Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claim that lower court ignored sworn testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Athens, ruling that the appellate court had properly considered the evidence. The appellants argued the lower court failed to explicitly name the witnesses in a sworn affidavit, claiming this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this, stating that the lower court's decision explicitly referenced the affidavit and that the law does not require naming witnesses to prove evidence was considered. Consequently, the appeal was deemed unfounded, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's failure to explicitly name witnesses in a sworn affidavit does not constitute a ground for appeal, as the court is not required to list names to prove it considered the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. - Π. Τ. του Α., χας Κ. Χ., κατοίκου ..., 2) Α. Χ. του Κ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της Λ. - Π. Τ., 3) Α. - Γ. Χ. του Κ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού μητέρα του Λ. - Π. Τ., 4) Α. Τ. του Γ. και 5) Α. συζ. Α. Τ., το γένος Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 11-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι η Α. Χ. του Κ. (2η), η οποία εκπροσωπείτο νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της Λ. - Π. Τ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη εταιρία Τσιμέντων ΤΙΤΑΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αλληλασφαλιστικός Συνεταιρισμός Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων ΔΧ Β. Ελλάδος & Θεσσαλίας ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμητσάνη και οι 1ος, 2ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Στρογγύλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 8-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι η ακριβής επωνυμία του 4ου των αναιρεσιβλήτων είναι "Δεύτερος Αλληλασφαλιστικός Συνεταιρισμός Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων ΔΧ Βορείου Ελλάδος & Θεσσαλίας ΣΥΝ.ΠΕ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2019 αγωγή του 3ου των ήδη αναιρεσειόντων, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού μητέρα του Λ. - Π. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των Π. χας Α. Χ. και Χ. Χ. του Α., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 1-11-2019 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας, ενεργούσας ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Α. Χ. του Κ. (2ης και ήδη ενηλικιωθείσας) και Α. - Γ. Χ. του Κ. (3ου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 732/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1855/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 10-6-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4784/530/20-6-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1855/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 11-4-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 του Κ.Πολ.Δ., όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.
Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 του Α.Κ., είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο Δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 του Α.Κ.).
Διάδικος, όμως, είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπειαν, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται στο Δικαστήριο τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ.
του Κ.Πολ.Δ., συνεχίζεται, πλέον, η διαδικασία με την συμμετοχή στη δίκη του τέκνου, που ενηλικιώθηκε (Α.Π. 665/2022, Α.Π. 209/2020, Α.Π. 808/2017). Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, δηλαδή στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του (Α.Π. 162/2023, Α.Π. 175/2022, Α.Π. 1126/2020).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1855/2022, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήταν και η δεύτερη αναιρεσείουσα Α. Χ. του Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της, Λ. - Π. Τ., πρώτη των αναιρεσειόντων. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, αυτή, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλεξάνδρου Στρίμπερη, δήλωσε στο ακροατήριο ότι ενηλικιώθηκε μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως και ότι, πλέον, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη στο όνομά της. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή της έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της μητέρας της και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό της όνομα και όχι διά της ως άνω, μέχρι την ενηλικίωσή της, νόμιμης αντιπροσώπου της.
Συνεπώς, η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως συνεχίζεται παραδεκτώς από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 363/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 185/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσείων Α. - Γ. Χ. με την από 25-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 70278/3146/1-8-2019) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη εις βάρος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίσθηκε ότι στις 28-4-2016, ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας τον υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. ελκυστήρα, ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγομένων και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, με επικαθήμενο ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία (οχήματα) ήταν ασφαλισμένα κατά το χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στον τέταρτο εναγόμενο και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό, από αποκλειστική υπαιτιότητά του και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, συγκρούσθηκε με τον υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ), που οδηγούσε ο πατέρας αυτού (ενάγοντος) Κ. Χ. και επί του οποίου επέβαινε ο ίδιος (τρίτος αναιρεσείων), με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ανωτέρω οδηγού του τρακτέρ, πατέρα του, συνεπεία του οποίου τραυματισμού, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του και τον τραυματισμό του ιδίου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία του και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 51.750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως με τον τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Με την από 25-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 70328/3148/1-8-2019) αγωγή τους, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το προαναφερθέν τροχαίο ατύχημα, ζήτησαν, μετά από νόμιμο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στους πρώτη, δεύτερη και τρίτο αυτών, σύζυγο, θυγατέρα και γιό, αντιστοίχως, του ως άνω αποβιώσαντος Κ.
Χ. το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα, ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης και στον τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσειόντων, πεθερό και πεθερά του τελευταίου, το ποσό των 30.000 ευρώ στον καθένα για την ίδια αιτία και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων το ποσό των 10.478 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημιές που υπέστη ο ανωτέρω γεωργικός ελκυστήρας, κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός αυτών, ήτοι το ποσό των 2.619,50 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 3.929,25 ευρώ σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο αυτών, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως με τον τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Τέλος, με την από 1-11-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 100041/4582/ 15-11-2019) αγωγή τους, ενώπιον του ιδίου, ως άνω Δικαστηρίου, οι τρείς πρώτοι των αναιρεσειόντων, επικαλούμενοι το ίδιο τροχαίο ατύχημα, ζήτησαν, μετά από νόμιμο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σε καθένα αυτών, για δαπάνες νοσηλείας του θανόντος συγγενούς τους, το ποσό των 100.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, για την ανωτέρω αιτία, στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 361.723,62 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων και ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων το ποσό των 592.585,43 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως με τον τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 732/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αγωγές απορρίφθηκαν, καθό μέρος στρέφονται εναντίον της τρίτης εναγομένης εταιρείας, με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Τσιμέντων ΤΙΤΑΝ", ενώ κατά τα λοιπά, αφού οι δύο οδηγοί κρίθηκαν συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας στην επέλευση του ατυχήματος, αυτές έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν και επιδικάσθηκαν στους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα στην πρωτόδικη απόφαση ποσά.
Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους και συγκεκριμένα: α) η από 28-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 42574/3376/7-6-2021) έφεση των ήδη πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, β)η από 3-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 40961/3268/3-6-2021) έφεση του ήδη τέταρτου αναιρεσιβλήτου και γ)η από 9-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43764/3458/9-6-2021) έφεση των ήδη αναιρεσειόντων.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αυτές έγιναν τυπικώς δεκτές, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 9-6-2021 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν οι από 28-5-2021 και 3-6-2021 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκαν οι αγωγές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 736/2021).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.
Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιονιών, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό" (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Τέλος, στο άρθρο 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. ορίζεται ότι η πινακίδα Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας - STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο (η έννοια του οποίου προσδιορίζεται στο άρθρο 2 του Κ.Ο.Κ., κατά το οποίο ισόπεδος οδικός κόμβος είναι "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές"), σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο, καθώς και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ., προκύπτει ότι, όταν σε ισόπεδο κόμβο μία οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "Τ", ήτοι καταλήγει σ' αυτήν, χωρίς να συνεχίζεται και υπάρχει πινακίδα Ρ-2 (STOP) για τον κινούμενο στην τέμνουσα οδό οδηγό, αυτός οφείλει, στο πλαίσιο των παραπάνω διατάξεων, να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του αναλόγως με τις κρατούσες συνθήκες, να τη μειώνει πλησίον του ισόπεδου οδικού κόμβου, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει, αριστερά ή δεξιά, σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατευθύνσεως, για να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά, κατά περίπτωση και, τέλος, να διακόπτει υποχρεωτικώς την πορεία του πριν από τον οδικό κόμβο και να εισέρχεται σ' αυτόν με ιδιαίτερη προσοχή και, συγκεκριμένα, όταν, ύστερα από έλεγχο, διαπιστώσει ότι ο κόμβος είναι ελεύθερος, δηλαδή όταν τα αυτοκίνητα που κινούνται στην οδό, στην οποία πλησιάζει και που έχουν προτεραιότητα, όπως έχει προαναφερθεί, βρίσκονται σε τέτοια απόσταση από αυτόν (κόμβο), που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φθάσουν στον κόμβο, ενώ, αντιθέτως, ο άλλος οδηγός, στην πορεία του οποίου είναι τοποθετημένη η πινακίδα STOP και, συνακολούθως, δεν έχει προτεραιότητα και ο οποίος, όμως, κάποτε δικαιούται να διέλθει, να προλαβαίνει να διασχίσει την απόσταση του κόμβου (Α.Π. 649/2022, Α.Π. 308/2022, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 1220/2018, Α.Π. 557/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το Δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως, όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 704/2017, Α.Π. 65/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1855/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 28-4-2016 και ώρα 11.15 ο Κ.
Χ. οδηγούσε τον με αριθμό κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) με συνεπιβάτη τον ηλικίας 9 ετών γιό του, Α.- Γ. και κινούνταν σε ανώνυμη ασφάλτινη αγροτική οδό η οποία διασταυρώνεται κάθετα με την παλαιά Εθνική οδό Θηβών - Λιβαδειάς στο 6° χιλ, με πρόθεση να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό και να εισέλθει στην Εθνική Οδό ώστε στη συνέχεια να κατευθυνθεί στο ρεύμα πορείας προς Θήβα.
Η Εθνική Οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,20 μέτρα. Το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 70 χιλ/ώρα και σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας την συγκεκριμένη στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες.
Στην ανώνυμη αγροτική οδό στην οποία κινούνταν ο αγροτικός ελκυστήρας και στο σημείο της συμβολής της με την Εθνική Οδό υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ32 (STOP) και συνεπώς οι οδηγοί που κινούνταν στην αγροτική οδό όφειλαν να σταματήσουν την κίνηση του οχήματός τους και να παραχωρήσουν προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην Εθνική Οδό.
Κατά τον παραπάνω χρόνο ο εναγόμενος, Χ. Μ., οδηγούσε τον με αριθμό κυκλοφορίας ... ΦΔΧ ελκυστήρα με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του εναγομένου Σ. Μ. και ασφαλισμένα για τις έναντι τρίτων ζημίες στον τέταρτο εναγόμενο ασφαλιστικό συνεταιρισμό. Στο παραπάνω όχημα υπήρχε επικαθήμενο ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης εταιρίας "ΤΙΤΑΝ" και κινούνταν επί της παραπάνω Π.Ε.Ο.
με κατεύθυνση προς Θήβα. Ο Κ. Χ. όταν έφθασε στην διασταύρωση δεν ακινητοποίησε το τρακτέρ που οδηγούσε μπροστά από την ρυθμιστική πινακίδα STOP ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην Εθνική Οδό ούτε έλεγξε την κίνηση των οχημάτων αλλά εισήλθε αιφνίδια και ανεξέλεγκτα στο ρεύμα πορείας προς Θήβα πραγματοποιώντας δεξιό ελιγμό.
Η απότομη είσοδος του τρακτέρ στην Εθνική Οδό αιφνιδίασε τον εναγόμενο οδηγό του ΦΔΧ ο οποίος εκείνη τη στιγμή κινούνταν με ταχύτητα 72 χιλ/ώρα, δηλαδή λίγο μεγαλύτερη από τα όρια της ανώτερης επιτρεπόμενης. Σημειώνεται εδώ ότι ο ελκυστήρας που οδηγούσε ο εναγόμενος είχε βάρος 18 τόνους δεδομένου ότι δεν έφερε φορτίο και συνεπώς λόγω του όγκου και του βάρους του είναι δύσκολη τόσο η αποτελεσματική πέδηση όσο και ο ελιγμός.
Την στιγμή που το τρακτέρ είχε ευθυγραμμιστεί με τον άξονα της Εθνικής Οδού, ο ελκυστήρας του εναγομένου επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του στο πίσω μέρος του τρακτέρ. Μετά την πρόσκρουση τα δύο οχήματα σύρθηκαν στο οδόστρωμα για 44 μέτρα και το μεν τρακτέρ ανετράπη και κατέληξε σε παρακείμενο αγρό δεξιά του οδοστρώματος, το δε φορτηγό ακινητοποιήθηκε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος.
Ο οδηγός του τρακτέρ τραυματίστηκε σοβαρά και ανήλικος γιός του ελαφρύτερα. Ειδικότερα ο ανήλικος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Θήβας και την ίδια ημέρα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Παίδων "ΑΓΛΑΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ". Ο οδηγός του τρακτέρ, Κ. Χ., διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Θήβας και στις 28-4-2016 μεταφέρθηκε διασωληνωμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ" όπου εισήχθη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Μετά από 21,5 μήνες συνολικής νοσηλείας ο ανωτέρω απεβίωσε στις 10-2-2018 λόγω σηπτικής καταπληξίας, πανοργανικής ανεπάρκειας και κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης.
Περαιτέρω σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη του Ε. Μ. τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα κινούνταν επί της Εθνικής οδού πριν την διασταύρωση με την ανώνυμη αγροτική οδό και ο ισχυρισμός πως το τρακτέρ εισήλθε από την αγροτική οδό δεν ευσταθεί διότι σε μια τέτοια περίπτωση σύγκρουση θα ήταν καθαρά υπό γωνία και όχι νωτομετωπική.
Ο πραγματογνώμονας υπολογίζει την ταχύτητα του φορτηγού κατά την στιγμή του ατυχήματος σε 80 χιλ/ώρα και του τρακτέρ περίπου σε 30 με 35 χιλ/ώρα. Ο τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας, Α. Μ. στην τεχνική του έκθεση συμπεραίνει ότι τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα είχαν παράλληλη πορεία από Λιβαδειά προς Θήβα και ότι το φορτηγό με υπερβολική ταχύτητα προσέκρουσε στο προπορευόμενο τρακτέρ.
Ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος προσδιορίζει το σημείο της σύγκρουσης στο δεξιό τμήμα της λωρίδας προς Θήβα στο σημείο που αποτυπώθηκαν τα ίχνη ελαστικών του τρακτέρ. Υπολογίζει την ταχύτητα του φορτηγού στα 83,9 χιλ/ώρα και του τρακτέρ στα 30,40 χιλ/ώρα. Αντίθετα οι τεχνικοί σύμβουλοι του εναγομένου, Λ. Κ. και Β.
Α., καταλήγουν σε εντελώς αντίθετα συμπεράσματα ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος. Οι παραπάνω τεχνικοί σύμβουλοι υπολογίζουν την ταχύτητα του φορτηγού στα 72 χιλ/ώρα και του τρακτέρ σε 20 χιλ/ώρα. Οι παραπάνω τεχνικοί σύμβουλοι συμπεραίνουν ότι ο οδηγός του τρακτέρ εισήλθε αιφνιδίως στην Εθνική Οδό χωρίς να δώσει κανένα περιθώριο αποφυγής στον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού.
Επίσης αναφέρουν ότι η σύγκρουση των οχημάτων υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί ακόμα και αν η ταχύτητα του φορτηγού ήταν 60 χιλ/ώρα διότι λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό περιθώριο απόκρισης στο σύστημα πέδησης και τον χρόνο αντίδρασης του οδηγού, τότε η συνολική απόσταση ακινητοποίησης θα ξεπερνούσε για σημαντικό διάστημα το σημείο σύγκρουσης και συγκεκριμένα κατά 25,18 μέτρα.
Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας το Πιθανό Σημείο Σύγκρουσης των οχημάτων προσδιορίζεται στο σημείο της συμβολής της Εθνικής Οδού με την αγροτική οδό. Στο ίδιο σημείο αποτυπώνονται τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού αυτοκινήτου καθώς και τα θραύσματα από γυαλιά μετά την σύγκρουση. Με βάση τα παραπάνω ευρήματα της Τροχαίας μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σημείο της σύγκρουσης ήταν στο τέλος της διασταύρωσης και στο μέσο του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας της Ε.Ο.
προς Θήβα. Με βάση όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ο γεωργικός ελκυστήρας πραγματοποίησε ελιγμό μεγάλου εύρους ώστε να εισέλθει από την αγροτική οδό στην Εθνική Οδό και την στιγμή που είχε ευθυγραμμιστεί με την πορεία προς Θήβα, συγκρούστηκε με το φορτηγό που οδηγούσε ο εναγόμενος.
Αιτιολογείται έτσι το γεγονός ότι η σύγκρουση των οχημάτων ήταν νώτο μετωπική. Ο λόγος για τον οποίο ο οδηγός του τρακτέρ πραγματοποίησε ελιγμό μεγάλου εύρους ήταν διότι τα τρακτέρ είναι οχήματα ιδιαίτερα ογκώδη και δυσκίνητα και η συμβολή των παραπάνω οδών έδινε την δυνατότητα στον οδηγό του τρακτέρ να πραγματοποιήσει ευκολότερα την είσοδο στην εθνική οδό με ελιγμό μεγάλου εύρους.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το τρακτέρ κινούνταν ομόρροπα με το φορτηγό και προπορεύονταν αυτού δεν εξηγεί με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και πείρας την ξαφνική έναρξη πέδησης στο σημείο της διασταύρωσης με την αγροτική οδό αλλά και τον λόγο για τον οποίο το φορτηγό δεν μείωσε ταχύτητα προοδευτικά καθώς έβλεπε από μεγάλη απόσταση ένα βραδυκίνητο τρακτέρ να προπορεύεται.
Στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας που συντάχθηκε την ημέρα του ατυχήματος δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτόπτη μάρτυρα.
Συνεπώς η από 14-3-2018 κατάθεση του φερόμενου ως αυτόπτη μάρτυρα, Δ. Μ., ενώπιον του Πταισματοδίκη Θήβας δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο καθώς δόθηκε δύο περίπου έτη μετά το ατύχημα και χωρίς να προκύπτει ότι ήταν παρών την στιγμή του ατυχήματος. Η κατ' ελάχιστον υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα δεδομένου ότι η σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμα κι αν το φορτηγό κινούνταν με ταχύτητα 60 χιλ/ώρα όπως αναφέρθηκε παραπάνω αφού το βάρος και ο όγκος του φορτηγού καθιστούσαν αδύνατη την αποφυγή της σύγκρουσης.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός του τρακτέρ ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του οχήματος που οδηγούσε πριν την πινακίδα STOP που είχε στην πορεία του (παράβαση του άρθρου 4 παρ. 3 ΚΟΚ) αλλά εισήλθε στην Εθνική Οδό χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που είχαν προτεραιότητα, οδηγώντας χωρίς σύνεση και ήταν στο τέλος της διασταύρωσης και στο μέσο του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας της Ε.Ο.
προς Θήβα. Με βάση όλα τα αποδεικτικά μέσα αλλά και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ο γεωργικός ελκυστήρας πραγματοποίησε ελιγμό μεγάλου εύρους ώστε να εισέλθει από την αγροτική οδό στην Εθνική Οδό και την στιγμή που είχε ευθυγραμμιστεί με την πορεία προς Θήβα, συγκρούστηκε με το φορτηγό που οδηγούσε ο εναγόμενος.
Αιτιολογείται έτσι το γεγονός ότι η σύγκρουση των οχημάτων ήταν νωτομετωπική. Ο λόγος για τον οποίο ο οδηγός του τρακτέρ πραγματοποίησε ελιγμό μεγάλου εύρους ήταν διότι τα τρακτέρ είναι οχήματα ιδιαίτερα ογκώδη και δυσκίνητα και η συμβολή των παραπάνω οδών έδινε την δυνατότητα στον οδηγό του τρακτέρ να πραγματοποιήσει ευκολότερα την είσοδο στην εθνική οδό με ελιγμό μεγάλου εύρους.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το τρακτέρ κινούνταν ομόρροπα με το φορτηγό και προπορεύονταν αυτού δεν εξηγεί με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και πείρας την ξαφνική έναρξη πέδησης στο σημείο της διασταύρωσης με την αγροτική οδό αλλά και τον λόγο για τον οποίο το φορτηγό δεν μείωσε ταχύτητα προοδευτικά καθώς έβλεπε από μεγάλη απόσταση ένα βραδυκίνητο τρακτέρ να προπορεύεται.
Στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας που συντάχθηκε την ημέρα του ατυχήματος δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτόπτη μάρτυρα.
Συνεπώς η από 14-3-2018 κατάθεση του φερόμενου ως αυτόπτη μάρτυρα, Δ. Μ., ενώπιον του Πταισματοδίκη Θήβας δεν κρίνεται πειστική από το Δικαστήριο καθώς δόθηκε δύο περίπου έτη μετά το ατύχημα και χωρίς να προκύπτει ότι ήταν παρών την στιγμή του ατυχήματος. Η κατ' ελάχιστον υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα δεδομένου ότι η σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμα κι αν το φορτηγό κινούνταν με ταχύτητα 60 χιλ/ώρα όπως αναφέρθηκε παραπάνω αφού το βάρος και ο όγκος του φορτηγού καθιστούσαν αδύνατη την αποφυγή της σύγκρουσης.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός του τρακτέρ ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του οχήματος που οδηγούσε πριν την πινακίδα STOP που είχε στην πορεία του (παράβαση του άρθρου 4 παρ. 3 ΚΟΚ) αλλά εισήλθε στην Εθνική Οδό χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που είχαν προτεραιότητα, οδηγώντας χωρίς σύνεση και να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση (παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 ΚΟΚ).
Αντίθετα καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οδηγούσε με σύνεση και προσοχή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, ενώ το γεγονός ότι οδηγούσε με ταχύτητα ελάχιστα ανώτερη της μέγιστης επιτρεπόμενης δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος το οποίο δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμα κι αν ο εναγόμενος οδηγούσε με ταχύτητα μικρότερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου.
Το γεγονός ότι οδηγούσε όχημα ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων και πλησίον παρακείμενων χωραφιών δεν καθιδρύει υποχρέωση του οδηγού να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος του όπως αναφέρει η εκκαλουμένη απόφαση αφού τα ανώτατα όρια ταχύτητας που έχει θέσει η Τροχαία έχουν προφανώς ως βάση την κατάσταση του οδοστρώματος και την επικινδυνότητα του συγκεκριμένου σημείου της οδού.
Οι καιρικές συνθήκες όπως προαναφέρθηκε ήταν καλές και συνεπώς δεν προέκυπτε υποχρέωση ιδιαίτερης προσοχής την δεδομένη χρονική στιγμή. Ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού μετά την ξαφνική είσοδο του τρακτέρ στο ρεύμα πορείας του ενήργησε πέδηση όπως προκύπτει και από τα ίχνη στο οδόστρωμα που κατέγραψε η Τροχαία.
Η διενέργεια πέδησης ήταν η μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια που θα μπορούσε να κάνει οποιοσδήποτε συνετός οδηγός για να αποφύγει την σύγκρουση, άσχετα με το αποτέλεσμα που τελικά επήλθε. Έσφαλε συνεπώς στην κρίση της η εκκαλουμένη που έκρινε συνυπαίτιους τους οδηγούς των δύο οχημάτων κατά ποσοστό 50% έκαστο και θα πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτοι λόγοι έφεσης των εναγομένων αφού απορριφθεί η έφεση των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 9-6-2021 έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως βάσιμες κατ' ουσίαν τις από 28-5-2021 και 3-6-2021 εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε τις από 25-7-2019 (3146/2019) και (3148/2019) και από 1-11-2019 (4582/2019) αγωγές των αναιρεσειόντων ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και, συνακολούθως, του θανάσιμου, εξαιτίας αυτού, τραυματισμού του ήταν ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, συγγενής των αναιρεσειόντων, Κ.
Χ.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ., που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς: 1) τις συνθήκες του ατυχήματος, 2) την ύπαρξη (αποκλειστικής) υπαιτιότητας του οδηγού του τρακτέρ στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και 3) την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του Δ.Χ.Φ.
ελκυστήρα, μετά του επικαθημένου πρώτου αναιρεσιβλήτου και την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτού και της συγκρούσεως των δύο αυτοκινήτων, κρίνοντας ότι η εκ μέρους του τελευταίου υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος κατά 2 χλμ/ώρα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 2 χλμ/ώρα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. ελκυστήρα, του οποίου η ταχύτητα, κατά το χρόνο πριν τη σύγκρουση, ήταν 72 χλμ/ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 70 χλμ/ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα, καθώς ακόμη και αν εκινείτο εντός των ορίων της επιτρεπομένης ταχύτητας, δεν θα είχαν αποφευχθεί, τόσο η σύγκρουση, όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της αιφνίδιας εισόδου του γεωργικού ελκυστήρα στη διασταύρωση, καθόν χρόνο σ' αυτή είχε φθάσει και το Δ.Χ.Φ.
με το επικαθήμενο, ενώ λόγω και του μεγάλου βάρους του τελευταίου ήταν αδύνατη η έγκαιρη και επιτυχής πέδησή του. Η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 1310/2014).
Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβιάσεως του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητος των 70 χλμ/ωρα, κατά 2 χλμ/ώρα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 του Α.Κ.
και 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι, αν και ο γεωργικός ελκυστήρας πραγματοποίησε ελιγμό μεγάλου εύρους, ώστε να εισέλθει από την αγροτική οδό στην Εθνική οδό και ακολούθως ευθυγραμμίσθηκε, εν τούτοις, ο οδηγός του Δ.Χ.Φ.
ελκυστήρα δεν είχε επαρκή χρόνο να πεδήσει εγκαίρως και ότι η νωτομετωπική σύγκρουση που δέχθηκε, δεν δικαιολογείται από τον τρόπο εισόδου του γεωργικού ελκυστήρα στο οδόστρωμα της Εθνικής οδού, η δε ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους, ως άνω, επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα.
Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός Κ. Χ., στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. ελκυστήρα με επικαθήμενο. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο Κ. Χ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτόν του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ.
ότι ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας τον ... γεωργικό ελκυστήρα του, όταν έφθασε στη διασταύρωση της αγροτικής οδού, επί της οποία εκινείτο, με την Π.Ε.Ο. Θηβών - Λιβαδειάς, δεν διέκοψε την πορεία του, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα επί της Π.Ε.Ο. κινούμενα οχήματα, αλλά, στρίβοντας δεξιά, εισήλθε στο ρεύμα πορείας αυτής με κατεύθυνση προς Θήβα και παρενεβλήθη στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Δ.Χ.Φ. ελκυστήρα με επικαθήμενο, ο οποίος τη στιγμή εκείνη εκινείτο στην προαναφερθείσα διασταύρωση και λόγω του όγκου του και της αιφνίδιας εισόδου του γεωργικού ελκυστήρα στην πορεία του δεν κατέστη δυνατόν να διακόψει την πορεία του. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι:
α) δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων, τη στιγμή κατά την οποία ο γεωργικός ελκυστήρας εισήλθε στην εθνική οδό, β) δεν εξηγείται γιατί ο οδηγός του φορτηγού δεν εντόπισε εγκαίρως την κίνηση του γεωργικού ελκυστήρα στην πορεία του, αν και αυτός κατά την είσοδό του στην εθνική οδό προέβη σε ελιγμό μεγάλου εύρους, γ) δεν δικαιολογείται η αιφνίδια είσοδος του γεωργικού ελκυστήρα στην εθνική οδό με την κρίση ότι η σύγκρουση ήταν νωτομετωπική και δ) δεν αιτιολογείται το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού (Κ.
Χ.). Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από τη σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως στο τέλος της διασταυρώσεως των ως άνω οδών, τα σημεία του οδοστρώματος στα οποία βρέθηκαν θραύσματα, οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της εθνικής οδού, όπως και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λόγω της αιφνίδιας εισόδου του γεωργικού ελκυστήρα που οδηγούσε ο Κ.
Χ. και του μεγάλου βάρους του Δ.Χ.Φ. που οδηγούσε, δεν κατέστη δυνατόν να πεδήσει αυτό εγκαίρως. Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, το Εφετείο διέλαβε ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η υπέρβαση κατά 2 χλμ/ώρα του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας (των 70 χλμ/ώρα) δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε ότι η έλλειψη της ως άνω παραβάσεως θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια είσοδος του γεωργικού ελκυστήρα του θανόντος οδηγού στο ρεύμα πορείας της Π.Ε.Ο.
προς την Θήβα και η παρεμβολή στην πορεία του φορτηγού του αναιρεσιβλήτου, δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει διαφορετικά, πέραν της ενστικτώδους πεδήσεως που πραγματοποίησε, λόγω της πολύ μικρής αποστάσεως των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψη του το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11, περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως και, ειδικότερα, την υπ' αριθμ. 504/2020 ένορκη βεβαίωση των Ε.
Π., Ε. Μ. και Χ. συζ. Σ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Ε. Ρ., αφού το Εφετείο αναφέρει μόνο τον αριθμό της ενόρκου βεβαιώσεως, όχι δε και τα ονόματα των μαρτύρων που βεβαίωσαν ενόρκως με αυτήν, ενώ ουδόλως σχολιάζονται οι εν λόγω καταθέσεις από το Εφετείο και υπάρχει ισχυρή αμφιβολία αν αυτό τις έλαβε υπ' όψη.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι ρητώς αναφέρεται σε αυτήν (6η σελίδα αυτής) ότι ελήφθη υπ' όψη η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, ενώ σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο ελήφθη υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να μνημονεύει και τα ονόματα των εξετασθέντων μαρτύρων.
Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση της προαναφερθείσας ενόρκου βεβαιώσεως θα οδηγούσε το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί απαραδέκτως σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και, ως απαράδεκτος, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1855/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€) για κάθε διάδικο μέρος αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ