1328/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1328/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου, κατά την εν λόγω διάταξη, υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.
Full text
Απόφαση 1328 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1328/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπειζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Ε.F.G. Eurobank Ergasias Ανώνυμη εταιρειά" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης της δεύτερης από την πρώτη της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αντωνέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5478/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7297/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2005 αίτησή του και τους από 6-2-2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεση της ήδη προαχθείσας σε Αντιπρόεδρο Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου, κατά την εν λόγω διάταξη, υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.
ή ειδικού νόμου, όπως είναι ο κωδ. Νόμος 1756/1988, όπως ισχύει, περί Οργανισμού Δικαστηρίου και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Ειδικότερα, η αρχή του νόμιμου δικαστή έχει συνταγματικό υπόβαθρο και δεσμεύει, τόσο τον κοινό νομοθέτη (άρθρο 8 του Συντάγματος), όσο και το δικαστήριο (αρθρ. 109 ΚΠολ.Δικ.), όπως επίσης και τη διοίκηση των δικαστηρίων.
Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 15 του ως άνω Ν. 1756/1988 όπως αντικ. από το άρθρο 2 του Ν. 2172/1993, ο καθορισμός της συνθέσεως του Δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή, ή των συγκεκριμένων Δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ή προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών από Τριμελές Συμβούλιο.Η δε αναπλήρωση δικαστή που δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται γίνεται με πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου.
Συναφώς, κατά την ΚΠολ.Δικ. 305 αριθ. 1 και 5 διάταξη, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του Δικαστηρίου και αν πρόκειται για πολυμελή Δικαστήρια, το όνομα του Εισηγητή Δικαστή και ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε. Από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 8 εδάφ. 1 του Συντάγματος, 109 παρ. 1 και 256 ΚΠολ.Δικ., δεν προκύπτει ότι η μη αναγραφή στην, άνευ συμμετοχής Προέδρου Εφετών, εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι υπήρχε κώλυμα του Προέδρου Εφετών ή η μη αναγραφή της σχετικής πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως περί αναπληρώσεως αυτών, καθώς και η μη αναγραφή της ιδιότητας του αρχαιοτέρου εκ των συμμετασχόντων Εφετών, ως προεδρεύοντος, συνεπάγεται ως κύρωση την έλλειψη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου εκείνου.
Τέτοια κύρωση για την αιτία αυτή δεν απαγγέλλεται ούτε από άλλη διάταξη (ΑΠ 36/2006, ΑΠ 986/2006, ΑΠ 1678/1998•). Τούτο δε, διότι τεκμαίρεται τόσο το κώλυμα των Προέδρων Εφετών εκ της συμμετοχής στη σύνθεση του Δικαστηρίου μόνο Εφετών (ΑΠ 1359/1984), όσο και η ιδιότητα του αρχαιοτέρου των συμμετασχόντων Εφετών ως προεδρεύοντος.
Ενώ, εξ άλλου, η διαπίστωση του κωλύματος ανάγεται στη διεύθυνση της εσωτερικής υπηρεσίας του οικείου δικαστηρίου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση ότι υπήρχε κώλυμα του Προέδρου Εφετών, ούτε ότι η αναπλήρωση του έγινε με σχετική πράξη του Διευθύνοντος το Εφετείο (ΑΠ 1678/1998). Με βάση αυτά, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 2 ΚΠολ.Δικ.
αιτίαση για μη νόμιμη σύνθεση του Εφετείου Αθηνών, που εκδίκασε την υπόθεση και δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι: α) διότι δεν συμμετείχε στην σύνθεση του Δικαστηρίου που δίκασε ο Πρόεδρος Εφετών, αφού στο προεισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης αναγράφεται, ότι το Δικαστήριο αυτό, συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γεώργιο Μπαρμπάτση, Νικόλαο Καλογήρου, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Τόττη, β) δεν αναγράφεται ότι απουσίαζαν ή εκωλύοντο οι υπηρετούντες στο Εφετείο Αθηνών Πρόεδροι Εφετών και ότι η αναπλήρωση τους έγινε με σχετική πράξη του Διευθύνοντος το Εφετείο και γ) δεν αναγράφεται η ιδιότητα του πρώτου των συμμετασχόντων Εφετών ως Προεδρεύοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 του ΚΠολ.Δικ. προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος κατά τη δίκη εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 499/1997, ΑΠ 325/95). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολ.Δικ., προβάλλεται, ότι το Εφετείο, το οποίο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του καταβάλει υπόλοιπο λογαριασμού ταμιευτηρίου που διατηρούσε σ' αυτήν, με τους νόμιμους τόκους από την 9-2-1999, επομένη της εξωδίκου οχλήσεως του, παρά τον νόμο δεν διέταξε την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για τον υπολογισμό των τόκων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν νόμιμα και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αδιστάκτως και αναμφίβολα η λήψη υπόψη τα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003). Εξ άλλου ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γι' αυτά ο νόμος (ΑΠ 437/2000, ΑΠ 31/1999, ΑΠ 648/1999). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται οι από τα άρθρα 559 αριθ. 11 και 12 του ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ενώπιον του η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την "ΚΑΡΤΕΛΛΑ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ", που είχε θεωρηθεί από την δικηγόρο της και από την οποία προέκυπτε ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου ήταν μηδέν (0) και ότι, ενώ σύμφωνα με όρο που περιέχεται στο βιβλιάριο καταθέσεων του αναιρεσιβλήτου "το (εκάστοτε) ύψος του ποσού της κατάθεσης θα αποδεικνύεται πλήρως μόνο από τα στοιχεία που τηρεί η Τράπεζα, είτε εγγράφως, είτε ηλεκτρονικά" το Εφετείο δεν προσέδωσε στην παραπάνω καρτέλλα την κατά νόμο αποδεικτική δύναμη, αξιολογώντας αυτήν σύμφωνα με την περιεχόμενη στον ως άνω όρο του βιβλιαρίου καταθέσεων δικονομική σύμβαση και αποδίδοντας σ' αυτήν την αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, προς συναγωγή έστω δικαστικών τεκμηρίων.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα συνεκτίμησε και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την παραπάνω "ΚΑΡΤΕΛΛΑ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ", για την οποία κάνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση.
Η εκτίμηση δε από το Εφετείο του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, ότι δηλαδή "τα αντίγραφα των καρτελλών κίνησης του λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου, αναφέρονται σε λογαριασμό διαφορετικό από τον επίδικο, διότι, ενώ από το βιβλιάριο καταθέσεων που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος αποδεικνύεται ότι ο επίδικος λογαριασμός φέρει τον αριθμό 05/2588-10/99, τα αντίγραφα των καρτελλών, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη αναφέρονται στον ...
λογαριασμό", εκφεύγει, κατά τα προεκτιθέμενα, από τον αναιρετικό έλεγχο.
Μετά απ' αυτά, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της. (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2005 αίτηση όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 6.2.2006 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 7297/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και, δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ