Legislator Case Law & Legislation
1328/2010 AI generated

1328/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1328/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.

Legislator headnote

AI generated

1328/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν.551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ.1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1328 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1328/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "Χ1 ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Τ.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Β. 2)Χ2, κάτοικο ... και 3)Χ3, τεχνολόγο-μηχανολόγο. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα. Ο 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 Ζ (επώνυμο) χήρας Ρ, κατοίκου ..., ενεργούσης για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Ζ(επων.) Ε (ον.), ως ασκούσης αποκλειστικά τη γονική μέριμνά της. 2) Ψ2 (ον.) Ζ, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπορδόκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.

Εκδόθηκε η 67/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 584/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-8-2008 αιτήσεως της "Χ1 ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" κ.λ.π, για αναίρεση των υπ' αριθ. 206/2008 και 584/2007 αποφάσεων του Εφετείου Θράκης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ 1 ΚΠολΔ, "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι". Στην προκείμενη περίπτωση οι από τους αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3 δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως, όμως προκύπτει από τις ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ροδόπης ... καθώς και από το ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Εορδαίας Δέσποινα Παπαυλίδου, η συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες. Επομένως, οι από αυτούς απολειπόμενοι, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν.551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ.1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915.

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος. Η αμέλεια, εξάλλου, συνίσταται στη μη καταβολή της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 του ΑΚ, προκύπτει, ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9, 11, 14, 40 και 111 του Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων, αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού": "Προ της ενάρξεως εργασιών εκσκαφών πρέπει να ερευνάται, τη συνεργασία των αρμοδίων φορέων, ή ύπαρξις και η θέσις, εις τον χώρον του εργοταξίου, δικτύων ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου, φωταερίου, ύδατος κ.λ.π.

και να γίνεται η κατά περίπτωσιν απαιτουμένη απομόνωσις ή μεταφορά των. Αι εκσκαφαί εν γένει εκτελούνται δια μηχανικών μέσων, λαμβανομένης προνοίας αντιστηρίξεως των πρανών της εκσκαφής των παρακειμένων οικοδομών, των καταστρωμάτων οδών κ.λ.π. Αι αντιστηρίξεις μελετώνται υπό αρμοδίου Μηχανικού. Πάντα τα επισφαλή ή προεξέχοντα τμήματα βράχων, λίθων ή χωμάτων, τα οποία δύνανται εκ τυχαίας πτώσεως να προξενήσουν ατυχήματα εις τους πλησίον απασχολουμένους εργαζομένους πρέπει να κατακρημνίζωνται συμφώνως προς τας οδηγίας εμπείρου προσώπου, να μην επιτρέπεται δε η ανάληψις εργασίας προ της βεβαιώσεως υπό του αρμοδίου εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού ότι δεν υπάρχει κίνδυνος" (άρθρο 2). "Κατά την εκσκαφήν θεμελίων, τάφρων ή ορυγμάτων επιμηκών ή μεμονωμένων ή ανιστήριξις δια βάθη μεγαλύτερα των εμφαινομένων εις το κατωτέρω διάγραμμα 1 είναι υποχρεωτική.

Η αντιστήριξις παραλείπεται εάν η εκσκαφή πραγματοποιείται εις βράχον και εις περιπτώσεις, κατά τας οποίας η ισορροπία των πρανών εκσκαφής έχει εξασφαλισθεί δια καταλλήλου κλίσεως των. Η αντιστήριξις πραγματοποιείται παραλλήλως προς την πρόοδον των εργασιών και εάν υπάρχει ανάγκη δια καταλλήλων μεθόδων ή δια μηχανικών μέσων εξ αποστάσεως, άνευ της εισόδου των εργαζομένων εις την εκσκαφήν.

Διάγραμμα 1 __________ __________1 2 3 4 πλάτος (m) ________________________ _____________1 / 2 / 3 / 4. Μη υποχρεωτική 5 / αντιστήριξις Βάθος / (αναλόγως του εδάφους) m/2. Απαγορεύεται η κάθοδος εργαζομένων εις την εκσκαφήν προ της λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας πλην εκείνων οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι δια την λήψιν των μέτρων τούτων. 3.

Δια την παρεμπόδισιν πτώσεως υλικών, εργαλείων και αντικειμένων πάσης φύσεως εις την εκσκαφήν πρέπει τα χείλη της εκσκαφής να περιβάλλονται από κράσπεδα ύψους τουλάχιστον δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, η δε επένδυσις της τάφρου, εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας υφίσταται τοιαύτη επένδυσις, να εξέχη της επιφανείας του εδάφους τουλάχιστον κατά δεκαπέντε εκατοστά (0,15) του μέτρου. "Η αντιστήριξις επί εκσκαφών τάφρων μεγάλου μήκους, όπως π.χ.

δια τοποθέτησιν αγωγών ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, τηλεφώνου κ.λ.π. πραγματοποιείται κατά τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Τα προϊόντα εκσκαφής τοποθετούνται εις απόστασιν τουλάχιστον εξήκοντα εκατοστών (0,60) του μέτρου από το χείλος του ορύγματος. Κατά τας εκσκαφάς εις οδούς και συναφείς κοινοχρήστους χώρους, λαμβάνονται κατά περίπτωσιν και τα αντίστοιχα μέτρα ασφαλείας, τα οποία προβλέπονται από τας οικείας διατάξεις του ισχύοντος "Κωδικός Οδικής Κυκλοφορίας" Κ.Ο.Κ." (άρθρο 11). "Εφ' όσον πρόκειται περί εκσκαφής φρεάτων εις εδάφη μαλακά, ελώδη ή υποχωρούντα και εν γένει δι' εργασίας εις επικίνδυνους θέσεις (π.χ.

γέφυρας, φρέατα, εκσκαφάς εις ελώδη ή υποχωρούντα εδάφη) πρέπει οι εργαζόμενοι να είναι προσδεδεμένο ι, εκ σταθερού σημείου, ασφαλώς, δια ζώνης ασφαλείας ή σχοινιών καταλλήλου διατάξεως, ώστε να ανασύρωνται αμέσως εις περίπτωσιν κινδύνου. Εις τας ανωτέρω περιπτώσεις είναι απαραίτητη η χρησιμοποίησις προσωρινής αντιστηρίξεως" (άρθρο 14). "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π.

Δ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίσταται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφόσον έχει ειδικάς γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του.

Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας" (άρθρο 111). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 30-6- 2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό, η εργοληπτική εταιρεία "ΕΔΕΚΑΤ ΑΕ" ανέλαβε ως ανάδοχος, να εκτελέσει για λογαριασμό της Δ.Ε.Υ.Α ...

το έργο ύδρευση, αποχέτευση ομβρίων και ακαθάρτων υδάτων της ... και τηλεέλεγχος -τηλεχειρισμός - κλάδος 59". Στις 9-8-2004, η ανωτέρω ανάδοχος του έργου εταιρεία, με την πρώτη εναγόμενη "Χ1 ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΤΕ" και την εταιρεία "... ΑΤΕΒΕ" συμφώνησαν την σύσταση κατά το άρθρο 1 του Ν 2940/2001 και της απόφασης ΥΠΕΧΩΔΕ Δ 17701/13/ΦΝ430/2002, της τρίτης εναγομένης, κατασκευαστικής κοινοπραξίας για την εκτέλεση του παραπάνω έργου, κατά τους όρους που έθεσαν στο άνω συμφωνητικό τους, το οποίο κατατέθηκε στην ΔΥΟ ...

με α α ..., ενώ με το υπ' αριθμ 17/2004 πρακτικό της ΔΕΥΑ ... εγκρίθηκε η κατασκευή του άνω έργου, από την τρίτη εναγομένη κοινοπραξία. Στο συμφωνητικό σύστασης της τελευταίας, μεταξύ άλλων προβλέφθηκαν τα εξής: α) Στο άρθρο 10 "ότι κάθε ποινική και αστική ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος στο προσωπικό που θα απασχοληθεί στην εργολαβία ή σε τρίτους εξαιτίας της εκτέλεσης του έργου, βαρύνει τον διαχειριστή της κοινοπραξίας, η δε δαπάνη θα καταβληθεί από την κοινοπραξία, β) στο άρθρο 11 ότι "η κοινοπραξία αναλαμβάνει να τηρεί αυστηρώς και με ιδιαίτερη επιμέλεια και ακρίβεια, όλες τις εν γένει υποχρεώσεις της αναδόχου εταιρείας έναντι του έργου, της προϊσταμένης αρχής, της διευθύνουσας υπηρεσίας και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής ή υπηρεσίας εν γένει.

Η παρούσα

κοινοπραξία επίσης αναλαμβάνει αποκλειστικά κάθε αστική ευθύνη που ήθελε προκύψει κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου και μέχρι της οριστικής παραλαβής αυτού για την οποία ευθύνη, τυπικά υπεύθυνη είναι η ανάδοχος εταιρία". Το συμφωνητικό αυτό συνόδευε οργανόγραμμα στελέχωσης της ανάδοχης κοινοπραξίας, από το οποίο προκύπτει ότι γενικός διευθυντής αυτής, ορίσθηκε ο Β, διαχειριστής της τρίτης εναγομένης πιο πάνω κοινοπραξίας, τεχνικός ασφαλείας ο τέταρτος εναγόμενος Χ3, εργοταξιάρχης ο πέμπτος εναγόμενος ...και εργοδηγός ο δεύτερος εναγόμενος Χ2.

Στη συνέχεια η Τρίτη εναγόμενη κοινοπραξία υπό την ιδιότητα πλέον της καθ' υποκατάσταση αναδόχου του έργου, με το από 11-8 2004 ιδιωτικό συμφωνητικά υπεργολαβικής σύμβασης ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος του έργου στην πρώτη εναγόμενη, το παραπάνω δε τμήμα των εργασιών που ανέλαβε αυτή, περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων η διάνοιξη τάφρων μεγάλου μήκους μη τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων και η επίχωσή τους.

Στα πλαίσια των απαιτούμενων για την πρόοδο και αποπεράτωση του έργου εργασιών, λειτουργούσε στην περιοχή "ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ" της ... και ειδικότερα στην οδό ... εργοτάξιο της υπεργολάβου εταιρίας, στο οποίο απασχολούνταν αριθμός ειδικευμένου και ανειδίκευτου προσωπικού υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του δεύτερου εναγομένου, εργοδηγού των πρώτης και τρίτης εναγομένων Χ2, ενώ την γενική εποπτεία του όλου έργου είχαν σύμφωνα με το πιο πάνω από 9-8-04 συμφωνητικό σύστασης της τρίτης εναγόμενης-κοινοπραξίας, ο πέμπτος εναγόμενος Λ, εργοταξιάρχης και ο τέταρτος εναγόμενος Χ3, τεχνικός ασφαλείας.

Στις 14-2-2005, προσλήφθηκε από τη πρώτη εναγόμενη, ο Ζ, για να εργασθεί ως ανειδίκευτους εργάτης, τα καθήκοντα δε της εργασίας του, ανέθετε σε αυτόν κάθε φορά ο δεύτερος εναγόμενος εργοδηγός, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του οποίου, παρείχε την εργασία του. Στις 2-4-05, ημέρα Σάββατο παρά το γεγονός ότι η εργασία του ήταν πενθήμερη, από την Δευτέρα έως την Παρασκευή, ο παραπάνω εργάτης, έχοντας προφανώς τέτοιες εντολές προσήλθε κανονικά από τον πρωί στην εργασία του και του ανατέθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο η βοηθητική εργασία να απομακρύνει με την χρήση σκαπτικών εργαλείων (φτυάρι-τσάπα κλπ) τα υπολείμματα των δομικών υλικών που κατέλειπε το προηγηθέν ερπηστριοφόρο σκαπτικό μηχάνημα στην τάφρο, η οποία διανοιγόταν επί της οδού ...

από το μηχάνημα αυτό, το οποίο προηγούνταν κατά μερικά μέτρα και τα οποία (αδρανή υλικά) τοποθετούσε εφαπτόμενα με το σκάμμα της τάφρου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η τάφρος, βάθους 1,80 μ παρά τη σαθρότητα του εδάφους της, δεν στηριζόταν με κανένα υποστύλωμα. Οι εκκαλούντες εναγόμενοι βέβαια ισχυρίζονται ότι βάση του νόμου (άρθρ. 9 του ΠΔ 1073/81) η αντιστήριξη είναι υποχρεωτική για εκσκαφές βάθους μεγαλύτερου των δύο μέτρων και συνεπώς για βάθη μικρότερα των 2 μ όπως το συγκεκριμένο (βάθος 1,80 μ) η αντιστήριξη δεν είναι υποχρεωτική, όμως παρά τούτο, αυτοί από υπερβάλλοντα ζήλο, είχαν τοποθετήσει αντιστήριξη με ΚΚΙΝ03 τα οποία -πάντα κατ' αυτούς -εμφαίνονται και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αλλά αποδεικνύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που εργάζονταν στο έργο.

Όμως, όταν το έδαφος που γίνεται η διάνοιξη της τάφρου, είναι σαθρό, ο κίνδυνος κατάρρευσης των πρανών είναι μεγάλος και επομένως υπάρχει ανάγκη αντιστήριξης των πρανών της τάφρου, σε όλο το μήκος της ανεξαρτήτως του βάθους εκσκαφής. Το ότι το έδαφος ήταν σαθρό προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων απόδειξης εργαζομένων στο έργο αυτό, ή γειτόνων, από τις προσκομιζόμενες δύο εκθέσεις αυτοψίας του ανθ/μου .....και της Τ Τεχνικού επιθεωρητή του τμήματος τεχνικής και υγ/κής επιθ/σης ..., αλλά και την προανακριτική από 2-4-05 κατάθεση του δεύτερου εναγομένου Χ2, ενώπιον του πιο πάνω ανθ/μου όπου αναφέρει ότι το ατύχημα, οφείλεται σε κατολίσθηση του σαθρού εδάφους, το οποίο, κατά τη γνώμη του χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή, την οποία δεν επέδειξε ο ...θανών (βλ.

παραπάνω έγγραφο και κυρίως την προανακριτική κατάθεση του Χ2, στο σημείο αυτό). Τα παραπάνω συντριπτικά στοιχεία, περί της σαθρότητας του εδάφους και της ανάγκης λήψεως μέτρων, αντιστήριξης δεν μπορεί να ανατρέψει, η χωρίς ημερομηνία σύνταξης προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του Μ, Πολ Μηχανικού, την οποία επικαλούνται οι εκκαλούντες εναγόμενοι, στην οποία αναφέρεται ότι η φύση του εδάφους σε συνδυασμό, με το βάθος εκσκαφής, δεν απαιτούν την λήψη μέτρων αντιστήριξης.

Όσον αφορά, το εάν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα στο σημείο που έγινε το ατύχημα, όλοι σχεδόν οι μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του μάρτυρα ανταπόδειξης Π, που εργαζόταν και αυτός εκεί την ημέρα του ατυχήματος, στο σημείο που έγινε το ατύχημα κατέθεσαν ότι δεν υπήρχε αντιστήριξη με ΚΚΙΝ05 (βλ κυρίως κατάθεση παραπάνω μάρτυρα).

Χαρακτηριστικά ο μάρτυρας Ξ, που είναι μόνιμος κάτοικος της περιοχής, κοντά στο σημείο του ατυχήματος και ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, κατέθεσε προανακριτικά στις 21-4-05, ότι οι εργάτες της πρώτης εναγομένης, μετά το ατύχημα, Τοποθέτησαν στα γρήγορα μετά το ατύχημα προστατευτικά ΚΚΙΝ08, αφού έφυγε ο τραυματισμένος εργάτης για το νοσοκομείο, τόσο σε αυτός, όσο και η επίσης κάτοικος ...

Φ, που δεν είδε ακριβώς το ατύχημα, αλλά ήταν στο σπίτι της την ημέρα εκείνη και ήταν γνώστης των γεγονότων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν το ένδικο ατύχημα, τις προανακριτικές καταθέσεις τους, κατέθεσαν, ότι στην περιοχή εκείνη την εποχή που γίνονταν τα έργα, όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από τάφρους -φρεάτια- χώματα, σίδερα κ.λ.π.

και τα μέτρα προστασίας ήταν υποτυπώδη έως ανύπαρκτα και οι κάτοικοι της περιοχής, ανησυχούσαν για τα παιδιά τους, μήπως πάθουν κανένα ατύχημα, αφού στην περιοχή που είναι πυκνοκατοικημένη υπάρχουν και πολλά σχολεία (βλ προανακριτικές καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων. Όσον αφορά το θέμα της αντιστήριξης, επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας των εναγομένων Λ ρ οποίος στην κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε, ότι δεν υπήρχε αντιστήριξη στο σημείο και ότι την αντιστήριξη την έβαλε αυτός, μετά το ατύχημα για να μη πέσει και το υπόλοιπο (βλ.

κατάθεση πιο πάνω μάρτυρα). Γύρω στις 11 π.μ. ενώ ο πιο πάνω εργάτης, βρισκόταν εντός της τάφρου και συνέχιζε την εργασία του που συνίστατο στην αφαίρεση των αδρανών υλικών με φτυάρι, υποχώρησε ξαφνικά το έδαφος που βρισκόταν παραπλεύρως της τάφρου και στο σημείο που την στιγμή εκείνη εργαζόταν ο Ζ, με αποτέλεσμα να καταπλακώσουν το σώμα του χωμάτινοι όγκοι και να παραμείνει ελεύθερο τμήμα του σώματος του και ένα μέρος του κεφαλιού του.

Αμέσως έσπευσαν συνάδελφοι του και τον απεγκλώβισαν στην συνέχεια δε ασθενοφόρο τον μετέφερε στο Γ.Ν. Νοσοκομείο ..., όπου μετά από μερικές ώρες νοσηλείας απεβίωσε. Αποκλειστική και μόνη ενεργή αιτία του θανάτου του, ήταν οι βαρύτατες κακώσεις που έφερε στο σώμα του (πολλαπλά κατάγματα πλευρών και αιμοθώρακας άμφω, κάταγμα σπονδυλικής στήλης, ρήξη δεξιού πνεύμονα, ύπατος κλπ) που προήλθαν από την καταπλάκωσή του από τους χωμάτινους όγκους.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, αποδεικνύονται μεταξύ άλλων από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ν, οδηγού φορτηγού στο έργο, ο οποίος βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος πριν και μετά το ατύχημα και αν και δεν είδε το ατύχημα, γνώριζε τις συνθήκες που προηγήθηκαν, αλλά και αυτές που επακολούθησαν. 0 μάρτυρας αυτός, κατέθεσε ότι ο δεύτερος εναγόμενος Χ2, ανέθετε σε κάθε εργαζόμενο τις εργασίες που όφειλε να εκτελέσει και ότι ο θανών εισήλθε στην τάφρο, κατόπιν εντολής του ανωτέρω εργοδηγού και όχι αυτοβούλως, ότι την ημέρα εκείνη γινόταν εργασίες διάνοιξης της τάφρου και ενώ το έδαφος ήταν μαλακό, γεγονός που ήταν γνωστό στους υπευθύνους του εργοταξίου, διότι είχαν συμβεί κατολισθήσεις και σε άλλα σημεία της τάφρου, δεν έπεφτε χώμα, ότι απουσίαζαν τα κριγκς από το σημείο όπου έγινε το ατύχημα και ότι αυτά τοποθετήθηκαν αμέσως μετά.

Αναφορικά εξάλλου με το γεγονός ότι την ημέρα του ατυχήματος γινόταν εργασίες διάνοιξης της τάφρου και όχι απλός έλεγχος της τάφρου και των μέτρων ασφαλείας, λόγω προηγηθείσης το προηγούμενο βράδυ βροχής, όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι και ότι δεν υπήρχε αντιστήριξη κατά τον χρόνο του ατυχήματος κατά μήκος της τάφρου, ΚΕ καταθέτει και ο προαναφερθείς μάρτυρας-γείτονας και αυτόπτης μάρτυρας Ξ, ο οποίος βρισκόταν σε απόσταση 10 μ από το εργοτάξιο και στην από 21-4-05 προανακριτική ένορκη κατάθεση του αναφέρει αυτολεξεί: "....

Υπήρχε ένα μεγάλο ερπηστριοφόρο μηχάνημα, το οποίο λειτουργούσε και έσκαβε κανονικά φορτώνοντας τα χώματα σε ένα φορτηγό. Πιστεύω ότι ο άτυχος εργάτης ευρισκόταν μέσα στο σκάμμα και διαμόρφωνε τον χώρο και επειδή δεν υπήρχαν μέτρα αντιστήριξης των τοιχωμάτων του σκάμματος έγινε κατολίσθηση λόγω σαθρού εδάφους και τον καταπλάκωσαν τα χώματα ...δεν υπήρχαν σε όλο το μήκος του σκάμματος καθόλου προστατευτικά (κριγκς) για την υποστήριξη των τοιχωμάτων αυτού, αλλά και αυτά που υπήρχαν τα τοποθέτησαν στα γρήγορα μετά το ατύχημα.

Επίσης, η προαναφερθείσα μάρτυρας Φ, κάτοικος της περιοχής, στην προανακριτική της ένορκη κατάθεση του Απριλίου του 2005, επιβεβαιώνει τις εργασίες διάνοιξης της τάφρου την ημέρα του ατυχήματος. Ενόψει τούτου οι αρνητικοί ισχυρισμοί των εκκαλούντων-εναγομένων, τους οποίους προσπαθούν ανεπιτυχώς να επιβεβαιώσουν, τόσο ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πιο πάω μάρτυρας τους Λ, όσο και ο χειριστής του μηχανήματος ..., στην υπ' αριθμ 15978/11-2-2006 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της συμβ/φου Κομοτηνής Παγώνας Πατσιά-Πεπονίδου, ότι δηλαδή την ημέρα του ατυχήματος γινόταν συντήρηση του μηχανήματος εκσκαφής που είχε παρουσιάσει βλάβη, καθώς και ότι στον αποβιώσαντα είχε ανατεθεί η εργασία συντήρησης των προστατευτικών πλεγμάτων που λόγω προηγηθείσας κακοκαιρίας είχαν μετακινηθεί, δεν φαίνεται ν' ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι εκ τούτου απορριπτέοι.

Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών εργαζόμενος προσέγγισε αυτοβούλως στην τάφρο κατά παράβαση των οδηγιών που είχαν δοθεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες εναγόμενοι. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Ο θανών εργάτης, όπως και όλοι οι εργάτες πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν έχουν απολύτως κανένα λόγο και συμφέρον να ενεργούν αυτοβούλως και μάλιστα σε εργασίες επικίνδυνες για την ζωή τους και την σωματική τους ακεραιότητα, το ίδιο δε και ο θανών ο οποίος ας σημειωθεί εργαζόταν μέσα στην τάφρο, περίπου τρεις ώρες πριν γίνει το ατύχημα από τις 8 πμ έως 11 τμ και βέβαια δεν είναι λογικό όλο αυτό το χρονικό διάστημα να ενεργούσε αυτοβούλως, χωρίς να του ανατεθεί κάποια συγκεκριμένη εργασία, ενώ καθ όλο αυτό το χρονικό διάστημα αν ενεργούσε αυτοβούλως, έστω και για λίγο διάστημα -κανένας δεν τον σταμάτησε ή έστω του έκανε κάποια παρατήρηση για επικίνδυνες για τον ίδιο πρωτοβουλίες του, αν πράγματι συνέβαινε αυτό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι κατά τις εκθέσεις αυτοψίας που προαναφέρθηκαν και κυρίως αυτή της Τ, εκτός από την έλλειψη των μέτρων αντιστήριξης των πρανών της τάφρου, που λόγω της σαθρότητας του εδάφους ήταν απαραίτητα, το ατύχημα αυτό, οφείλεται και στη μη τήρηση των προβλεπομένων για την περίπτωση μέτρων ασφαλείας, δηλαδή: 1) απόθεση των υλικών εκσκαφής σε απόσταση τουλάχιστον 60 τμ από τα χείλη της εκσκαφής (ΠΔ 1073/81 άρθρ. 11), 2) περίφραξη των χειλέων της εκσκαφής (ΠΔ 1073/81 παρ Γ' άρθρ 40 παρ 1 και ΠΔ 305/96, παράρτ.

IX, μέρος Β' τμήμα II παρ 101 β) . Επίσης στον θανόντα, αλλά και σε όλους τους εργαζομένους στην τάφρο δεν χορηγήθηκε κράνος και ζώνη ασφαλείας και δεν υπήρχε δέσιμο αυτού κατά την παραμονή του στην τάφρο, ενώ ήταν εμφανής μόνο με την ενεργούμενη εκσκαφή η σαθρότητα του εδάφους και η μεγάλη πιθανότητα υποχώρησης του.

Χαρακτηριστικά ο μάρτυρας ..., εργαζόμενος στο έργο, στην από 10-4-05 προανακριτική κατάθεση του, καταθέτει ότι "στα δύο μέτρα που σκάβαμε έβγαλε νερό και το έδαφος ήταν σαθρό" Χαρακτηριστική επίσης για το θέμα αυτό είναι η κατάθεση (προανακριτική) του παραπάνω μάρτυρα ..., εργαζόμενου στο έργο, ότι τα ατομικά είδη προστασίας πχ κράνος, μας τα χορήγησε η εταιρεία, αλλά ο καθένας είχε την ευθύνη μόνος του, αν θα τα φορά ή όχι, γεγονότα που αν είναι αληθινά, είναι πρωτοφανή, αντιτιθέμενα όχι μόνο στους εργασιακούς κανόνες αλλά και στην κοινή λογική.

Εξάλλου η επικινδυνότητα των εργασιών, χωρίς τα απαιτούμενα προστατευτικά εκ του νομού μέτρα, προκύπτει αφ εαυτής και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του χώρου και από τα δύο διάδικα μέρη, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι οι μάρτυρες των εναγομένων, αλλά και ο από αυτούς διορισθείς τεχνικός σύμβουλος ...

στην τεχνική του έκθεση, ενώ αναφέρουν ότι είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα και όλα ήταν κανονικά, δεν μπόρεσαν να δώσουν καμία λογική εξήγηση γιατί τότε έγινε το ένδικο ατύχημα, που στοίχισε τη ζωή του εργάτη τους, ενώ ο τεχνικός τους σύμβουλος για την διερεύνηση των αιτιών της τοπικής αστοχίας, όπως την ονομάζει προτείνει την εκπόνηση πραγματογνωμοσύνης εκ νέου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, και στην προκειμένη περίπτωση των εκκαλούντων, πρώτης, δεύτερου και τέταρτου αυτών (πλην των λοιπών εναγομένων που δεν άσκησαν έφεση). Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγομένη "Χ1 ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΤΕ", ως εργοδότρια του θανόντος δεν τήρησε τα προβλεπόμενα για την περίπτωση από το νόμο μέτρα ασφαλείας και δεν μερίμνησε, ώστε ο τόπος εργασίας να είναι διευθετημένος κατά τρόπο που να εξασφαλίζει τη σωματική, ακεραιότητα και υγεία των εργαζομένων.

Η αμέλεια της ειδικότερα συνίσταται στο ότι ενώ το έδαφος, όπου γινόταν η διάνοιξη της συγκεκριμένης τάφρου (μήκους περίπου 250 μ) ήταν χαλαρό και ο κίνδυνος κατάρρευσης των πρανών μεγάλος και επιπλέον κατά μήκος της μίας πλευράς στο χείλος της εκσκαφής ήταν τοποθετημένα εγγύτατα τα προϊόντα εκσκαφής, γεγονός που επιβάρυνε περισσότερο την σταθερότητα του πρανούς, δεν πραγματοποίησε αντιστήρίξη των πρανών της τάφρου σε όλο το μήκος της, αλλά αντ' αυτής υπήρχε αντιστήρίξη (μεταλλικά πετάσματα τύπου κρίγκς), κατά διαστήματα (άρθρ. 14 ΠΔ 1079/81).

Επίσης δεν μερίμνησε, ώστε τα προϊόντα εκσκαφής να τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον εξήντα (0,60 μ) εκατοστών του μέτρου από το χείλος του ορύγματος (άρθρ 11 ΠΔ 1073/81) και δεν προέβη, ως όφειλε, σε περίφραξη των χειλέων της εκσκαφής, αφού περίφραξη υπήρχε μόνο στη μία πλευρά και για ένα τμήμα της, περίπου 50 μ (άρθρ. 40 παρ 1 ΠΔ 1073/81 κεφ.

Γ', άρθρ. 40 παρ 1 και ΠΔ 305/96 παραρτ ΙΩ, μέρος Β', τμήμα II παραγ. 10-1β). Στην επέλευση όμως του ατυχήματος συντέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου Χ2 εργοδηγού της πρώτης και τρίτης (κοινοπραξία) των εναγομένων, ο οποίος ως προϊστάμενός του, έδωσε εντολή στον θανόντα να κατέβει στην εκσκαφή και να εκτελέσει εργασία αφαίρεσης των αδρανών υλικών που εγκατέλειπε το μηχάνημα έργων, πριν τη λήψη των αναγκαίων μέτρων

ασφαλείας και δη πριν πραγματοποιηθεί αντιστήριξη παράλληλα προς την πρόοδο των εργασιών. Επιπλέον, στην πρόσκληση του ατυχήματος, συνέβαλε και η παντελής απουσία από τον χώρο του εργοταξίου του τέταρτου εναγομένου Χ3, τεχνικού ασφαλείας της τρίτης εναγομένης κοινοπραξίας αναδόχου του έργου, ο οποίος ως εκ των καθηκόντων του όφειλε ανά πάσα στιγμή να ελέγχει τις ασφαλείς συνθήκες εργασίας των εργαζομένων και να μεριμνά για την τήρηση των προβλεπομένων από το νόμο μέτρων ασφαλείας στο χώρο, αυτός ουδέποτε εμφανίσθηκε στον χώρο αφού αν εμφανιζόταν ήταν αδύνατο να μην επισήμαινε την έλλειψη των μέτρων αυτών ασφαλείας, οπότε λογικά θα διόρθωνε με τις εντολές του την κατάσταση, πράγμα που δεν έκανε.

Αντίθετα τον θανόντα δεν βαρύνει σχετικής υπέβαλαν ειπώθηκε Σάββατο καμία συνυπαιτιότητα για το επελθόν ατύχημα, απορριπτόμενης ως αβάσιμης της ενστάσεως συνυπαιτιότητάς του, που οι εναγόμενοι, διότι αυτός, όπως ούτε αυτοβούλως εργαζόταν το της 2-4-05 μέσα στο σκάμμα, αλλά εργαζόταν εκεί με εντολή του δεύτερου εναγομένου Χ2, αλλά και ο ίδιος δεν ήταν υπεύθυνος της ελλείψεως των μέτρων ασφαλείας, ούτε μπορούσε να αρνηθεί να εργασθεί λόγω των ελλείψεων αυτών, όπως δεν το κάνει σχεδόν κανένας εργάτης, μήπως χάσει τη δουλειά του".

Με παραδοχές αυτές έκρινε βάσιμη εν μέρει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, περί εκδικάσεως σ' αυτούς χρηματικών ποσών, ως αποζημίωση λόγω ψυχικής της δίκης, από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 922, 330, 300 Α.Κ. και του Π.Δ. 1073/1981, του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφήρμοσε, προς δε δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία, για την εφαρμογή τους, από όσα το πραγματικό αυτών περιέχει και ειδικότερα καθόσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 9 του Π.Δ. 1073/1981, δοθέντος ότι, ναι μεν σύμφωνα με αυτή, η κατασκευή αντιστήριξης σε βάθη μικρότερα των δύο μέτρων δεν είναι υποχρεωτική, όμως αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη των αρμοδίων, για κατασκευή αντιστήριξης και σε μικρότερα βάθη, όταν οι ειδικές συνθήκες το απαιτούν, όπως και το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση δέχθηκε, κατά τα άνω (σαθρότητα του εδάφους).

Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη αιτήματα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας από αμέλεια των εναγομένων στην πρόκληση του ως άνω εργατικού ατυχήματος, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος του εργαζόμενου Ζ, της έλλειψης συνυπαιτιότητας του παθόντος οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με το αρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αυτό δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του κτλ.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται μ' αυτήν η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό γι' αυτήν, αφού εκτιμήσει ως κριτήρια του ύψους αυτού τα τιθέμενα υπόψη του πραγματικά περιστατικά (το είδος της προσβολής, τον βαθμό του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών κτλ), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο προσδιορισμός του ποσού της κατ' αρ. 932 ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάζεται στον παθόντα σε περίπτωση αδικοπραξίας αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (άρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.).

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από την άποψη της παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας που εισάγεται ως νομικός κανόνας με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια, δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλ.

σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης. Η αρχή της αναλογικότητας, αποτελούσα κανόνα δικαίου ως έχουσα πρωταρχικώς επιτακτικό δεοντολογικό περιεχόμενο, στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου ενεργεί στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών μέσω των γενικών ρητρών και των αορίστων νομικών εννοιών που θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης προς εξειδίκευση τους.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (αρ.914 επ.ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ενεργεί μέσω της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ. Επομένως δεν έχει άμεση εφαρμογή η ως άνω συνταγματική επιταγή για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η δε απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που καθορίζει την επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση σε ποσό δυσανάλογα υψηλό ή χαμηλό δεν παραβιάζει την ως άνω συνταγματική διάταξη, αφού αυτή δεν είναι εφαρμοστέα και συνεπώς δεν ελέγχεται αναιρετικά με βάση το αρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ..

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ανωτέρω θανών, ήταν, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ηλικίας 52 ετών, υγιής και ακμαίος. Ότι με την πρώτη ενάγουσα σύζυγο του είχε αποκτήσει δυο τέκνα, την ανήλικη δεύτερη ενάγουσα και τον ήδη ενήλικο τρίτο ενάγοντα, ηλικίας τότε 11 και 29 ετών, αντίστοιχα.

Ότι αποτελούσαν μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, αφού συμβίωναν όλοι μαζί και συνδέονταν με μεγάλη αγάπη και στενούς ψυχικούς δεσμούς, όλοι δε ζούσαν από την εργασία του θανόντος, ενώ τώρα, μετά το θάνατο του, η χήρα παίρνει σύνταξη από το ΙΚΑ, είναι δε άρρωστη και δε μπορεί να εργασθεί. Ότι ο ξαφνικός και αδόκητος θάνατος του στενούς συγγενούς τους προκάλεσε στους ενάγοντες μεγάλη λύπη και στενοχώρια.

Με βάση αυτά, τις συνθήκες, υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, το δικαστήριο επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στην μεν πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 49.955 ευρώ (αφού αφήρεσε 45 ευρώ, για το οποίο επιφυλάχθηκε η ενάγουσα, για να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στην ποινική δίκη), στην δεύτερη ενάγουσα, ανήλικη κόρη του θανόντος το ποσό των 44.955 και στον τρίτο, ενήλικο γιο του, επίσης το ποσό των 44.955 ευρώ.

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στους ενάγοντες τα ως άνω χρηματικά ποσά, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (αρ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) την κατ' αρ. 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας για το άρθρο 932 Π.Κ.

Ο λόγος αυτός πρέπει σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το καθορισθέν με την απόφαση του Εφετείου ποσό, που δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάργηση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια. Το περιεχόμενο αποδείξεων, τις οποίες ο δικαστής εκτιμά, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των αναφερόμενων αποδείξεων, ήτοι της φωτογραφικής απεικόνισης των πρανών της τάφρου, του Φ911/50.648/10.9.2004 εγγράφου προς την "Χ1 ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΤΕ" και την εις εκτέλεση αυτά χορηγηθέντων σχεδίων, στα οποία εμφαίνεται η θέση των υπαρχόντων υπόγειων δικτύων όδευσης, της Τεχνικής Έκθεσης Αξιολόγησης Εδαφοτεχνικών Συνθηκών του Έργου και της από 21.2.2006 τεχνικής έκθεσης του Πολιτικού μηχανικού Μ Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που εκτέθηκε.

Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ακόμη ο λόγος αυτός αναίρεσης ήθελε εκτιμηθεί, κατ' ορθή υπαγωγή, από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο, προς σχηματισμό της ως άνω κρίσης του, έλαβε υπόψη του (εκτός των άλλων) και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα, με επίκληση από τους διαδίκους, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε για το επίδικο εργατικό ατύχημα....

των δύο εκθέσεων αυτοψίας και της χωρίς ημερομηνία τεχνικής έκθεσης του Πολ. Μηχανικού Μ...". σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, επομένως και τα ανωτέρω που αναφέρονται στο λόγο αυτό, τα οποία τα διάδικα μέρη νόμιμα προσκόμισαν και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος και υπό την εκδοχή αυτή είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Με την ίδια αιτιολογία είναι απορριπτέος και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες καταθέσεις μαρτύρων και την αυτή ως άνω έκθεση του πολιτικού μηχανικού Λ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αναφερομένων παραλείψεων των (ήδη) αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι του θανάσιμου τραυματισμού του ως άνω εργαζομένου, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, "χωρίς να λάβει υπόψη του τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις και την νομίμως προσκομισθείσα από αυτούς τεχνική έκθεση....

από τις οποίες προκύπτει ότι η εναπόθεση των προϊόντων εκσκαφής στο χείλος του πρανούς, δεν επιβάρυνε τη σταθερότητα αυτού, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση". Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των εν λόγω ισχυρισμών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων, που αναλυτικά αναφέρονται και των εγγράφων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Μ.

Επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, αφενός και αφετέρου έλαβε υπόψη του προς τούτο όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.

Συνεπώς πρέπει ο συναφής περί του αντιθέτου δε λόγος αναίρεσης, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559, αριθ. 9 περ. β' του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται την αγωγή, ως καταψηφιστική. Στην προκείμενη περίπτωση και ενώ οι ενάγοντες, με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης) είχαν περιορίσει το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή, ως καταψηφιστική και περιέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του ανάλογη διάταξη. Έτσι, όμως, το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 9 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκη στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα θα επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων μερών (άρθρ. 176, 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 584/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατά ένα μέρος, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ