Legislator Case Law & Legislation
1327/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding unpaid severance pay.

Case Number 1327/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court erred in finding the claim for 100,000 euros in severance pay inadmissible due to a lack of proof regarding his employment contract terms. The court held that the appellate court correctly evaluated all evidence, including the appellant's employment announcement, and did not commit a reversible error by rejecting the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(2) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's assessment of evidence regarding the admissibility of a claim for severance pay constitutes a valid exercise of judicial discretion and does not amount to a reversible error of law.

Keywords

AI generated
labor dispute severance pay appeal dismissal evidence assessment employment contract reversible error judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1327 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Σαράντου, η οποία ανακάλεσε την από 10-3-2025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΕΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Α. Β. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Αζαριάδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό την κρίση, από 4-1-2023 με αριθμ.καταθ.115/6/5-1-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 13/5-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί α) της από 19-2-2019 (αριθ.καταθ.16140/1175/19-2-2019) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της από 18-2-2019 (αριθμ.καταθ.16708/1216/20-2-2019) έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 71/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 2-6-2016 (αριθμ.καταθ.27868/944/2016) αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος-ενάγοντος, την είχε απορρίψει ως αόριστη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των δευτέρου των εναγομένων ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς την πρώτη τούτων την είχε απορρίψει κατ'ουσίαν κατά την αιτούμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, και την είχε δεχθεί κατά τα λοιπά εν μέρει κατ'ουσία, και συγκεκριμένα είχε αναγνωρίσει ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη-εργοδότρια, δυνάμει της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οφείλει στον ενάγοντα-ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 100.000 ευρώ, ως συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή του, και είχε υποχρεώσει την ίδια να του καταβάλει, μετά από μερική ουσιαστική παραδοχή της εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασή της, το μεν καταψηφιστικά το δε αναγνωριστικά, το ποσό των (7.485,80+2.193,10=) 9.678,90 ευρώ, ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, νομιμοτόκως.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία τις αντίθετες εφέσεις, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης α) απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ως αόριστη, όπως είχε απορριφθεί και με την εκκαλουμένη απόφαση (εξαφανιζομένης της τελευταίας κατά το μέρος τούτο λόγω του γενόμενου συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων των διαδίκων) και β) ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία-εργοδότρια, αφού έκρινε αβάσιμη κατ'ουσία την αγωγή, ως προς την αιτούμενη συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή των 100.000 ευρώ, την εύλογη χρηματική ικανοποίηση και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, την δέχθηκε κατά τα λοιπά κατ'ουσίαν, μετά από απόρριψη της, εκ του άρθρου 416 ΑΚ επαναφερθείσας με λόγο έφεσης, ένστασης ως αόριστης, επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, το μεν καταψηφιστικά το δε αναγνωριστικά το ποσό των (24.328,85+5.117,52=) 29.446,37 ευρώ, ως δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές του διαστήματος από Ιανουάριο του 2012 έως Ιανουάριο του 2013 και επιδόματα εορτών και αδείας των ίδιων ετών, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (5-1-2021) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (5-1-2023) δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών, η οποία άρχισε από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή στις 6-1-2021 (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής θα πρέπει ν' αναφέρεται πρωτίστως η ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 474/2024, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 1003/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 849 εδ. α' ΑΚ η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, το έγγραφο απαιτείται ως συστατικός τύπος της δήλωσης βουλήσεως του εγγυητή, χωρίς την τήρηση του οποίου δεν παράγεται η εγγυητική ευθύνη. Επομένως, ουσιαστική προϋπόθεση για την γένεση της αξίωσης του δανειστή κατά του εγγυητή από τη σύμβαση εγγύησης είναι η ύπαρξη δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου, δια του οποίου ο εγγυητής δήλωσε την περί εγγυήσεως βούλησή του για ορισμένο χρέος. Το έγγραφο δε αυτό, ως συστατικό στοιχείο της έννομης σχέσης της εγγύησης, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 823/2022, ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 1791/2007).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 111/2020). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, όπως και η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, και ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 474/2024, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 707/2022, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 935/2020).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920. Με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης υπ' αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του 4 του ανωτέρω π.δ/τος, με τη μεταβίβαση κλπ της επιχείρησης και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στον διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση κλπ ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση κλπ της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ." (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).

Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξαρτήτως της νομικής αιτίας και της μορφής μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ., για την οποία δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο οι εργαζόμενοι. Ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάστηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεστεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1801/2023, 1809/2023, ΑΠ 317/2022).

Έτσι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης κλπ της επιχείρησής του, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή, χρονικό διάστημα, ο οποίος ευθύνεται, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη μόνο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 1899/2023, ΑΠ 1809/2023, ΑΠ 1801/2023), ο οποίος και μόνο ευθύνεται εντεύθεν έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών, απεριόριστα, κατά διάσπαση της κατά το άρθρο 479 ΑΚ αρχής της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση (ΑΠ 1809/2023), μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση (ΑΠ 2039/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής του, την αγωγή του ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ως αόριστη, την οποία και απέρριψε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφαση που είχε κρίνει όμοια (λόγω του γενόμενου συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων των διαδίκων), παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η αγωγή του ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ήταν ορισμένη και ειδικότερα στο δικόγραφό της περιλαμβάνονταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 6 παρ.1 του ν.2112/1990 και 2 παρ.1, 4 παρ.1 του πδ 178/2002 και 479 ΑΚ, που θεμελίωναν την επικαλούμενη εις ολόκληρον ευθύνη του, με την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, για την καταβολή της συμφωνημένης, με τη ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφάπαξ αμοιβής του, ποσού 100.000 ευρώ, λόγω μεταβολής του προσώπου του, ως αρχικού εργοδότη του, με τον μετασχηματισμό της ατομικής του επιχείρησης, κατά το ν.

ν.2166/1993, σε ανώνυμη εταιρία, την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη. Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2-6-2016 (αριθμ.εκθ.καταθ.27868/ 944/2016) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων], ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο του 2007 ο δεύτερος εναγόμενος [ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος] με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον προσέλαβε για να παρέχει τις υπηρεσίες του στη διοίκηση της ιδιωτικής κλινικής του, που λειτουργούσε υπό τη μορφή ατομικής επιχείρησης, τις οποίες ο ίδιος του παρείχε άμεσα, αντί συμφωνημένων μηνιαίων μικτών αποδοχών ποσού 3.000 ευρώ, και επίσης με την ίδια σύμβαση του ανέθεσε και την εξασφάλιση χρηματοδότησης, εξ ολοκλήρου από τράπεζες, και την υλοποίηση ενός επενδυτικού προγράμματος για την υλικοτεχνική αναβάθμιση και λειτουργική αναδιοργάνωση της κλινικής του σύμφωνα με τα σύγχρονα πρότυπα, εντός των επομένων τριών ετών, έναντι συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής του, ποσού 100.000 ευρώ, καταβλητέας με την ολοκλήρωση του προγράμματος αυτού.

Ότι, επειδή προαπαιτούμενη για την εξασφάλιση χρηματοδότησης, με τραπεζικό δανεισμό, του άνω επενδυτικού προγράμματος ήταν η λειτουργία της επιχείρησης του εργοδότη του υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, αυτή, λίγους μήνες μετά την κατάρτιση της άνω σύμβασής τους, με την υπ'αριθμ. ...-2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Κ. και δυνάμει του ν. 2166/1993, μετασχηματίστηκε σε ανώνυμη εταιρία, την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη], η οποία, λόγω της επελθούσας μεταβολής στο πρόσωπο του ανωτέρω αρχικού εργοδότη του-δεύτερου εναγομένου, κατέστη νέα διάδοχος εργοδότριά του στην ανωτέρω σύμβαση εργασίας με τους προαναφερόμενους όρους και συμφωνίες, και σε αυτήν έκτοτε (την πρώτη εναγόμενη) ο ίδιος παρείχε τις υπηρεσίες του ως Γενικός Διευθυντής της κλινικής της, εργαζόμενος παράλληλα για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης του επενδυτικού προγράμματος του εκσυγχρονισμού της και την υλοποίησή του.

Ότι το επενδυτικό αυτό πρόγραμμα το υλοποίησε στο τέλος Σεπτεμβρίου 2011, ένα περίπου έτος μετά το συμφωνημένο χρόνο των τριών ετών, που είχε αρχικά προβλεφθεί για την υλοποίησή του, λόγω της καθυστέρησης της χρηματοδότησης της επένδυσης από τις πιστώτριες τράπεζες. Ότι μετά ταύτα ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης εναγομένης-νέας εργοδότριάς του, εγγυήθηκε προσωπικά την καταβολή της άνω αμοιβής του, ποσού 100.000 ευρώ, με βάση δε τα προαναφερόμενα ο ίδιος ευθύνεται ατομικά έναντί του για την καταβολή της, μετά την ολοκλήρωση εκ μέρους του του επενδυτικού προγράμματος στο τέλος Σεπτεμβρίου 2011, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη.

Κατόπιν τούτων ο ενάγων ζήτησε (μεταξύ άλλων) να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να του καταβάλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, το ποσό των 100.000 ευρώ, που αφορά δεδουλευμένες αποδοχές του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 30ης Σεπτεμβρίου 2011 που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως με το νόμιμο τόκο επιδικίας από 29-7-2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με την υπ'αριθμ. 71/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος που αφορά στον δεύτερο εναγόμενο-και ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο- απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας- όπως είχε ισχυριστεί και ο δεύτερος εναγόμενος- με την αιτιολογία της μη αναφοράς στο δικόγραφό της των απαιτούμενων πραγματικών περιστατικών της επικαλούμενης για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης του από σύμβαση εγγύησης.

Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 19-2-2019 (αριθ.καταθ.16140/1175/ 2019) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος- που συνεκδικάστηκε με την αντίθετη έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων-το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 13/2021 απόφασή του, κρίνοντας επίσης αόριστη την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο με την ίδια αιτιολογία, την απέρριψε για λόγο αυτό ως απαράδεκτη, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, την οποία εξαφάνισε κατά το μέρος τούτο λόγω του γενόμενου συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων των διαδίκων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Ειδικότερα, κατά το μέρος που αφορά στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή για την επικαλούμενη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, ευθύνη του για καταβολή της ένδικης αμοιβής των 100.000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 του ν.2112/1990 και 2 παρ.1, 4 παρ.1 του πδ 178/2002, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της οι απαιτούμενες, κατά τη σκέψη που προηγήθηκε, προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Συγκεκριμένα, με βάση τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, κατά το χρόνο μεταβολής του προσώπου του αρχικού εργοδότη του-του δεύτερου αναιρεσίβλητου με τον μετασχηματισμό της ατομικής του επιχείρησης σε ανώνυμη εταιρία (την πρώτη εναγομένη), δυνάμει του ν.2166/1993, δεν υπήρχε γενεσιουργός νομικός λόγος ευθύνης του, ως αρχικού εργοδότη του αναιρεσείοντος, για καταβολή σε αυτόν του αιτούμενου ποσού των 100.000 ευρώ, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη-νέα εργοδότριά του, δηλαδή δεν είχαν συντελεστεί μέχρι τότε τα παραγωγικά αίτια για την επικαλούμενη αυτή υποχρέωση του δευτέρου εναγόμενου.

Αντίθετα κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο μετασχηματισμός της ατομικής του επιχείρησης σε ανώνυμη εταιρία ήταν προαπαιτούμενος για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης του περιγραφόμενου επενδυτικού προγράμματος και την υλοποίησή του, που ανατέθηκε, όπως ιστορείται, με όρο της ένδικης σύμβασης στον αναιρεσείοντα αντί της άνω εφάπαξ συμφωνημένης αμοιβής του των 100.000 ευρώ.

Συνακόλουθα ο αναιρεσείων, παρείχε όλες τις σχετικές με την εξασφάλιση της χρηματοδότησης και την υλοποίηση του προγράμματος υπηρεσίες μεταγενέστερα της ανωτέρω μεταβολής του προσώπου αρχικού εργοδότου του-δεύτερου αναιρεσιβλήτου, στην πρώτη αναιρεσίβλητη- νέα εργοδότριά του, με συνέπεια να θεμελιώνεται κατά νόμο και δη κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα και με τη σκέψη που προηγήθηκε, μόνο δική της ευθύνη εκ της ένδικης σύμβασης έναντί του για την καταβολή της ανωτέρω αιτούμενης αμοιβής του και όχι και του αρχικού εργοδότη- δευτέρου αναιρεσιβλήτου, εις ολόκληρον με αυτή.

Συνεπώς στην αγωγή δεν περιλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση της επικαλούμενης εις ολόκληρον, με την πρώτη αναιρεσίβλητη, ευθύνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου ως αρχικού εργοδότη του αναιρεσείοντος για την καταβολή της άνω αμοιβής του των 100.000 ευρώ, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης.

Αλλά ούτε και στην αναφερόμενη στον ίδιο λόγο διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ θεμελιώνεται η εν λόγω εις ολόκληρον ευθύνη του δεύτερου αναιρεσείοντος, καθόσον η διάταξη αυτή αφορά μόνο στην ευθύνη του αποκτώντος μία επιχείρηση, μετά από μεταβίβασή της, έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών, και τέτοια ιδιότητα δεν έχει, κατά τα εκτιθέμενα, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος.

Μετά ταύτα, με βάση το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης αγωγής, επιχειρείται θεμελίωσή της ως προς την επικαλούμενη ευθύνη του δευτέρου εναγομένου, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, για καταβολή της αιτούμενης συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής ποσού 100.000 ευρώ, μετά την υλοποίηση του περιγραφόμενου επενδυτικού προγράμματος, μόνο σε σύμβαση εγγύησης του άρθρου 847 ΑΚ, πλην όμως για τη θεμελίωση της εγγυητικής του ευθύνης δεν ιστορούνται τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά.

Ειδικότερα δεν εκτίθεται στην αγωγή, όπως απαιτείται για το ορισμένο της σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, ότι για την κατάρτιση της μεταξύ του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος ιστορούμενης σύμβασης εγγύησης, τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός της σύμβασης αυτής, κατ'άρθρο 849 ΑΚ.

Έτσι το περιεχόμενο της αγωγής είναι ελλιπές και δεν ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.." και δεν εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τη διάταξη αυτή σκοπός, της παροχής δυνατότητας στο δικαστήριο της νομικής της θεμελίωσης, με συνέπεια την αοριστία της.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά τα άνω, απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ως απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Τέλος, οι αναφερόμενοι από τον αναιρεσείοντα στον ίδιο λόγο αναίρεσης, ως προβληθέντες το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμοί του, για την ύπαρξη ατομικής ευθύνης του δεύτερου αναιρεσίβλητου έναντί του προς καταβολή του ποσού των 100.000 ευρώ, λόγω άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της φαινομενικά μόνο υπόχρεης προς τούτο πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, συνιστούν απαράδεκτη, κατ'άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής του και δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για τη νομική της θεμελίωση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της σύμβασης ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.

Για την εφαρμογή όμως της άνω διατάξεως του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ. α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασής του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει τα διαζευκτικά τα δικαιώματα:

α) ν' αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1715/2023, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 632/2020).

Με το άρθρο δε 56 ν. 4487/2017 (Φ.Ε.Κ. Α` 116/9.8.2017), προστέθηκε εδ.γ' στη διάταξη του άρθρου 7 του ν.2112/1920, το οποίο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 58 Ν. 4635/2019 (ΦΕΚ A` 167/30.10.2019), όριζε ότι: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης".

Η ανωτέρω, προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του ν.2112/1920, εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια να μην θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία του εργοδότη του (ΑΠ 1215/2022) και να αποχωρήσει ο ίδιος οικειοθελώς από την εργασία του εργασία του (ΑΠ 510/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 474/2024, 1123/2022, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 474/2024, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020).

Με τη διάταξη δε του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), όπως συμβαίνει και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 510/2024, ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022).

Τέλος ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εάν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 814/2021, ΑΠ 81/2020). Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του Α) υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν καταγγέλθηκε από την εργοδότριά του-πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως ο ίδιος θεώρησε κατόπιν της εκ μέρους της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασής τους, και συνακόλουθα (κρίνοντας) αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει κατ'ουσία την αγωγή του για το λόγο αυτό ως προς την αιτούμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, καθόσον α) δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" που προτάθηκε και δη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του περί αφαίρεσης των καθηκόντων του Γενικού Διευθυντή και του Διευθύνοντος Συμβούλου της και στέρησης της ενημέρωσής του για τα ζητήματα της επιχείρησης της και β) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 7 του ν.2112/1920, αλλά και πλαγίου, με ανεπαρκείς και αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας από την εργοδότριά του, με καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, και με την αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών του, θεωρουμένης αυτής από τον ίδιο ως έκτακτης καταγγελία της (1ος λόγος αναίρεσης) και Β) δεχόμενο (το Εφετείο) ως βάσιμο το λόγο της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά παραδοχή της έφεσης αυτής, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απορρίπτοντας κατ'ουσία την αγωγή του ως προς την αιτούμενη, δυνάμει της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή των 100.000 ευρώ, ως μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις 648 και 361 του ΑΚ, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του περιεχομένου της ένδικης σύμβασης σχετικά με τις συμφωνημένες υπηρεσίες του και αποδοχές του, αλλά και την παροχή των υπηρεσιών του (4ος λόγος αναίρεσης).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: "Ο πατέρας του δεύτερου εναγόμενου [ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου] από το έτος 1975 διατηρούσε ατομική επιχείρηση, λειτουργώντας ιδιόκτητη κλινική με αντικείμενο την παροχή ιατρικών υπηρεσιών έως το έτος 1992 οπότε και τη μεταβίβασε στον υιό του.

Με την υπ'αριθμ. ....2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ., συστήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΕΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα το Αιγάλεω Αττικής, οδός ... (πρώτη εναγομένη) [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] η οποία δημιουργήθηκε από τη μετατροπή της ατομικής επιχείρησης του δεύτερου εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2166/1993 "Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" [....] Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων], που τυγχάνει πτυχιούχος χημικός μηχανικός με μεταπτυχιακό τίτλο στη διοίκηση επιχειρήσεων, δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από την ατομική επιχείρηση που διατηρούσε ο δεύτερος εναγόμενος στις 17-4-2007, προκειμένου να εργαστεί αρχικά ως Τεχνικός Διευθυντής (βλ.

την από 17-4-2007 αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ), και ακολούθως ως Γενικός Διευθυντής αυτής, μετά δε τη σύσταση της πρώτης εναγομένης συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτή, με τους ίδιους και εργασίες, ενώ μετείχε στο διοικητικό της συμβούλιο με δικαίωμα υπογραφής, μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ, ενώ Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, που έδινε τις εντολές και οδηγίες στον ενάγοντα, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πέμπτου λόγου της από 19-2-2019 έφεσης που ψέγει την εκκαλουμένη ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων προσλήφθηκε αρχικά ως Τεχνικός διευθυντής και στη συνέχεια έγινε Γενικός Διευθυντής.

Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες που του ανατέθηκαν αφορούσαν κυρίως στην παροχή διοικητικών υπηρεσιών και ειδικότερα στην επίβλεψη της εύρυθμης λειτουργίας της κλινικής, την επαφή με τους προμηθευτές και τους υπεύθυνους των ασφαλιστικών ταμείων για τις μηνιαίες πληρωμές και τον εν γένει έλεγχο της κλινικής, τόσο ως προς το προσωπικό, όσο και ως προς τους συνεργάτες της, λόγω δε του γεγονότος ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης αντιμετώπιζε από το 2012 οικονομικά προβλήματα συμμετείχε με το δεύτερο εναγόμενο και το λοιπό προσωπικό στη λειτουργική αναδιοργάνωση και την τεχνολογική αναβάθμισή της, καθώς και στην εκτέλεση του σχετικού οργανογράμματος και στην επεξεργασία ενός επιχειρηματικού σχεδίου για την εξασφάλιση χρηματοδότησης που αφορούσε την ανακατασκευή των χειρουργείων, την δημιουργία ΜΕΘ, τη δημιουργία εξωτερικών ιατρείων, την εγκατάσταση και λειτουργία συγκροτήματος αξονικού και μαγνητικού τομογράφου και την ανακαίνιση των νοσηλευτικών μονάδων.

Ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ μικτά, ποσό που δικαιολογείται, αφενός λόγω της έλλειψης εμπειρίας του στο χώρο της υγείας, της συμμετοχής του στο ΔΣ της πρώτης εναγομένης και στην ιδιότητά του ως Δ/νων σύμβουλος αυτής (βλ. το με αριθμ. φύλλου 12434/25-10-2007 ΦΕΚ) καθώς και της κακής οικονομικής κατάστασης της τελευταίας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι ανώτεροι μισθοί που ελάμβαναν υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης οι οποίοι ανήκαν στο ιατρικό προσωπικό, κυμαίνονταν περίπου στο ποσό των 1.500 ευρώ (βλ.

κατάσταση προσωπικού). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι πέραν των μηνιαίων αποδοχών του, συμφωνήθηκε προφορικώς με το δεύτερο εναγόμενο, ότι θα λάμβανε, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος αναμόρφωσης και αναδιοργάνωσης της επιχείρησης, εφάπαξ, το ποσό των 100.000 ευρώ. Ο παραπάνω ισχυρισμός από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε.

Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι ο ενάγων, στην από 29-1-2013 εξώδικη δήλωση που απηύθυνε στην πρώτη εναγόμενη, αιτείται την καταβολή των καθυστερημένων δεδουλευμένων αποδοχών του από τον Ιανουάριο του 2012 και μετά, χωρίς όμως να κάνει καμία αναφορά τη διεκδίκηση του παραπάνω ποσού, ενώ επίσης ουδεμία μνεία αυτού έγινε σε κάποιο άλλο έγγραφο.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Ε. Μ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού όσα κατέθεσε τα γνωρίζει από το συζητήσεις της με τον ενάγοντα, εφόσον εργάζεται στην πρώτη εναγόμενη από το έτος 2009 και μετά.

Εξάλλου, όπως αναφέρει επί λέξει στην υπ' άριθμ. ...-2014 ένορκη βεβαίωση, που εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, ο μάρτυς Γ. Α., που εργάζεται ως λογιστής στην πρώτη εναγόμενη... "ποτέ δεν άκουσα ότι ο Σ. θα ελάμβανε το ποσό των 100.000 ευρώ ως έξτρα αμοιβή, δεδομένου ότι αν υπήρχε κάτι τέτοιο θα το γνώριζα πολύ καλά και ως υπεύθυνος του λογιστηρίου και ως άνθρωπος που γνωρίζω τον κ.Β.

από παιδί...". Αναφορικά με το ποσό αυτό ο μάρτυς απόδειξης Κ. Λ., η κατάθεση του οποίου κρίνεται μειωμένης αξιοπιστίας καθώς τυγχάνει κουμπάρος του ενάγοντος και μέλος του πρώτου ΔΣ της πρώτης εναγόμενης, ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 7-10-2014, οπότε και εκδόθηκε η με αριθμό 1426/2015 απόφαση που απέρριψε την προγενεστέρως, της κρινόμενης, ασκηθείσα από 24-7-2013 αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων, αναφέρει ότι γνωρίζει για τη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγόμενου μετά από συζήτηση που είχε με τον ενάγοντα.

Σε κάθε περίπτωση, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και συναλλακτικής πρακτικής, δε δικαιολογείται η έλλειψη έγγραφου τύπου για μία, τέτοιου οικονομικού μεγέθους, συμφωνία που αφορά ένα σημαντικά υψηλό χρηματικό ποσό, η οποία και θα αποτύπωνε και τους επί μέρους όρους της συμφωνίας καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, ενόψει του ότι το ποσό θα καταβαλλόταν σε βάθος χρόνου τουλάχιστον τριών ετών, οι φιλικές δε σχέσεις του ενάγοντος με τον δεύτερο εναγόμενο δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν τη μη ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας μεταξύ τους.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται την εφάπαξ αμοιβή των 100.000 ευρώ, έσφαλε και τα όσα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τους τέσσερις πρώτους λόγους της από 18-2-2019 έφεσής τους, με την οποία πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση ως προ το παραπάνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, τυγχάνουν βάσιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη από τις αρχές του έτους 2012, λόγω ίδρυσης του ΕΟΠΠΥ και της κατάργησης των ασφαλιστικών ταμείων, εμφάνισε οικονομικά προβλήματα και πλέον αδυνατούσε να καλύψει τις οικονομικές της υποχρεώσεις και να καταβάλει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα τις τακτικές αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2013 που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 24.328,85 (1871,45 ευρώ καθαρές μηνιαίες αποδοχές Χ 13 μήνες) ευρώ, το δώρο Πάσχα έτους 2012 που ανέρχεται σε 974,71 (1871,45/2 Χ 0,04166) ευρώ, την αναλογία δώρου Πάσχα 2013 που ανέρχεται στο ποσό των 243,68 (1871,45/2 Χ 0,04166/4) ευρώ, το δώρο Χριστουγέννων 2012 που ανέρχεται στο ποσό των 1949,71 (1871,41Χ0,04166) ευρώ, το επίδομα αδείας για τα έτη 2012 και 2013 που ανέρχονται στο ποσό των 974,71 (1871,45Χ0,04166) ευρώ κατ'έτος και συνολικά 1949,42 (974,71 ευρώ Χ2) ευρώ. Γενικό σύνολο 29.446,37 (24.238,85+974,71+243,68+1.949,71) ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του οικονομικού αδιεξόδου που περιήλθε η πρώτη εναγόμενη, ο δεύτερος εναγόμενος, σε συνεργασία με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανέτρεξε σε πρόταση συνεργασίας με τρίτο επενδυτή, τελικώς όμως η συμφωνία δεν ευόδωσε, αφού τα μέρη δεν κατέληξαν στους επί μέρους όρους της μεταβίβασης της επιχείρησης, οπότε ο ενάγων, τελικώς αποχώρησε από το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγόμενης και τα καθήκοντα του ως Γενικός Διευθυντής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός περί αποκλειστικής ανάθεσης στον ενάγοντα των καθηκόντων αναμόρφωσης της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης, κατά τα βασίμως υποστηριζόμενα με τον πέμπτο λόγο της από 19-2-2019 έφεσης καθώς και ο ισχυρισμός περί σταδιακής αφαίρεσης των αρμοδιοτήτων του ενάγοντος-υποβιβασμού του και εντεύθεν βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, από κανένα αποδεικτικό μέσο, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς, λόγω των οικονομικών προβλημάτων της πρώτης εναγόμενους που ούτως ή άλλως τα γνώριζε λόγω της ιδιότητάς του ως μέλος του ΔΣ και Δ/νων Σύμβουλος αυτής και της καθυστέρησης καταβολής των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, ενόψει και της ανεύρεσης νέας εργασίας στην κλινική "Αριστοτέλειο" στα Πατήσια.

Συνεπώς δε γίνεται λόγος για έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, αφού, πέραν των προαναφερομένων, η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος [.....], δεν αρκεί για να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, η οποία να ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της, αφού η αποχώρηση του ενάγοντος, όπως αποδείχθηκε, οφειλόταν στην οικονομική δυσπραγία της πρώτης εναγομένης, στην οποία περιήλθε λόγω της οικονομικής κρίσης, ούτε εξάλλου, διαπιστώθηκε πρόθεσή της να εξαναγκάσει τον τελευταίο σε παραίτηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του.

Κατ'αποτέλεσμα, η πρώτη εναγομένη δεν οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης, και ως και τούτου απορριπτέο, ως αβάσιμο τυγχάνει το σχετικό κονδύλιο των 10.500 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα διαλαμβάνει ο ενάγων με τον τέταρτο λόγο της από 19-2-2019 έφεσής του τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. [....].

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά από συνεκδίκαση των ανωτέρω αντίθετων εφέσεων, α) αφού έκρινε αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή ως προς αίτημα επιδίκασης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ, έκρινε αβάσιμο και τον περί του αντιθέτου λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη και β) αφού έκρινε την αγωγή αβάσιμη κατ'ουσίαν προς την αιτούμενη συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή- ως μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος, ποσού 100.000 ευρώ, αντίθετα με την εκκαλουμένη απόφαση που την είχε δεχθεί κατά το μέρος τούτο κατ'ουσίαν, και ουσιαστικά βάσιμη μόνο ως προς τις επίδικες τακτικές δεδουλευμένες αποδοχές του του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2012 έως Ιανουάριο 2013, και τα επιδόματα εορτών και αδείας των ιδίων ετών, συνολικού ποσού 29.446,37 ευρώ, απορριπτομένης ως αόριστης της ένστασης μερικής εξόφλησης της αντιδίκου του που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, κατά παραδοχή των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, για την ανωτέρω αιτία, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το ποσό των (24.328,85+5.117,52=) 29.446.37 ευρώ, νομιμοτόκως.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) ο ενάγων, χημικός μηχανικός με μεταπτυχιακό τίτλο στη διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά χωρίς εμπειρία στο χώρο της υγείας, μετά τη σύσταση της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την αναφερόμενη, από 9-10-2007, συμβολαιογραφική πράξη, παρείχε από τότε και μέχρι τον Ιανουάριο του 2013 σε αυτήν, τις υπηρεσίες του, κυρίως διοικητικές, δυνάμει της από 17-4-2007 προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με τον αρχικό εργοδότη του-δεύτερο εναγόμενο- λόγω της μεταβολής του προσώπου του τελευταίου στην άνω διάδοχο εργοδότριά του- ως Γενικός Διευθυντής και ως Διευθύνων Σύμβουλός της με δικαίωμα υπογραφής μέχρι το ποσό των 10.000 ευρώ, μετέχοντας στο Δ.Σ της, με συμφωνημένες μικτές μηνιαίες τακτικές αποδοχές ποσού 3.000 ευρώ β) με την ανωτέρω προφορική σύμβαση δεν ανατέθηκε στον ενάγοντα επιπρόσθετα και αποκλειστικά σε αυτόν η λειτουργική αναδιοργάνωση και τεχνολογική αναβάθμιση της κλινικής, με την εξασφάλιση χρηματοδότησης από τράπεζες και εκτέλεση σχετικού επιχειρηματικού προγράμματος, έναντι συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής του ποσού 100.000 ευρώ, ούτε εργάστηκε μόνο εκείνος προς τούτο, αλλά μόνο συμμετείχε, στα πλαίσια των ανωτέρω συμφωνημένων καθηκόντων του, μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο-Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εργοδότριάς του-πρώτης εναγομένης, και με το λοιπό προσωπικό της επιχείρησής της, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, για το πρόγραμμα αυτό του εκσυγχρονισμού της γ) η πρώτη εναγομένη, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας, δεν μετέβαλε μονομερώς τους όρους της σύμβασής τους, αφαιρώντας από τον ενάγοντα σταδιακά τις ανωτέρω συμφωνημένες αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή και Διευθύνοντος Συμβούλου της και στερώντας του την ενημέρωση για την οικονομική πορεία της επιχείρησής της, αλλά ούτε και καθυστερώντας να του καταβάλει το ανωτέρω σημαντικό ποσό των 100.000 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε στην αγωγή του, καθόσον δεν υποχρεούτο να του καταβάλει το ποσό αυτό κατά τα άνω, αλλά του όφειλε, λόγω οικονομικής της αδυναμίας, τον Ιανουάριο του 2013, μόνο τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του από Ιανουάριο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2013, συνολικού ποσού, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, 29. 446, 37 ευρώ, δ) ο ενάγων, γνωρίζοντας, λόγω της συμμετοχής του στη διοίκηση της πρώτης εναγομένης-εργοδότριάς του, το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο εκείνη είχε περιέλθει, με αδυναμία καταβολής των άνω δεδουλευμένων αποδοχών του, ως και τη ματαίωση της οικονομικής ανάκαμψής της μέσω συνεργασίας της με τρίτο επενδυτή, και ενόψει της επικείμενης νέας εργασιακής του σχέσης με άλλη όμοια επιχείρηση (κλινική), αποχώρησε από την εργασία του οικειοθελώς, και όχι κατόπιν έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εργοδότριά του-πρώτη εναγομένη, θεωρουμένης ως τέτοιας από τον ίδιο, μονομερούς εκ μέρους της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης αυτής, την οποία (πρώτη εναγομένη) με την από 29-1-2013 εξώδικη δήλωσή του, μόνο όχλησε για την καταβολή των ανωτέρω αποδοχών του.

Κατά τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τον ιστορούμενο στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, της αφαίρεσης των καθηκόντων του Γενικού Διευθυντή και του Διευθύνοντος Συμβούλου και στέρησης της ενημέρωσής του για τα ζητήματα της κλινικής, από την πρώτη αναιρεσίβλητη-εργοδότριά του, τον οποίο προέβαλε προς θεμελίωση της εκ μέρους της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του.

Εκτιμώντας όμως τις αποδείξεις, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν αφαίρεσε από τον αναιρεσείοντα τα άνω καθήκοντά του, ούτε του στέρησε την ενημέρωση για τα ζητήματα της επιχείρησής της. Με βάση δε τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη και τον ανωτέρω ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό που έκρινε αβάσιμο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε μονομερής, από την πρώτη αναιρεσίβλητη-εργοδότρια, βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας, θεωρούμενη από τον αναιρεσείοντα, ως έκτακτη καταγγελία εκ μέρους της της σύμβασης αυτής, αλλά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ο ίδιος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγμα που προτάθηκε, και περαιτέρω ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 7 του ν.2112/1920, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή τους και την κριθείσα αβασιμότητα του σχετικού λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει κατ'ουσία την αγωγή του ως προς την αιτούμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ, λόγω της μη λύσης της ένδικης σύμβασης με θεωρούμενη από τον αναιρεσείοντα έκτακτη καταγγελία της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του.

Κατόπιν τούτων ο δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πλήρως αποδειχθέντες πραγματικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του, πλήττει απαραδέκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 εδ. γ'του ν.2112/1920, όπως ίσχυε με την προσθήκη του εδαφίου αυτού το άρθρο 56 του ν.4487/2017 (ΦΕΚ Α 116/9-8-2017), διότι δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή για το αξιόλογο της καθυστέρησης των δεδουλευμένων τακτικών αποδοχών του, ώστε να έχει ο ίδιος δικαίωμα να θεωρήσει τη μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή της σύμβασής του από την εργοδότριά του ως καταγγελία της, αρκούμενο έτσι το Εφετείο σε λιγότερα από τα απαιτούμενα για την εφαρμογή της άνω διάταξης, και κατ'εσφαλμένη εφαρμογή της έκρινε αβάσιμο τον σχετικό, με την επιδίκαση της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του, λόγο της έφεσής του, είναι πρωτίστως αλυσιτελείς.

Και τούτο διότι- εκτός του ότι το πραγματικό της άνω διάταξης δεν ηδύνατο να αποτελεί περιεχόμενο της προγενέστερης της ισχύος της, ένδικης, από 2-6-2016, αγωγής-δεχόμενο το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια, μεταξύ άλλων, και με την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών του αναιρεσείοντος, θεωρουμένης αυτής από τον ίδιο ως καταγγελία της από την εργοδότριά του, αλλά λύθηκε με την οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσείοντος-εργαζόμενου από την εργασία του, η προσθήκη της παραδοχής για το αξιόλογο της καθυστέρησης της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, κατά το πραγματικό της επικαλούμενης διάταξης, δεν επηρεάζει το αποδεικτικό πόρισμα και δεν οδηγεί σε διαφορετικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στην επιδίκαση της αιτούμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Συνακόλουθα, επειδή οι ανωτέρω παραδοχές, που παρατίθενται κυρίως και δεν πλήττονται επιτυχώς κατά τα προαναφερόμενα, στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επόμενες τούτων, επικουρικά αναφερόμενες παραδοχές της, περί έλλειψης πρόθεσης της αναιρεσίβλητης εργοδότριας να εξαναγκάσει τον αναιρεσείοντα, με την καθυστέρηση καταβολής των επιδίκων τακτικών δεδουλευμένων αποδοχών του, σε παραίτηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του καθίστανται πλεοναστικές.

Περαιτέρω, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 281 ΑΚ και 7 του ν.2112/1920, αλλά ούτε και αυτές των άρθρων 648 και 361 ΑΚ, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο των αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά το ουσιώδη ζητήματα α) της λύσης της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με θεωρούμενη από τον αναιρεσείοντα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά του, ως έκτακτη καταγγελία της και β) του περιεχομένου της σύμβασης αυτής, ως προς το αντικείμενο των υπηρεσιών και των αποδοχών του αναιρεσείοντος και την παροχή των υπηρεσιών του, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στις εν λόγω διατάξεις.

Ειδικότερα, με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα προσδιορίζονται με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες τα ανωτέρω στοιχεία που συνιστούν, το προσδιοριζόμενο από τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης και καλύπτεται πλήρως με τις παραδοχές αυτές το σαφές αποδεικτικό πόρισμα, της αβασιμότητας, του σχετικού με τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει ως προς αυτή κατ'ουσία την αγωγή του, και της, κατά παραδοχή των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μερικής βασιμότητας της αγωγής, με απόρριψη κατ'ουσία της αιτούμενης αμοιβής, ποσού 100.000 ευρώ και επιδίκαση των ανωτέρω μηνιαίων δεδουλευμένων αποδοχών του επιδίκου διαστήματος, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ποσού 29. 446, 37 ευρώ, νομιμοτόκως.

Κατόπιν τούτων ο δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ως ελλείψεις των αιτιολογιών της, λόγω της μη αναφοράς των συγκεκριμένων προσώπων που συμμετείχαν στην υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου της κλινικής για την αναβάθμισή της, και του είδους της συμμετοχής ενός εκάστου τούτων, του ειδικότερου τρόπου και λόγου προσδιορισμού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του στο αναφερόμενο ποσό, ως και του ειδικότερου λόγου μη οφειλής σε αυτόν της αμοιβής των 100.000 ευρώ, και β) ως αντιφάσεις των αιτιολογιών της ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθού της σε σχέση με τα πολλαπλά καθήκοντά του, και μετά από εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικής κατάθεσης και εγγράφου), δεν στοιχειοθετούν τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης και είναι απαράδεκτες.

Και τούτο διότι με τις αιτιάσεις αυτές δεν πλήττονται αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά το μεν αξιώνεται περαιτέρω αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού της πορίσματος, το δε πλήττονται πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας που συνέχονται με την εκτίμηση, την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και, υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, απαραδέκτως πλήττεται, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, το μεν η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την αβασιμότητα της αγωγής ως προς την αιτούμενη συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή των 100.000 ευρώ και το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, το δε η κριθείσα αξιοπιστία του μάρτυρα απόδειξης και των μαρτύρων ανταπόδειξης σε δοθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης ένορκες βεβαιώσεις τους, ως και η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 528/2024, ΑΠ 9/2023).

Για να ιδρυθεί δε ο ανωτέρω, κατά το εδ. γ', λόγος αναίρεσης απαιτείται, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 474/2024, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1770/2022).

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 50/2024, 192/2020, ΑΠ 845/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για την αβασιμότητα της αγωγής του, με βάση το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης, ως προς την αιτούμενη συμφωνημένη, εφάπαξ, αμοιβή του των 100.000 ευρώ Α) δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα που προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα: 1) το με αριθμό πρωτ. ...-2007 έγγραφο-δήλωση πρόσληψής του στην Επιθεώρηση Εργασίας από τον δεύτερο εναγόμενο που αποδεικνύει την πρόσληψή του με την ειδικότητα του Γενικού Διευθυντή, 2) τις υπ'αριθμ.

πρωτ. ...-2009, ...-2010, ...-2011 τροποποιήσεις αδειών λειτουργίας τμημάτων της κλινικής, και την ηλεκτρονική αλληλογραφία του με τις τράπεζες για τη χρηματοδότηση της αναδιοργάνωσής της, που αποδεικνύουν την έκδοσή τους κατά τη διάρκεια της θητείας του , και 3) την περιλαμβανόμενη στα υπ'αριθμ. 1426/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που αποδεικνύει το αντικείμενο των υπηρεσιών του τη συμφωνηθείσα αμοιβή του ως Γενικού Διευθυντή και για τις λοιπές υπηρεσίες που ανέλαβε και διεκπεραίωσε, Β) έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο έγγραφο, χωρίς νόμιμη επίκληση και προσκόμισή του από τους αντιδίκους του, και συγκεκριμένα την μνημονευόμενη κατάσταση προσωπικού και Γ) έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη την υπ'αριθμ. ...-2014 ένορκη βεβαίωση του Γ.

Α., η οποία είναι μη νόμιμο αποδεικτικό καθόσον ελήφθη κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης της αγωγής κατά παράβαση των διατάξεων για τις ένορκες καταθέσεις, εάν δε το Εφετείο ελάμβανε υπόψη του τα υπό το στοιχείο Α ανωτέρω έγγραφα και μαρτυρική κατάθεση και δεν ελάμβανε υπόψη του τα αναφερόμενα υπό τα στοιχεία Β και Γ, ως αποδεικτικά μέσα, θα κατέληγε σε αντίθετη ουσιαστική κρίση.

Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 εδ.β' και α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις που αφορούν στο υπό το στοιχείο Β' αναφερόμενο έγγραφο (κατάσταση προσωπικού) και στην υπό στοιχείο Γ' επικαλούμενη ως ένορκη βεβαίωση, αντίστοιχα, είναι αβάσιμος.

Συγκεκριμένα, ως προς το υπό το στοιχείο Β' έγγραφο-αποδεικτικό μέσο ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 11 εδ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος πρωτίστως διότι, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου στις 6-7-2020, επί της δικής τους εφέσεως, αλλά και επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως εφεσίβλητοι και εκκαλούντες, με τις ανωτέρω προτάσεις τους (στοιχ.8 της σελίδας τους που φέρει στο τέλος τον αριθμό 25), επικαλέστηκαν το ανωτέρω έγγραφο και το προσκόμισαν κατά τη γενόμενη, στις 7-7-2020, συζήτηση στο Εφετείο.

Συνεπώς, η επίκληση του εν λόγω εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε και ελήφθη υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι νόμιμη. Όσον δε αφορά στην επικαλούμενη, υπό το στοιχείο Γ', ως ένορκη βεβαίωση με αριθμ. ...-2014 του Γ. Α., από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δεν ελήφθη υπόψη ως ένορκη βεβαίωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά εκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο, ως ληφθείσα στα πλαίσια ανοιγείσας με άλλη αγωγή δίκης, η ιστορούμενη δε στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης λήψη της εντός της προθεσμίας της προσθήκης- αντίκρουσης των προτάσεων επί της αγωγής εκείνης- αλλά και επί της ένδικης- δεν την καθιστά μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρεπόταν να ληφθεί υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Αναφορικά με τα λοιπά αναφερόμενα στον ίδιο λόγο έγγραφα και μαρτυρική κατάθεση (τα υπό το στοιχείο Α με αριθμ.1, 2 και 3) με επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 11 εδ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, όπου ρητά αναφέρεται (6ο φύλλο εμπρόσθια σελίδα) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του την περιλαμβανόμενη στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων και οι ληφθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης ειδικώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, και η περιλαμβανόμενη στα υπ'αριθμ. 1426/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μαρτυρική κατάθεση, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά ότι το επίδικο χρονικό διάστημα με την ένδικη σύμβαση εργασίας παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη αναιρεσίβλητη-ως προς την οποία και μόνο η υπόθεση ερευνήθηκε κατ'ουσία-ως Γενικός Διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλός της, μετέχοντας στο ΔΣ της, και ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασής του συμμετείχε μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο και με το λοιπό προσωπικό στη λειτουργική αναδιοργάνωση και την τεχνολογική αναβάθμιση της κλινική και στην εξασφάλιση τραπεζικής χρηματοδότησης με την ανακατασκευή τμημάτων της κλινικής, με τακτικές μικτές μηνιαίες αποδοχές 3.000 ευρώ (7ο φύλλο εμπρόσθια σελίδα), δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν η βασιμότητα της ένδικης αγωγής ως προς την αιτούμενη επιδίκαση σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης εφάπαξ αμοιβή των 100.000 ευρώ, και κατά παραδοχή της έφεσης της τελευταίας, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε κατά το μέρος αυτή την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ.340 ΚΠολΔ).

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος, κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, αφορούν στην κατά την άποψη του αναιρεσείοντος προσήκουσα εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 570/2022).

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι όμως όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 570/2022, ΑΠ 1435/2018, ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 595/2016, ΑΠ 544/2013).

Τέλος, η παραμόρφωση του εγγράφου πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 1435/2018). Με τον τρίτο, κατά δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ως αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του, της συμφωνημένης, με την ένδικη σύμβαση εργασίας, ειδικότητας και αμοιβής του, δεχόμενο πραγματικό γεγονός προφανώς διαφορετικό από εκείνον που το έγγραφο αυτό ανέφερε και συγκεκριμένα το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 17-4-2007 αναγγελίας πρόσληψής του στον ΟΑΕΔ που κατατέθηκε εκεί στις 23-4-2007, δεχόμενο ότι προσλήφθηκε από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο με την ένδικη σύμβαση εργασίας ως Τεχνικός Διευθυντής, ενώ στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο επικαλέστηκε προς απόδειξη του ανωτέρω ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του, αναφερόταν ότι προσλήφθηκε ως Γενικός Διευθυντής με ανώτατη εκπαίδευση και μεταπτυχιακό τίτλο, και η παραμόρφωση αυτή είχε το επιζήμιο για τον ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, της αβασιμότητας της αγωγής του, ως προς την συμφωνημένη με την ένδικη σύμβαση, εφάπαξ αμοιβή του για παρεχόμενες υπηρεσίες του.

Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, για την αβασιμότητα της αγωγής κατά το επικαλούμενο μέρος με βάση τους όρους της ένδικης σύμβασης εργασίας που δέχθηκε, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο αναφερόμενο έγγραφο, της από 17-4-2007 αναγγελίας στον ΟΑΕΔ της πρόσληψης του αναιρεσείοντος από τον αρχικό εργοδότη του-δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Η ένδικη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καταρτίστηκε προφορικά και για τους ειδικότερους όρους της, της ειδικότητας του αναιρεσείοντος, το αντικείμενο των συμφωνημένων και παρεχόμενων υπηρεσιών του και την συμφωνημένη αμοιβή του, και συνακόλουθα της μη απόδειξης της επικαλούμενης ως συμφωνημένης με την σύμβαση αυτή εφάπαξ αμοιβής του των 100.000 ευρώ για την ανάθεση και υλοποίηση του εκσυγχρονισμού της κλινικής, το Εφετείο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την ανωτέρω αναγγελία πρόσληψης του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του και την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είναι πτυχιούχος χημικός μηχανικός με μεταπτυχιακό τίτλο, προσληφθείς από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, αρχικά ως Τεχνικός Διευθυντής και ακολούθως ως Γενικός Διευθυντής, και ότι καθόλο το επίδικο διάστημα-που ενδιαφέρει εν προκειμένω- παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ως Γενικός Διευθυντής (και όχι ως Τεχνικός Διευθυντής).

Επομένως, το Εφετείο καταλήγοντας στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα μετά από συνεκτίμηση με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και του επικαλούμενου εγγράφου-αναγγελία πρόσληψης, χωρίς να το εξαίρει, ακόμη και αληθούς επιτιθεμένου του ιστορούμενου στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης περιεχομένου του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του νομίμου αιτήματός τους (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2023 και με αριθ.καταθ.115/6/5-1-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 13/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ