όριο αμφοτέρων περίφραξη με το όμορο ακίνητο με αριθμό ...
του Ελληνικού Δημοσίου, που αναφέρεται ως όριο των παραπάνω ακινήτων. Επίσης στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι ο αναφερόμενος στα συμβόλαια κτήσεως του πρώτου εναγόμενου μεγαλύτερος αγρός των 900 τ.μ., που με βάση τα όριά του προσδιορίζεται σε 1082 τ.μ. και με στοιχεία ... διαχωρίσθηκε από την οδό ...
σε δύο τμήματα, το ένα από τα οποία αναφέρεται στα παραπάνω συμβόλαια ως ήδη πωληθέν στους Σ. Π. και Ε. Α. [βορειοανατολικό τμήμα], ενώ το υπόλοιπο [νοτιοδυτικό] οριοθετείται πλέον μεταξύ της οδού ... και τη περίφραξης του παραπάνω δημόσιου κτήματος, με το προαναφερθέν συνολικό εμβαδόν. Επίσης από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που έχει επισυναφθεί στο .../1977 προσύμφωνο του άλλοτε συμ/φου Β.
Ζαφειρίδη προκύπτει ότι με γραφική καταμέτρηση της αποτυπούμενης σ’ αυτό έκτασης, η έκταση ανέρχεται σε 364 τ.μ., και όχι σε 184 τ.μ. που αναφέρεται στα λοιπά, πλην του .../1978 συμβολαίου, στο οποίο όπως προεκτέθηκε αναγράφεται ως έκταση του πωληθέντος 386 τ.μ. Το ίδιο δε παρατηρείται και στο διάγραμμα που έχει επισυναφθεί στο .../1977 συμβόλαιο πώλησης προς τον δεύτερο εναγόμενο και με γραφική καταμέτρηση της αποτυπούμενης σ’ αυτό έκτασης η έκταση ανέρχεται σε 379,50 τ.μ., και όχι σε 186 τ.μ.
που αναφέρεται στο παραπάνω συμβόλαιο (βλ. περί αυτών σελ. 20-21 και 38 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης). Δηλαδή πλήρως αποδείχθηκε ότι το πραγματικό εμβαδόν των ως άνω πωληθέντων ακινήτων ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε σε 389,60 και 377, 60 τ.μ. αντίστοιχα, όπως αναγράφεται στο παραπάνω συμβόλαιο ανταλλαγής, συνολικά δε 767,20 τ.
μ., και όχι σε 184 και 186 τ.μ. αντίστοιχα, που αναφέρεται στα προαναφερθέντα συμβόλαια κτήσεως κυριότητας από τους εναγόμενους.
Περαιτέρω και σχετικά με την προέλευση των εν λόγω ακινήτων αποδείχθηκαν τα εξής: 1]0 Χ. Γ. [Α.], που απεβίωσε το έτος 1891 και μέχρι τον θάνατο του έναν καλλιεργήσιμο αγρό, εμβαδού 1.500 τ.μ., που βρισκόταν στη θέση "..." στη περιοχή ... της ... [ήδη ...], που είχε το χαρακτήρα "δημόσιας γαίας", όπως συνομολογείται από τους διαδίκους.
Την εξουσίαση αυτή συνέχισαν οι κληρονόμοι του Α. συζ. Α. Π., Δ. Γ., Α. συζ. Ν. Κ., Θ. Γ., Κ. Γ. και Σ. χήρα Σ. Κ., μετά δε τον επισυμβάντα κατά το έτος 1908 θάνατο της Α. Π., από τους κληρονόμους αυτής, ήτοι τον σύζυγο της Α. Π. και την κόρη της Σ. συζύγο Η. Γ., κατά τα ανήκοντα στον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστά μέχρι το έτος 1917, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη δεκαετία, χωρίς οποιαδήποτε από κανένα αμφισβήτηση.
Συγκεκριμένα όλοι οι προαναφερθέντες, είχαν στη κατοχή τους και καλλιεργούσαν τον εν λόγω αγρό με διάφορα είδη, όπως μπάμιες, μπιζέλια, σιτηρά κλπ., έχοντας αποκτήσει συνεπώς επ’ αυτού δικαίωμα εξουσίασης [τεσσαρούφ], δυνάμει του άρθρου 78 του οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 [1586] σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 147/1914, το οποίο [δικαίωμα εξουσίασης] αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμό 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, κυρωθέν με το ν. 1072/1917 και από το άρθρο 50 του ν. 2052/1920.
Στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, το εν λόγω δικαίωμα των προαναφερθέντων, μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5, του υπολοίπου 1/5 ανήκοντος στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά όμως την ισχύ του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929, περιήλθε σ’ αυτούς και το ποσοστό του 1/5 του Ελληνικού Δημοσίου, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, ως συνιδιοκτητών κατά τα 4/5 του παραπάνω αγρού, κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Δ/τος.
‘ Εκτοτε δε αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, καθόσον πρόκειται για ακίνητο στο οποίο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), το οποίο μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, οπότε αυτό μη περιερχόμενο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, μπορούσε να χρησιδεσποθεί σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στη νομική σκέψη.
Σημαντικό στοιχείο, που ενισχύει τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των εναγομένων, σχετικά με το αποκτηθέν πιο πάνω δικαίωμα εξουσίασης αποτελεί το μη αμφισβητούμενο ρητά από το ενάγον γεγονός ότι ο εν λόγω αγρός ήταν καταχωρημένος το έτος 1907 στα φορολογικά βιβλία "..." της κοινότητας ... [...], στο όνομα των κληρονόμων Γ., με έκταση 1 στρέμμα, 3 αυλάκια και 300 πήχεις, ήτοι 1.792 τ.μ.
Ο αγρός αυτός αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα με αριθμό 6 και εντός αυτού τοποθετείται το με στοιχ. ... τμήμα του επιδίκου. Εν τω μεταξύ το έτος 1918 απεβίωσε η Σ. Γ. [κόρη του Α. Π.], η οποία κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Α. Κ. και Ν. Γ., ενώ το έτος 1926 απεβίωσε ο Κ. Γ. και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι την σύζυγο του Ε.
και τα οκτώ παιδιά του, το ένα από τα οποία ο Χ. Γ. απεβίωσε το έτος 1940 και κληρονομήθηκε από την μητέρα του και τα αδέλφια του. Στη συνέχεια το έτος 1937 απεβίωσε και ο Δ. Γ. και κληρονομήθηκε [κατά το εκ διαθήκης τον Γ. ολόκληρο το θάνατο της μητέρας του Μ.. Όλοι οι προαναφερθέντες υπεισήλθαν στην κληρονομιά των δικαιοπαρόχων τους καθόσον αναμείχθηκαν σ’ αυτή με πράξεις που εμφανίζουν τη βούλησή τους να είναι κύριοι του ακινήτου αυτού κατά το αναλογούν στον καθένα ιδανικό μερίδιο.
Το έτος 1955 απεβίωσε και ο εκ των κληρονόμων του Χ. Γ., Θ. Γ., το κληρονομικό μερίδιο του οποίου περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι την σύζυγο του Μ., τα δύο του παιδιά και τα δύο του εγγόνια, τέκνα της προαποβιωσάσης κόρης του Ε. Κ.. Στη συνέχεια το έτος 1963 απεβίωσαν αφενός μεν η εκ των αρχικών κληρονόμων του Χ.
Γ., Α. Κ. και κληρονομήθηκε από τα δύο της παιδιά και αφετέρου η προαναφερθείσα Ε. χήρα Χ. Γ., η οποία κληρονομήθηκε από τα επτά της παιδιά. Μετά δε τον επισυμβάντα κατά το έτος 1966 θάνατο της κόρης της Β. Τ., το κληρονομικό μερίδιο αυτής περιήλθε στον σύζυγό της και στα πέντε παιδιά τους. Τέλος η εκ των κληρονόμων του Χ.
Γ., Σ. Κ., απεβίωσε το έτος 1375 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ήτοι από τα επτά παιδιά της. Και οι προαναφερθέντες κληρονόμοι υπό την ισχύ του ΑΚ συνέχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου το επίδικο, όπως και οι δικαιοπάροχοι τους, ασκούντες επ’ αυτού τις προαναφερθείσες υλικές πράξεις νομής.
Έτσι οι προαναφερθέντες απέκτησαν την κυριότητα του άνω επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ., αλλά και του ΑΚ, καθόσον νέμονταν το επίδικο ακίνητο κατά τα άνω με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι έχοντας την άδολη πεποίθηση ότι είναι κύριοι και δεν προσβάλλουν κανένα δικαίωμα τρίτου, μέχρι και το 1946 και στη συνέχεια μέχρι και το έτος 1960 [οπότε και μετετράπη ο χαρακτήρας του ακινήτου από αγροτεμάχιο σε οικόπεδο, βλ.
σαφή περί τούτου κατάθεση πρώτου μάρτυρα των εναγομένων] χωρίς καλή πίστη, καλλιεργώντας το με διάφορες καλλιέργειες (μπάμιες, σιτηρά κλπ) και στη συνέχεια επιβλέποντας το συνεχώς μέχρι και την μεταβίβαση-πώληση τμήματος αυτού εκτάσεως 389,60 τ.μ. [και όχι 184 τ.μ. κατά τους στην αρχή αναφερόμενους μεταβιβαστικούς τίτλους] στον πρώτο εναγόμενο δυνάμει των προαναφερθέντων συμβολαίων.
Δηλαδή αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πωλητές του εν λόγω οικοπέδου στον πρώτο εναγόμενο είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο [εξουσίαση, κληρονομικές διαδοχές] αλλά και με πρωτότυπο [έκτακτη χρησικτησία]. 2]0 Χ. Χ. Μ., είχε στη κατοχή του, από το έτος 1891, μεταξύ άλλων ακινήτων και έναν αγρό στη θέση "...", εμβαδού ενός παλαιού στρέμματος, το οποίο συνόρευε ανατολικά με ακίνητο Σ.
Κ., δυτικά με ακίνητο Β. Β., βόρεια με ακίνητο Χ. Α. Γ. [που πιο πάνω υπό στοιχ. Α αναφέρθηκε] και νότια με ακίνητο Σ. Κ.. Τον αγρό αυτό εξουσίαζε, ήτοι καλλιεργούσε συνεχώς χωρίς ουδεμία από κανένα αμφισβήτηση με διάφορα είδη όπως μπάμιες, μπιζέλια, σιτηρά κλπ., μέχρι το έτος 1924, που με το με αριθμό .../1924 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Γκιζελή, που νόμιμα είχε μεταγραφεί στον τόμο … και με αα ...
των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, τον μεταβίβασε κατά κυριότητα στους Ι. Χ.-Μ., Α. σύζυγο Δ. Π., Β. σύζυγο Σ. Κ. το γένος Χ.-Μ., Γ. σύζυγο Η. Γ. το γένος Χ.-Μ., Μ. συζ. Π. Τ. το γένος Α. Μ., Σ. Μ. του Α. και Α. Μ. του Α.. Έτσι ο προαναφερθείς απόκτησε δικαίωμα εξουσίασης [τεσσαρούφ], κατά τον ισχύοντα τότε οθωμανικό νόμο "περί γαιών", που στη συνέχεια [κατά το έτος της μεταβίβασης] είχε ήδη μετατραπεί σε δικαίωμα κυριότητας κατά τα 4/5 και αργότερα σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας κατά τα προδιαληφθέντα στην υπό στοιχ.
Α πιο πάνω περίπτωση του έτερου όμορου ακινήτου. Σημαντικό στοιχείο, που ενισχύει τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των εναγομένων, σχετικά με το αποκτηθέν πιο πάνω δικαίωμα εξουσίασης αποτελεί, το μη αμφισβητούμενο ρητά από το ενάγον γεγονός, ότι ο εν λόγω αγρός ήταν καταχωρημένος το έτος 1897 στα φορολογικά βιβλία "..." της κοινότητας ... [...] στο όνομα του προαναφερθέντος πωλητού, με έκταση 1 στρέμμα,3 αυλάκια και 300 πήχεις ήτοι 1.792 τ.μ.
και αριθμό 65, τα ως άνω δε αναφέρονται και σε παλαιότερη έκθεση πραγματογνωμοσύνης (7-9-1971) του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ.. Ο αγρός αυτός αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα με αριθμό … και εντός αυτού τοποθετείται το με στοιχ. ... τμήμα του επιδίκου. Από τους προαναφερθέντες αγοραστές ο Ι. Χ.-Μ.
απεβίωσε το έτος 1958 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Γ. Μ., Σ. συζ. Α. Τ., Ό. συζ. Α. Π. και Μ. σύζυγο Ι. Κ., ο Σ. Μ. του Α. απεβίωσε το έτος 1961 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγο του Π. και τα τέκνα του Ε. συζ. Α. Ζ., Α. Μ. και Χ. Μ., η Α. Π. σύζ. Δ. απεβίωσε το έτος 1927 και κληρονομήθηκε από το σύζυγο της Δ.
Π., [ο οποίος απεβίωσε το έτος 1940] και τα παιδιά της Δ. Π. του Δ., Μ. χήρα Σ. Μ. και Μ. σύζυγος Χ. Μ., Β. χήρα Σ. Κ. απεβίωσε το έτος 1952 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ήτοι τα τέκνα της Χ. Κ., Π. σύζυγο Ε. Λ., Β. Κ., Ν. Κ. [που απεβίωσε το έτος 1971], Η. Κ. και Γ. Κ. [που απεβίωσε το έτος 1964], η Γ. [Γ.] σύζυγος Η.
Γ., απεβίωσε το έτος I960 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι τα τέκνα της Β. Γ., Σ. σύζ. Γ. Ρ., Α. Γ., Γ. Γ., Σ. Γ. και τους εγγονούς της Η. Γ. και Γ. συζ. Δ. Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1917 ο απώτερος δικαιοπάροχος και μέχρι το έτος 1924 (που το μεταβίβασε κατά τα προεκτεθέντα) νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έκτοτε δε με τα ίδια προσόντα οι παραπάνω αγοραστές μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, εκτός από την Α.
Π., η οποία το νεμόταν μέχρι τον θάνατο- της το 1927, στο κληρονομικό μερίδιο της οποίας επί του ακινήτου υπεισήλθαν με ενεργή ανάμειξη οι κληρονόμοι της, ήτοι ο σύζυγος της Δ. Π. [ο οποίος απεβίωσε το έτος 1940] και τα παιδιά της Δ. Π., Μ. χήρα Σ. Μ. και Μ. σύζυγος Χ. Μ., το δε κληρονομικό μερίδιο του προαναφερθέντος Δ.
Π. περιήλθε στα παραπάνω τέκνα του, που επίσης υπεισήλθαν στην κληρονομία με ενεργή ανάμιξη, και στη συνέχεια και μέχρι το έτος 1977 οι προαναφερθέντες κληρονόμοι αυτών, οι οποίο νέμονταν και κατείχαν το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου, ανεπιλήπτως και αδιαταράκτως δυνάμει των ως άνω αδιάκοπων και αλλεπάλληλων κληρονομικών διαδοχών, ούτως ώστε κατέστησαν συγκύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, ενεργώντας επ’ αυτού πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, και συγκεκριμένα το καλλιεργούσαν (μπάμιες, σιτηρά, μπιζέλια) μέχρι την ένταξή του κατά το έτος 1960 στο σχέδιο πόλης και ακολούθως το επέβλεπαν συνεχώς μέχρι και την μεταβίβαση-πώληση τμήματος αυτού εκτάσεως 377,60 τ.μ. [και όχι 186 τ.μ.
κατά τον ως άνω τίτλο] στον δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1977 συμβολαίου του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Πέτρου Τρύπη. Η έκτακτη δε αυτή χρησικτησία των δικαιοπαρόχων του δεύτερου εναγομένου δεν προσκρούει στο απαράγραπτο του άρθρου 21 του νδ. της 22-4/16-5-1926, διότι αυτό αφορά τα κτήματα του Δημοσίου, ενώ ο επίδικος αγρός ξέφυγε της κυριότητος του Δημοσίου, κατά την εκτεθείσα Ελληνική νομοθεσία, εξαιτίας της απόκτησης επ’ αυτού δικαιώματος εξουσίασης από τον απώτερο δικαιοπάροχο Χ.
Χ. Μ.. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πωλητές του εν λόγω οικοπέδου στον δεύτερο εναγόμενο είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο [εξουσίαση, κληρονομικές διαδοχές] αλλά και με πρωτότυπο [έκτακτη χρησικτησία]. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι άπαντες οι πωλητές, όσον αφορά τα δύο οικόπεδα, αποδέχθηκαν τη καταληφθείσα στον καθένα τους κληρονομιά, με σειρά δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, που νόμιμα έχουν μεταγραφεί και μνημονεύονται ρητά στα μεταβιβαστικά προς τους εναγόμενους συμβόλαια, προσκομίζονται δε στο δικαστήριο με επίκληση από τους εναγόμενους.
Το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβητεί ρητά ούτε τη συγγενική σχέση των τελικών πωλητών με τους προαναφερθέντες [αλλά και τους μη ειδικά μνημονευθέντες] άμεσους και απώτατους δικαιοπαρόχους τους, ούτε και τις αναφερόμενες στα συμβόλαια αυτά κληρονομικές διαδοχές, οι οποίες με κάθε λεπτομέρεια αναφέρονται στην εκκαλούμενη απόφαση και δεν συντρέχει λόγος να περιληφθούν και στην παρούσα, ενόψει του ότι δεν προβάλλεται σχετικός λόγος από το εκκαλούν για το θέμα αυτό αλλά, όπως θα αναφερθεί παρακάτω οι αιτιάσεις του αφορούν το ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του και όχι στην κυριότητα των εναγομένων.
Περαιτέρω σχετικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι το επίδικο [ως προς αμφότερα τα τμήματα αυτού] εμπίπτει εξ ολοκλήρου στη μεγαλύτερη έκταση, η οποία είχε καταληφθεί και χρησιμοποιηθεί αρχικά κατά το 1914 για στρατωνισμό και άλλες στρατιωτικές ανάγκες, από το έτος δε 1917 είχε χρησιμοποιηθεί και από τα συμμαχικά στρατεύματα, όπου, κατασκευάσθηκε νοσοκομείο και άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, καθώς και ότι από το έτος 1922 χρησιμοποιήθηκε ως λοιμοκαθαρτήριο, ενώ μεταξύ των ετών 1941-1944 καταλήφθηκε από τα στρατεύματα κατοχής, τα οποία κατασκεύασαν δύο φυλάκια τελωνείου και λιμενικού αντίστοιχα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: 1]πράγματι κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην κατάληψη μιας μεγάλης έκτασης για την δημιουργία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, που είναι γνωστή ως "...", η οποία όμως εκτείνονταν ανατολικά μέχρι την σημερινή οδό ...
όπου υπήρχε και περίφραξη, ενώ το επίδικο (με την αρχική και τη σημερινή του μορφή) βρίσκεται ανατολικότερα και σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από αυτήν, επί της οδού ..., που είναι κάθετη στην οδό ... και αρχίζει από το σημείο της συμβολής της με αυτήν. 2]Οι κύριες εγκαταστάσεις του Λοιμοκαθαρτηρίου (κλίβανοι, λουτρά, φρέατα, παραπήγματα) είχαν αναπτυχθεί δίπλα στη θάλασσα και κάτω από το πρανές, που οριοθετεί τη σημερινή οδό ..., ενώ επάνω από το πρανές υπήρχαν βοηθητικές εγκαταστάσεις, που εξυπηρετούσαν το λοιμοκαθαρτήριο.
Με την με αριθμό 132591/27-9-1937 απόφαση του Υπουργού Κρατικής Υγιεινής απαλλοτριώθηκε έκταση 73.500 τ.μ., στην οποία είχε συμπεριληφθεί α]έκταση 1.451 τ. μ. [από την έκταση των 1.871 τ.μ. του ακινήτου των κληρονόμων Γ. με τη μορφή που είχε τότε], ενώ τα υπόλοιπα 420 τ. μ. είχαν ήδη συμπεριληφθεί στην απαλλοτρίωση του συνοικισμού Κ.
του έτους 1936, β] έκταση 1.500 τ.μ. [από την έκταση των 1.950, 50 τ.μ. του ακινήτου του δικαιοπαρόχου των πωλητών Χ. Χ. Μ. με τη μορφή που είχε τότε) ενώ τα υπόλοιπα 450 τ.μ. είχαν ήδη συμπεριληφθεί στην απαλλοτρίωση του συνοικισμού Κ. του έτους 1936. Η μεγαλύτερη απαλλοτριωθείσα έκταση αυτή αποτυπώθηκε στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Ε.
Σ. και αυτοί, που αξίωναν δικαιώματα στα απαλλοτριωθέντα ακίνητα [μεταξύ των οποίων και οι τότε εν ζωή δικαιοπάροχοι του πρώτου εναγόμενου], έσπευσαν να υποβάλλουν τις σχετικές αιτήσεις με τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την πιστοποίησή τους ως κυρίων, τα οποία όμως κρίθηκαν ότι δεν αποτελούν τίτλους κυριότητας [βλ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης σελ 8 και 9]. Αργότερα όμως η εν λόγω απαλλοτρίωση ανακλήθηκε με τα με αριθμούς 22-5-1954 και 8-2-1955 Β. Δ/τα, αφού μέχρι τότε δεν είχε συντελεσθεί και έτσι ο προαναφερθείς μηχανικός συνέταξε την από 18-4-1956 έκθεση εφαρμογής τίτλων και το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα για να αποδοθεί η έκταση στους ιδιοκτήτες της.
Τελικά όμως με το από 29/8/1955 Β. Δ/γμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για την ίδια πιό πάνω αιτία μικρότερη έκταση, εμβαδού 39.525 τ.μ., στην οποία όμως δεν συμπεριλήφθηκαν τα δύο επί μέρους τμήματα του επιδίκου, όπως προκύπτει από τα συνταχθέντα κατ’ εκείνη την εποχή σχετικά διαγράμματα, αλλά και από το Δ/γμα ρυμοτομίας της περιοχής.
Στην ίδια κρίση καταλήγει και ο πραγματογνώμονας, αναλύοντας, επεξηγώντας και συγκρίνοντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, στην εξαιρετικά τεκμηριωμένη έκθεσή του. Τα προαναφερθέντα δεν αναιρούνται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε από την από 27-8-2010 έκθεση σχολιασμού πραγματογνωμοσύνης της υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Δ.
Τ., η οποία περιορίζεται απλώς στον σχολιασμό ορισμένων παραγράφων της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα λανθασμένα όρια, που αναγράφονται στα συμβόλαια των δικαιοπαρόχων των εναγομένων και συγκεκριμένα στο υπ’ αριθμ. .../1970 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Πέτρου Τρύπη, με το οποίο οι δικαιοπάροχοι του πρώτου εναγομένου μεταβίβασαν τμήμα διαιρετό εμβαδού 514 τ.μ.
και στο υπ’ αριθμ. .../1924 συμβόλαιο, που έχουν προαναφερθεί. Όμως στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αιτιολογείται πλήρως ότι η διαφορετικότητα των ορίων οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Συγκεκριμένα στο πρώτο από τα παραπάνω συμβόλαια αναγράφεται ως βορειοδυτικό όριο "η οδός ..." αντί του πραγματικού "ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Ν.", καθόσον το πωληθέν τμήμα των 514 τ. μ., είχε μεν πρόσωπο στην οδό ... αλλά από την νοτιοανατολική του πλευρά, αφού το μεγαλύτερο ακίνητο, στο οποίο ανήκε το τμήμα αυτό, εκτείνονταν εκατέρωθεν της οδού ... κατά τα προδιαληφθέντα. Το ίδιο δε σφάλμα αναπαράχθηκε και στα συμβόλαια κτήσης των εναγομένων. Στο δεύτερο πιο πάνω συμβόλαιο αναγράφεται ως δυτικό όριο το ακίνητο Β.
Β., αντί "των κληρονόμων Γ. και Α. Κ.", ενώ στο συμβόλαιο .../1926 του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Κων/νου Στεφανίδη, με το οποίο διανεμήθηκε το κτήμα της Μ. Χ. συζύγου Μ. μεταξύ των κληρονόμων της, αναφέρεται ως νότιο όριο οι Σ. Χ. και κληρονόμοι Α. Κ. και όχι ο Β. Β.. Τούτο όμως επαρκώς δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο τελευταίος προφανώς ήταν τότε ο κάτοχος του εν λόγω ακινήτου.
Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως αναφέρει και ο πραγματογνώμονας, εάν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων [άμεσοι ή απώτεροι] βρέθηκαν να κατέχουν και να νέμονται μεγαλύτερη έκταση από αυτήν που τυχόν δικαιούνταν, τούτο δεν έγινε σε βάρος ακινήτου ιδιοκτησίας του Δημοσίου, αλλά σε βάρος ακινήτων των ιδιωτών γειτόνων τους.
Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι με την με αριθμό 1388/1975 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της με αριθμό 925/1980 απόφασης του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η αγωγή των κληρονόμων Ι. Κ. για την αναγνώριση της κυριότητας αυτών στα με αριθμούς ... [της απαλλοτριωθείσας όμως έκτασης] γειτονικά του επιδίκου τεμάχια, όχι επειδή δεν εφάρμοζαν σ’ αυτά οι τουρκικοί "τίτλοι" που επικαλέσθηκαν, αλλά επειδή τα ακίνητα αυτά επί σειράν ετών είχαν εγκαταληφθεί και καταληφθεί από το Δημόσιο, περίπτωση όμως που δεν συνέτρεξε και για το ήδη επίδικο, αφού αυτό ουδόλως είχε εγκαταληφθεί, ενώ το συμπέρασμα της από 7-9-1971 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ι.
Σ., που διενεργήθηκε στα πλαίσια δίκης μεταξύ του Τ. Π. κατά Ελληνικού Δημοσίου, που διεκδικούσε τα επίδικα {και απορρίφθηκε η σχετική αγωγή με την 1617/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την 41/1974 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης}, ότι τα επικαλούμενεα ιδιωτικά έγγραφα υπό των κληρονόμων του Χ.
Α. καθώς και το συμβόλαιο έτους 1924 δεν εφαρμόζουν στην περιοχή των επιδίκων, πέραν του ότι δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, αντικρούεται πλήρως από την στα πλαίσια της παρούσας δίκης διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, καθόσον σ’ αυτή λήφθηκαν υπόψη όλες οι επικαλούμενες από το ενάγον αποφάσεις και πραγματογνωμοσύνες και γίνεται ρητή αναφορά σ’ αυτές και με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογείται το συμπέρασμα αυτής, ότι δηλαδή τα επίδικα τμήματα εμπίπτουν στους επικαλούμενους από τους εναγόμενους τίτλους και δεν περιλαμβάνεται στην καταληφθείσα από το ενάγον έκταση, όπως και παραπάνω εκτέθηκε.
Εξάλλου στο γεγονός ότι οι Σ. Π. και Ε. Α., οι οποίοι από τους ίδιους δικαιοπαρόχους των εναγομένων αγόρασαν τα προαναφερθέντα δύο τμήματα των αρχικών ακινήτων, εμβαδού 514 τ.μ. το καθένα, εξαγόρασαν στη συνέχεια τις εκτάσεις αυτές από του Δημόσιο, αποδεχόμενοι την κυριότητα του τελευταίου επ’ αυτών, δεν μπορεί να στηριχθεί κρίση και για την ένδικη υπόθεση [ότι δηλαδή το ήδη επίδικο ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου], καθόσον οι ενέργειες των προαναφερθέντων ανάγονται στην κατά τη βούλησή τους ελεύθερη άσκηση ή μη των δικαιωμάτων τους, δεν ασκούν έννομη επιρροή και δεν αποδεικνύουν την επικαλούμενη κυριότητα του ενάγοντος.
Τέλος προέκυψε ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο μόλις το έτος 1979, όταν οι εναγόμενοι προέβησαν στην εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση δύο οικοδομών στο επίδικο ακίνητο, προέβαλλε δικαιώματα επ’ αυτού, ισχυριζόμενο ότι αυτό περιλαμβάνεται στο υπ’ αριθμ. … δημόσιο κτήμα (ήδη ...), ζήτησε τη διακοπή των εργασιών από την αρμόδια Πολεοδομία, οι οποίες και πράγματι διακόπηκαν.
Έτσι οι εναγόμενοι και προκειμένου να συνεχισθούν οι εργασίες ανοικοδόμησης με την από 26-2-1980 υπεύθυνη δήλωση κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 105/1969 δήλωσαν ότι γνωρίζουν ότι το Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο οικόπεδο και ότι παραιτούνται από κάθε αξίωση αποζημιώσεως σε περίπτωση που το Δημόσιο δικαιωθεί δια της δικαστικής οδού.
Αποτέλεσμα της παραπάνω αμφισβήτησης ως προς την κυριότητα του επιδίκου ήταν το μεν να ασκηθεί εναντίον των εναγομένων η ένδικη αγωγή, το δε, όπως προαναφέρθηκε, η αποπεράτωση έκτοτε των οικοδομών από τους εναγόμενους. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο ι εναγόμενοι με τις από 1-12-1989 και 8-12-1992 αιτήσεις τους ζήτησαν τη συμβιβαστική επίλυση της ένδικης διαφοράς μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (επί των οποίων αιτήσεων εκδόθηκαν οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποφάσεις του Ν.Σ.Κ.) και δεν αποτελούν εξώδικη αυτών ομολογία περί της κυριότητας του επιδίκου, όπως υπολαμβάνει το εκκαλούν-ενάγον, ενώ αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν είναι το τυχόν κτηθέν δικαίωμα κυριότητας με βάση το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, στο οποίο αναφέρεται στην προαναφερθείσα έκθεση της η διορισθείσα από το εκκαλούν τεχνική σύμβουλος, καθόσον πρόκειται για μεταγενέστερη της άσκησης της αγωγής νομοθετική ρύθμιση.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι στην εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ανήκαν κάποτε στην κυριότητα ανταλλαγέντος μουσουλμάνου, ώστε να θεωρηθούν ανταλλάξιμα κτήματα, καθόσον τέτοιο ισχυρισμό ουδόλως πρόβαλλε το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει όλων αυτών που προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται πλήρως ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων [άμεσοι και απώτεροι] ήταν κύριοι των πωληθέντων κατά κυριότητα σ’ αυτούς ακινήτων, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς και αυτοί [εναγόμενοι] ήταν κύριοι αυτού [με παράγωγο τρόπο], κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, αφού απέκτησαν το επίδικο ακίνητο παρά αληθών κυρίων.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητα αγωγή. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και επομένως οι περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, πρώτος μέρος δεύτερο και δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων από το αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Με τον πρώτο μέρος πρώτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου είχε αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως στο επίδικο ακίνητο, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί ούτε πρωτοδίκως ούτε στο Εφετείο. Ο εξεταζόμενος λόγος ακύρωσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων σε αμφοτέρους τους βαθμούς είχε παραδεκτά προταθεί ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο μη εξετάζοντας τον πρώτο λόγο έφεσης του Δημοσίου και τους επιμέρους αναπτυσσόμενους μ’ αυτόν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς και στηρίζοντας την κρίση του, επιλεκτικά, σε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχουν μειωμένη αποδεικτική αξία για κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αγνοώντας συγχρόνως άλλα προσαχθέντα από το Δημόσιο, από τα οποία ήταν δυνατή η συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος, υπέπεσε σε σφάλμα και για αυτό το λόγο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 και 12 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο εξέτασε τον ως άνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος συνιστάμενος σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και τον απέρριψε ως αβάσιμο, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος αφού ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι’ αυτό, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή από την απλή επισκόπηση των αποφάσεων που αναφέρονται στον λόγο αυτόν, τις οποίες επικαλέστηκε, τόσο πρωτοδίκως, όσο και σε δεύτερο βαθμό, το Ελληνικό Δημόσιο προς απόδειξη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επιδίκων, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η έκταση, για την οποία κρίθηκε δις ότι έχει καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο για τις ανάγκες στρατωνισμού των στρατευμάτων και μεταγενέστερα για τις ανάγκες λειτουργίας του Λοιμοκαθαρτηρίου, καταλαμβάνει και τα επίδικα, εκτιμώντας δε το δικάσαν Εφετείο ότι οι ως άνω κρίσεις δεν τυγχάνουν δεσμευτικές για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, υπέπεσε σε σφάλμα και για αυτό το λόγο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ άλλων δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, ώστε να παράγεται δεδικασμένο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.4.2013 αίτηση και τους από 14.10.2014 πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 125/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ