Legislator Case Law & Legislation
1328/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment for failure to consider fraud and forgery facts.

Case Number 1328/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Rhodes and the Dodecanese Court of Appeal, ordering a remand for retrial. The appellant alleged that the bank employee forged signatures and absconded with the appellant's bearer bonds before the alleged transfer date, facts the lower courts ignored. The Court found the lower courts' reliance on the 1992 agreement date as the starting point for the loss of custody legally insufficient given the unaddressed evidence of fraud and forgery.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; A lower court's failure to consider material facts alleged in the complaint regarding fraud and forgery constitutes a ground for appeal, necessitating a remand for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds forgery of signatures loss of custody remand for retrial bearer bonds bank employee fraud

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 11/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1328 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1328/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Δουβή και Ιωάννη Χατζηαντωνίου.

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουλίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/1996 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 219/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου, την απόρριψη του δεύτερου της από 31-10-2006 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθ. 219/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. .

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 23-7-1994 αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι με αυτήν ιστορούνται από τον αναιρεσείοντα τα ακόλουθα: "Ότι ήταν κύριος των υπ' αριθ. ..., ... έως..., ... έως ..., ... έως ... και ... έως ... Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου στο εξής: (Ε.Γ.Ε.Δ.), εκδόσεως της Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 δραχμών, με έκδοση την 31-12-1991 και λήξη 31-12-1992, καθώς και των υπ' αριθ. ...

έως ..., ... έως ..., ... έως ... και ... Ε.Γ.Ε.Δ., συνολικής ονομαστικής αξίας 10.300.000 δραχμών, εκδόσεως 30-9-1992 και λήξεως 30-9-1993, τα οποία είχε αγοράσει, μέσω του υποκαταστήματος της πρώτης εναγόμενης στην .... Όλα τα ανωτέρω Ε.Γ.Ε.Δ. ο ενάγων τα παρακατέθεσε προς φύλαξη στην πρώτη εναγόμενη και συγκεκριμένα στο ανωτέρω υποκατάστημα αυτής και καταχωρήθηκαν στο ειδικό βιβλίο αγοραστών και παραδόσεως Ε.Γ.Ε.Δ.

που αυτή διατηρούσε, η ανάληψη δε αυτών θα γινόταν με αντιστοιχία υπογραφή του δικαιούχου επί του ειδικού βιβλίου. Ότι στις 26-11-1992, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος και συγκεκριμένα ταμίας της πρώτης εναγόμενης, εκμεταλλευόμενος τη θέση του στην τράπεζα, καθώς και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί κατά το παρελθόν, μεταξύ αυτού και του ενάγοντα, παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει όλο το ανωτέρω ποσό του κεφαλαίου του με επωφελείς γι' αυτόν όρους και συγκεκριμένα με επιτόκιο 45% ετησίως στην Τράπεζα Πίστεως, και ότι αυτή θα εξέδιδε σε διαταγή του ενάγοντα και προς εξασφάλισή του αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές.

Ότι ο ενάγων, λόγω της απειρίας του στις τραπεζικές συναλλαγές, αλλά και της εμπιστοσύνης του στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου, με τον οποίο πραγματοποιούσε μέχρι τότε τις περισσότερες από τις συναλλαγές του στο ανωτέρω υποκατάστημα, καθότι αυτός ήταν χρόνια υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης, πείσθηκε να υπογράψει, λόγω των ανωτέρω διαβεβαιώσεων, διάφορα έγγραφα που του έδωσε ο 2ος εναγόμενος, τα οποία εμφάνισε ως δήθεν νομιμοποιητικά για την πραγματοποίηση της ανωτέρω συναλλαγής.

Ότι ο ενάγων πείσθηκε να υπογράψει αυθημερόν στο ως άνω βιβλίο αγοραστών και παραδόσεως των Ε.Γ.Ε.Δ. ήτοι στις 26-11-1992, μια φορά ενιαία δίπλα από τα υπ' αριθ. ... έως ..., ... έως... και ... έως ... Ε.Γ.Ε.Δ., χωρίς όμως να αντιληφθεί ότι η υπογραφή του είχε την έννοια της παραλαβής των αντίστοιχων γραμματίων. Εξάλλου υπέγραψε αυθημερόν και μια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86, η οποία ήταν ασυμπλήρωτη ως προς το περιεχόμενο και την ημερομηνία.

Ότι στη συνέχεια, ο δεύτερος εναγόμενος έχοντας πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο του υποκαταστήματος, εντός του οποίου φυλάσσονταν το ανωτέρω βιβλίο και παρόλο που αυτό τηρούνταν αποκλειστικά από το διευθυντή του υποκαταστήματος, επέτυχε να το πάρει στην κατοχή του και να πλαστογραφήσει την υπογραφή του ενάγοντα, θέτοντας αυτή σε άλλα δύο σημεία του ως άνω βιβλίου, στα οποία είχαν καταγραφεί τα υπόλοιπα, ως άνω, Ε.Γ.Ε.Δ., ενώ παράλληλα έθεσε ως ημερομηνία δίπλα από κάθε υπογραφή την 26-11-1992.

Ότι ο 2ος εναγόμενος, συμπλήρωσε και την ως άνω λευκή, κατά περιεχόμενο και ημερομηνία, υπεύθυνη δήλωση, στην οποία είχε υπογράψει ο ενάγων, αναφέροντας σ'αυτήν ως περιεχόμενο ότι ο ενάγων του παρέδωσε όλα τα προαναφερόμενα Ε.Γ.Ε.Δ. προκειμένου να προεξοφλήσει και να διαχειριστεί αυτά, έθεσε δε ως ημερομηνία σ' αυτήν την 1η-10-1992.

Ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε αφαιρέσει προγενέστερα της 26ης-11-1992 από την κατοχή της πρώτης εναγόμενης και είχε ιδιοποιηθεί τα επίδικα Ε.Γ.Ε.Δ. ορισμένα από τα οποία είχε ήδη προεξοφλήσει και εισπράξει, είτε ο ίδιος, είτε μέσω τρίτων προσώπων, όπως ειδικότερα στις 10-11-1992 που ο ανωτέρω είχε ήδη λάβει στην κατοχή του και προεξοφλήσει τα υπ' αριθ. ..., ...και ...

Ε.Γ.Ε.Δ. του ενάγοντα συνολικής ονομαστικής αξίας 12.000.000 δραχμών και στις 25-11-1992 που ο πατέρας του είχε ήδη προεξοφλήσει αντίστοιχα τα υπ' αριθμ.... και ... Ε.Γ.Ε.Δ. συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ. Ότι ο ενάγων κανένα από τα επίδικα γραμμάτια δεν είχε παραλάβει από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης και κανένα από αυτά δεν είχε ο ίδιος προεξοφλήσει και εισπράξει την αξία τους.

Με την εκδοχή δε ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως θεματοφύλακας και επικουρικά αδικοπρακτικά με βάση τις διατάξεις για την πρόστηση εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος, ως υπάλληλος αυτής, τελούσε υπό τις οδηγίες και διαταγές της, κατά το χρόνο εκείνο και η πράξη του τελέστηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του ζήτησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη (για την οποία και μόνο ερευνάται η υπόθεση) να του καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό των 60.300.000 δρχ.

τότε, και ήδη 176.962,58 ευρώ, νομιμοτόκως. Το Εφετείο Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 219/2006 οριστική απόφασή του δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που είχε δεχθεί την αγωγή αυτή την οποία αφού εξαφάνισε, μόνο ως προς την εκκαλούσα αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσία ως προς την αναιρεσίβλητη με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές: "Ο ενάγων από το 1980 περίπου ήταν καταθέτης διαφόρων χρηματικών ποσών, βάσει συμβάσεων ανώμαλης παρακαταθήκης (αρθ. 830 εδ.

α ΑΚ). στα υποκαταστήματα της πρώτης εναγόμενης Τράπεζας στη ... και συγκεκριμένα αρχικά στην ..., εν συνεχεία επί της οδού ...στην πόλη της ... και από το έτος 1986 στο ιδρυθέν νέο υποκατάστημά της στην .... Λόγω της μακρόχρονης συναλλαγής του με τα ανωτέρω υποκαταστήματα της πρώτης, εναγόμενης Τράπεζας, γνώριζε χωρίς να έχεε ιδιαίτερες σχέσεις μαζί τους, διάφορους υπαλλήλους της, που ετύγχαναν της απολύτου εμπιστοσύνης του, μεταξύ των οποίων και τον δεύτερο εναγόμενο που υπηρετούσε αρχικά στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην ....

και από το 1986, που ιδρύθηκε το νέο υποκατάστημα της τελευταίας στην ...., μετακινήθηκε στο υποκατάστημα .... Μετά από σύσταση υπαλλήλων της πρώτης εναγόμενης του υποκαταστήματος τής στην ..., ο ενάγων συνήνεσε όπως με το σκοπό επωφελέστερης απόδοσης των καταθέσεων του που είχε σ' αυτήν, αγορασθούν έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, και έτσι με συμψηφισμούς με χρήματα από το βιβλιάριο του καταθέσεων αγοράσθηκαν από το εν λόγω υποκατάστημα ...

της πρώτης εναγομένης για λογαριασμό του ετήσια έντοκα ανώνυμα γραμμάτια στον κομιστή του Ελληνικού Δημοσίου έκδοσης 31-12-1991 και λήξης 31-12-1992 συνολικής ονομαστικής άξιας 50.000.000 δραχμών και έκδοσης 30-9-1992 και λήξης 30-9-1993 συνολικής ονομαστικής αξίας 10.300.000 δραχμών. Ειδικότερα αγοράστηκαν: α) έκδοσης 31-12-1991 και λήξης 31-12-1992 τα με αριθμούς: 1) ...

έως ...συνολικής ονομαστικής αξίας 4.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. έκαστο), 2) ... έως ...συνολικής ονομαστικής αξίας 40.000.000 δρχ. (10.000.000 δρχ. έκαστο), 3) ... έως .. συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. έκαστο), 4) ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. έκαστο), 5) ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ.

έκαστο) ήτοι συνολικής ονομαστικής αξίας 50.000.000 δραχμές και β) έκδοσης 30-9-1992 και λήξης 30-9-1993 τα με αριθμούς: 1) ... έως ... συνολικής ονομαστικής αξίας 300.000 δρχ. (100.000 δρχ. έκαστο), 2) ... έως ... συνολικής ονομαστικής αξίας 3.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. έκαστο), 3) ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ. έκαστο), 4) ... 5.000.000 δρχ., ήτοι συνολικής ονομαστικής αξίας 10.300 δραχμές.

Αρμόδιος για την αγορά εντόκων γραμματίων από το υποκατάστημα ... της πρώτης εναγομένης, ήταν μόνον ο διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος. Για να αγοράσει κάποιος έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, έκανε αίτηση στο διευθυντή, γινόταν η προεγγραφή, κατατίθεντο τα χρήματα, γινόταν αυθημερόν η παραγγελία και σε διάστημα 40 ημερών περίπου, έρχονταν τα έντοκα γραμμάτια στον κομιστή ανώνυμα.

Όταν έρχονταν τα γραμμάτια, ο διευθυντής ειδοποιούσε τον πελάτη αγοραστή για παραλαβή. Ο πελάτης πήγαινε στο ως άνω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης και τα παραλάμβανε ή τα άφηνε στην Τράπεζα προς φύλαξη. Στην περίπτωση που τα γραμμάτια τα κρατούσε η Τράπεζα προς φύλαξη, ο διευθυντής τα καταχωρούσε σε ειδικό βιβλίο, στο οποίο αναγράφοντο το ονοματεπώνυμο του αγοραστή, οι αριθμοί των γραμματίων, η ονομαστική άξια έκαστου γραμμάτιου, ημερομηνία έκδοσης και ημερομηνία λήξης, το οποίο βιβλίο εφυλάσσετο με ευθύνη του διευθυντή στο χρηματοκιβώτιο του υποκαταστήματος αυτού.

Το κλειδί του χρηματοκιβωτίου το είχαν μόνο ο διευθυντής και ο κεντρικός ταμίας του υποκαταστήματος. Διευθυντής του συγκεκριμένου υποκαταστήματος ... ήταν από της ίδρυσης του 1986 μέχρι και το Μάρτιο 1992 ο ..., και από τον Απρίλιο 1992 μέχρι Σεπτέμβριο 1998 ο Δ1 και κεντρικός ταμίας ήταν ο ... . Τα έντοκα ανώνυμα αυτά γραμμάτια στον κομιστή, μπορούσε να τα πάρει, και πριν τη λήξη τους ο αγοραστής δικαιούχος, ανά πάσα στιγμή που θα τα ζητούσε ο ίδιος ή αντιπρόσωπός του με ειδική εξουσιοδότηση.

Ο ενάγων τα προαναφερόμενα έντοκα γραμμάτια που αγόρασε, τα άφησε προς φύλαξη στο ανωτέρω υποκατάστημα ... της πρώτης εναγομένης. Ο δεύτερος εναγόμενος υπηρετούσε στο παραπάνω υποκατάστημα ... της πρώτης εναγομένης, ως απλός ταμίας στο Τ.Ρ. ταμείο ασχολούμενος μόνο με ταμειακές συναλλαγές, δηλαδή καταθέσεις -αναλήψεις και ως εκ της θέσης του αυτής, ποτέ δεν είχε αναλάβει τη διαχείριση των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, των οποίων γραμματίων τη διαχείριση είχε πάντοτε αποκλειστικά και μόνο ο διευθυντής του υποκαταστήματος.

Την 26-11-1992 ο δεύτερος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τη σχέση της απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί από το παρελθόν μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, παρέστησε ψευδώς στον τελευταίο ότι, λόγω του ποσού της επένδυσης του, είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί "πακέτο" το σύνολο των καταθέσεών του με το οποίο ήδη είχε αγοράσει έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, με επωφελέστερη απόδοση και συγκεκριμένα με επιτόκιο 45% ετησίως σε άλλη Τράπεζα και δη στην Τράπεζα Πίστεως, η οποία προς εξασφάλισή του θα εξέδιδε εις διαταγή του αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές.

Ο ενάγων λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης του που είχε από το παρελθόν στο πρόσωπο του δεύτερου εναγομένου, με τον οποίο πραγματοποιούσε μέχρι τότε τις περισσότερες από τις συναλλαγές του κατάθεσης και ανάληψης διαφόρων χρηματικών ποσών, πείσθηκε και αυθημερόν ο ίδιος, ζήτησε και παρέλαβε από τον ..., που αναπλήρωνε τον απουσιάζοντα τότε λόγω κανονικής άδειας διευθυντή Δ1 του υποκαταστήματος ...

της πρώτης εναγομένης, τα παρακάτω έντοκα γραμμάτια υπ' αριθ. ... και ... συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (1.000.000 δραχ. έκαστο), ... και ...συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (1.000.000 δρχ. έκαστο) και ... και ...συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 δραχμών (1.000.000 δρχ. έκαστο), τα οποία γραμμάτια ο ίδιος ο ενάγων τα παρέδωσε στο δεύτερο εναγόμενο.

Την ίδια ημέρα 26-11-1992 ο ενάγων πείσθηκε και υπέγραψε έγγραφο που του έδωσε ο δεύτερος εναγόμενος, το οποίο εμφάνισε ως δήθεν νομιμοποιητικό για την πραγματοποίηση της παραπάνω επένδυσης. Συγκεκριμένα υπέδειξε στον ενάγοντα να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1987 που ήταν ασυμπλήρωτη κατά το κείμενό της και απέσπασε την υπογραφή του, λέγοντας του ότι θα συμπληρωθεί από την Τράπεζα Πίστεως, όπου θα επένδυε "πακέτο" το χρηματικό ποσό των καταθέσεών του, που ήδη είχε επενδύσει, με την αγορά των παραπάνω εντόκων γραμματίων, ενώ στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε ο ενάγων εν λευκώ, ανέγραψε ο δεύτερος εναγόμενος ότι ο ενάγων του παρέδωσε την 1-10-1992 όλα τα πιο πάνω έντοκα γραμμάτια, που είχε αγοράσει συνολικά ονομαστικής αξίας 60.300.000 δραχμών, προκειμένου αυτός (δεύτερος εναγόμενος) να τα προεξοφλήσει και το εισπραττόμενο χρηματικό ποσό να τα διαχειριστεί αυτός, καταβάλλοντάς του 45% επί της ονομαστικής αξίας των εντόκων γραμματίων, με εξασφάλιση παραδίδοντάς του επιταγές έκδοσής του.

Σε εκτέλεση δε της ως άνω συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου, ο τελευταίος την ίδια ημέρα 26-11-1992 παρέδωσε στον πρώτο έξι μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πίστεως, συνολικού ποσού 95.000.000 δραχμών, έκδοσης του ίδιου, εις διαταγήν του, ενάγοντος. Συγκεκριμένα εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...και ...

ποσού 11.250.000 δραχμών εκάστη, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και στις δυο 31-12-1993, τις υπ' αριθμ. ... και ... ποσού 11.250.000 δραχμών εκάστη, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και στις δυο 31-12-1994 και της υπ' αριθ. ....και ... ποσού 25.000.000 δρχ. εκάστη, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης και στις δύο 31-12-1994 εις χρέωση του υπ' αριθμ. ...

προσωπικού λογαριασμού του, που διατηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως Ρόδου. Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος προέβη στην προεξόφληση όλων των αγορασθέντων ως άνω εντόκων γραμματίων του ενάγοντος είτε ο ίδιος είτε δι' άλλων δικών του προσώπων, εισπράττοντας το αντίστοιχο προς αυτά ποσό, το οποίο δεν επένδυσε στην Τράπεζα Πίστεως, ούτε απέδωσε στον ενάγοντα.

Το γεγονός ότι ο τελευταίος (ενάγων) είχε πεισθεί από τις αναληθείς παραστάσεις του δευτέρου εναγόμενου των προαναφερομένων γεγονότων περί επωφελέστερης επένδυσης των χρημάτων των καταθέσεών του που είχε ήδη επενδύσει με την αγορά των εντόκων γραμματίων σε άλλη Τράπεζα, και δη στην Τράπεζα Πίστεως με επιτόκιο 45% ετησίως, προκύπτει και από την ενέργεια του ιδίου (ενάγοντος), που τις δύο από τις πιο πάνω επιταγές που έφεραν ημερομηνία 31-12-1993 ποσού 11.250.000 δραχμών εκάστη τις εμφάνισε ο ίδιος στο υποκατάστημα Ρόδου της πληρώτριας Τράπεζας Πίστεως προς εξόφληση τους την 10-1-1994, οι οποίες ήταν ακάλυπτες και σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως αυτό προκύπτει από τα σώματα των δύο αυτών επιταγών σε φωτοαντίγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη εναγομένη Τράπεζα.

Μετά απ' αυτά, αφού η προδιαληφθείσα ζημιογόνος συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου (....), εις βάρος του ενάγοντος δεν απέρρευσε από αιτία σχετική προς την ανατεθείσα σ' αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) υπηρεσία από την πρώτη εναγομένη Εμπορική Τράπεζα του απλού ταμία στο υποκατάστημα της ..., ούτε εξ αφορμής της ως άνω υπηρεσίας που είχε ανατεθεί σ' αυτόν, αλλά απέρρευσε από τη φιλική και εξωτραπεζική μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου συναλλαγή, που αφορούσε την επωφελέστερη, "πακέτο" απόδοση των χρημάτων των καταθέσεων του ενάγοντος, που ήδη είχε επενδύσει με την αγορά των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου συνολικής ονομαστικής αξίας 60.300.000 δραχμών, σε άλλη τράπεζα και δη στην Τράπεζα Πίστεως με επιτόκιο 45% ετησίως, η πρώτη εναγομένη δεν ευθύνεται, για την όποια ζημία υπέστη ο ενάγων από την προπεριγραφόμενη εξωτραπεζική ζημιογόνο συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, γι' αυτό η αγωγή ως προς αυτή κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη".

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με τη σαφή παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πιο πάνω βασικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι: "Η απώλεια της κατοχής των ένδικων εντόκων γραμματίων από το χώρο της φύλαξής τους στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης είχε συντελεσθεί πριν από 26-11-1992, που φέρεται ότι καταρτίσθηκε η πιο πάνω ιδιωτική εξωτραπεζική συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης δεύτερου αρχικά εναγομένου, ο οποίος αφού πλαστογράφησε τις δύο από τις τρεις υπογραφές του αναιρεσείοντος στο βιβλίο κινήσεως της αναιρεσίβλητης και έθεσε ως ψευδή χρονολογία αναλήψεως των ένδικων εντόκων γραμματίων, την 26-11-1992 προεξόφλησε από τα πιο πάνω ένδικα έντοκα γραμμάτια στις 10-11-1992 στην Τράπεζα Πίστεως τρία έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 12.000.000 δρχ.

και στις 25-11-1992 δύο έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 2.000.000 δρχ.". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις πιο πάνω παραδοχές της για να καταλήξει στο αποδεικτικό του απορριπτικό πόρισμα για την άμεση σχέση μεταξύ της εξωτραπεζικής συναλλαγής και της απώλειας των έντοκων γραμματίων του αναιρεσείοντος συνέδεσε αποκλειστικά τη λήξη της σύμβασης παρακαταθήκης των ένδικων έντοκων γραμματίων με την κατάρτιση στις 26-11-1992 της πιο πάνω συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, και έθεσε ως αφετήριο χρονικό σημείο για τις εκ μέρους του ίδιου υπαλλήλου ή συνεργατών του μεταγενέστερες προεξοφλήσεις των ένδικων έντοκων γραμματίων την ίδια χρονολογία της 26-11-1992.

Με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασής του όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αναφερόμενα ως "πράγματα" στην αγωγή του αναιρεσείοντος κρίσιμα γεγονότα των συγκεκριμένων κατά χρόνο δύο προεξοφλήσεων των έντοκων γραμματίων, πριν από την 26-11-1992 αλλά και την πλαστογράφηση - νόθευση του βιβλίου κινήσεως του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης, καθόσον αφορά την δήθεν υπογραφή του αναιρεσείοντος ως αναλαβόντος κατά τη δήθεν χρονολογία της 26-11-1992, που δεν αντέκρουσε (το Εφετείο) σαφώς εκ των πραγμάτων ούτε με τις υπόλοιπες παραδοχές του, και ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος. (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 219/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ