Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and procedural errors in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision of 531/2006. The court found the lower court's assessment of evidence regarding a debt dispute to be correct and the appellant's arguments inadmissible. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all legally presented evidence without requiring separate evaluation, and an appeal based on alleged failure to do so is inadmissible if the overall decision reflects a comprehensive assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1328 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1328/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Βγόντζας.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ηλίας Ηλιακόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.07.1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 53/1995 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 554/1996 μη οριστική και 86/1998 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 01.07.2000 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 406/2002 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση 86/1998 του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση 531/2006 του παραπάνω δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23.02.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 30.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε: 1) την από 5.8.1994 εξώδικη απάντηση - δήλωσή του προς τον αναιρεσίβλητο που επιδόθηκε στον τελευταίο με την υπ' αριθ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδας ..., 2) Το από 8.7.1991 έγγραφο παράδοσης των συναλλαγματικών στην Εθνική Τράπεζα (υποκατάστημα ...) με αποδέκτη την Α για αγορά αυτοκινήτου από αυτόν και σχετική πίστωση μέρους του τιμήματος αγοράς του αυτοκινήτου, για την εξόφληση των οποίων, ο αναιρεσίβλητος εξέδωσε την επιταγή του 1.000.000 δραχμών προς αυτόν. 3) Τη σχετική δήλωσή του προς την Εθνική Τράπεζα προς είσπραξη της συναλλαγματικής των 545.000 δραχμών με ημερομηνία λήξης την 30.1.1992. 4) Το εκκαθαριστικό για την συναλλαγματική των 700.000 δραχμών και 5) Την από 25.5.1992 απόδειξη πληρωμής των 1.530.000 δραχμών συνολικά σε αυτόν από τον αναιρεσίβλητο για λογαριασμό της Α (συζύγου του ανωτέρω αναφερόμενου Β), που εκδόθηκε όταν επήλθε η ρύθμιση και πληρωμή της οφειλής της τελευταίας προς αυτόν, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα για την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται στην επόμενη σκέψη της παρούσης με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι: "ναι μεν εισέπραξε την τραπεζική επιταγή του 1.000.000 δρχ. (με την οποία ο αναιρεσίβλητος ισχυριζόταν ότι του κατέβαλε τη ζητούμενη με την αγωγή προκαταβολή), όχι όμως για την αιτία που ανέφερε ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, αλλά για λογαριασμό της οφειλέτριάς του Α, της οποίας ο σύζυγος ήταν δανειστής του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και ότι ο τελευταίος για την εξόφληση του χρέους του προς το σύζυγο της Α συμφώνησε να του δώσει την πιο πάνω επιταγή και μία άλλη έκδοσης τρίτου, ποσού 530.000 δρχ.", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο κατά τα καθοριζόμενα με αυτήν όρια, και επομένως στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται σε μία βάση, που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την άσκηση έφεσης από τον εναγόμενο που ηττήθηκε, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο αυτοδικαίως ως προς τη μοναδική αγωγική βάση για την οποία προβάλλονται παράπονα με την έφεση.
Στην περίπτωση αυτή, η αγωγική βάση, που αποτελεί κατά τα προαναφερθέντα "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον κανόνα του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά των ισχυρισμών που τη συγκροτούν με την επανυποβολή τους με τις προτάσεις του ενάγοντος ως εφεσιβλήτου, που θα κατατεθούν στο Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 25.7.1994 αγωγή του και κατά την μοναδική βάση της ζήτησε την καταβολή (επιστροφή) από τον αναιρεσείοντα κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, του ποσού του 1.000.000 δρχ., που αποτελούσε δοθείσα προκαταβολή από αυτόν (αναιρεσίβλητο) στον αναιρεσείοντα, με την παράδοση στον τελευταίο εισπραχθείσας στη συνέχεια ισόποσης τραπεζικής επιταγής, για την πώληση από τον αναιρεσείοντα προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) αυτοκινήτου, από την οποία υπαναχώρησε ο τελευταίος γιατί ο αναιρεσείων δεν εκπλήρωσε έγκαιρα τις υποχρεώσεις του για παράδοση του αυτοκινήτου.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατ' αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 8.11.1995 έφεσή του, παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη του ισχυρισμού του που αφορά ο προαναφερθείς πρώτος λόγος αναίρεσης.
Η έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε από το Εφετείο που τη δίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις ακόλουθες παραδοχές: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων Γ και Β που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την ανωμοτί εξέταση των διαδίκων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 23-1-1998, μετά την έκδοση της 554/1996 αποφάσεως, με την οποία διατάχθηκε αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη τόσο για άμεση απόδειξη όσο και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Στις 25-5-1992 στο ... ο ενάγων συνήψε με τον εναγόμενο που διατηρεί κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων και είναι εμπορικός αντιπρόσωπος της εταιρείας NISSAN σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να παραδώσει στον ενάγοντα, μέσα σε προθεσμία έξι μηνών, ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES τύπου 200, το οποίο επρόκειτο να εισαγάγει από τη Γερμανία, αντί συνολικού τιμήματος 5.000.000 έως 6.000.000 δραχμών, ανάλογα με την πραγματική κατάσταση του αυτοκινήτου, το οποίο δεν είχε ανευρεθεί ακόμη.
Ως προκαταβολή του τιμήματος ο ενάγων κατέβαλε στις 29-5-1992 το ποσό 1.000.000 δραχμών με την ..... ισόποση επιταγή της Εμπορικής τράπεζας, εκδόσεώς του σε διαταγή του εναγομένου, ο οποίος και την εισέπραξε αυθημερόν. Ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε της συμβατικές του υποχρεώσεις μέσα στη συμφωνημένη προθεσμία, κατόπιν αυτού δε ο ενάγων στις 4-8-1994 του επέδωσε την από 10-7-1994 εξώδικη δήλωση, με την οποία τον καλούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του μέσα σε μία εβδομάδα από την επίδοση της, δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας, υπαναχωρεί από τη σύμβαση.
Πλην όμως, ο εναγόμενος δεν τήρησε και πάλι τις συμβατικές υποχρεώσεις του μέσα στην προθεσμία που του έταξε ο ενάγων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η υπαναχώρηση επέφερε απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συμβαλλομένων για παροχή και κατά συνέπεια ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό που έλαβε από τον τελευταίο ως προκαταβολή του τιμήματος, κατά το οποίο έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία, εφόσον η αιτία για την οποία αυτό δόθηκε δεν επακολούθησε, με το νόμιμο τόκο από την υπαναχώρηση, δηλ.
από 12-8-1994, αφού έκτοτε αυτός όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση (άρθρο 912 εδ. α ΑΚ). Για τη σύναψη της συμβάσεως που προαναφέρθηκε και την καταβολή ποσού 1.000.000 δραχμών, ως προκαταβολή του τιμήματος κατέθεσε ρητά και πειστικά ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο μάρτυρας του ενάγοντος Γ. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι εισέπραξε την επιταγή 1.000.000 δραχμών, όχι όμως ως προκαταβολή του τιμήματος αλλά για λογαριασμό της οφειλέτριάς του Α, της οποίας ο σύζυγος ήταν δανειστής του ενάγοντος (κατά τον ισχυρισμό του ο ενάγων, έμπορος πατάτας όφειλε ποσό στον σύζυγο της Α, Β, μεσίτη, από προμήθειές του από τη συλλογή πατάτας για λογαριασμό του ενάγοντος) και ότι ο τελευταίος για την εξόφληση του χρέους του προς τον σύζυγο της Α, συμφώνησε να του δώσει την ένδικη επιταγή καθώς επίσης και μία άλλη επιταγή εκδόσεως τρίτου 530.000 δραχμών (της οποίας τα στοιχεία δεν προσδιόρισε).
Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν βεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα για τον ισχυρισμό αυτό κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως μάρτυρας του εναγομένου ο Β, όμως η κατάθεσή του ελέγχεται ως ελάχιστα πειστική, δεδομένου ότι αυτός είχε αντιδικία με τον ενάγοντα, ο οποίος, έχοντας απαίτηση εναντίον του 1.840.000 δραχμών, εξέδωσε σε βάρος του την 65/1993 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Ορεστιάδας και επέσπευσε εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση.
Άλλωστε, όσα κατέθεσε ο Β ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έρχονται σε αντίθεση με όσα κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της 65/1993 διαταγής πληρωμής που προαναφέρθηκε, επί της οποίας εκδόθηκε η 18/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας.
Ειδικότερα ενώπιον του πιο πάνω Ειρηνοδικείου δεν ανέφερε τίποτε σχετικό για την έκδοση της ένδικης επιταγής 1.000.000 δραχμών, δεν πιθανολογήθηκε δε η ύπαρξη ανταπαιτήσεώς του κατά του ενάγοντος από προμήθειες για τη συλλογή πατάτας για λογαριασμό του τελευταίου, δεδομένου ότι απορρίφθηκε με την πιο πάνω 18/1994 απόφασή του Ειρηνοδικείου Ορεστιάδας, ο σχετικός ισχυρισμός του.
Συνακόλουθα, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή είναι κατ' ουσία βάσιμη και έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την υπαναχώρηση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ομοίως και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο στήριξε το απορριπτικό της έφεσής του διατακτικό και την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης για παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου στα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά και ισχυρισμούς, που αποτελούσαν και την ιστορική βάση της ίδιας αγωγής, παρά το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτά και οι ισχυρισμοί δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα με τις από 28.4.1995 έγγραφες προτάσεις του, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 531/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ