Supreme Court allows appeal against denial of mental distress damages to collateral relatives beyond first degree.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by an insurance company against a lower court ruling that granted mental distress damages to collateral relatives. The appellate court found the first instance judge erred in law by including cousins (second-degree collateral relatives) within the definition of 'family' under Article 932 of the Civil Code. Consequently, the judgment was partially annulled regarding these relatives, and the case was remitted for retrial limited to their claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932, 313, 286, 573 of the Civil Code; The term 'family' in Article 932 excludes collateral relatives beyond the first degree, thereby denying them a right to mental distress damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "C. V. A.", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Β. του Δ., που δεν παραστάθηκε και 2) Α. Λ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μητσόπουλο - Σόντα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ν. Β. του Δ. (1ος) απεβίωσε στις 21-3-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η σύζυγός του Α. Σ. για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Β. - Μ. Β. και Μ. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2010 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-8-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με την από 18-9-2012 αγωγή του Ζ. Ζ., επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 22-2-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή, τις από 12-6-2011 και 28-9-2012 προσεπικλήσεις σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές και την από 8-10-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 369/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου και των υπεισελθόντων κληρονόμων στη θέση του αποβιώσαντος 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 313 παρ. 1 εδ.
δ', 286 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 27/1987, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 1404/2021, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 29-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10196/978/30-10-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κατά των αναιρεσίβλητων: 1) Ν.
Β. του Δ. και 2) Α. Λ. του Η., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 369/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3.2.2023), δεν εμφανίστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ν. Β. του Δ., εμφανίστηκε, όμως, η σύζυγός του Α.
Σ. του Γεωργίου, για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους Β. - Μ. Β. του Ν. και Μ. Β. του Ν., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μητσόπουλο - Σόντα, η οποία, δια του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου της, δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (σύζυγός της και πατέρας των άνω ανηλίκων τέκνων της) απεβίωσε στις 21.3.2019, πριν, δηλαδή, την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης (30.10.2019) και ότι αυτή με την προαναφερομένη ιδιότητά της, ήτοι ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, που είναι αδιαθέτου κληρονόμοι του, συνεχίζει την παρούσα δίκη.
Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση, με γνωστοποίηση προς αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, του θανάτου του ανωτέρω πρώτου αναιρεσίβλητου πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προηγούμενη νομική σκέψη, είναι έγκυρη και ισχυρή ως δικόγραφο κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά του ανωτέρω πρώτου αναιρεσίβλητου, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τις νομίμους ως άνω κληρονόμους του, των οποίων άλλωστε η κληρονομική ιδιότητα, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται.
Εφόσον δε, κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 932 εδάφιο 3 του Α.Κ., σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος.
Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος" προφανώς διότι ο νομοθέτης, δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στη διαδρομή του χρόνου. Κατά τη σαφή όμως έννοια της πιο πάνω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου αυτών, αδιάφορα αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ.
ΑΠ 21/2000), πράγμα που λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Έτσι, στην "οικογένεια του θύματος" περιλαμβάνονται κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και κατά την κρατούσα νομολογία του Αρείου Πάγου, πλην άλλων, οι εξ αγχιστείας συγγενείς πρώτου βαθμού του θύματος, δηλαδή ο σύζυγος της θυγατέρας του θανατωθέντος (γαμβρός), ή η σύζυγος του υιού του (νύφη του θανατωθέντος), όχι όμως και οι εξ αγχιστείας συγγενείς περαιτέρω βαθμού, όπως είναι ο γαμβρός του θανατωθέντος από αδελφή, ή νύφη του θανατωθέντος από αδελφό (κουνιάδος - κουνιάδα, αντίστοιχα), που είναι συγγενείς εξ αγχιστείας δευτέρου βαθμού (Ολ.
ΑΠ 21/2000, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 51/2018, ΑΠ 602/2015, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 1503/2012, ΑΠ 581/2010, ΑΠ 1188/2005) και μάλιστα ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι συγγενείς του θανατωθέντος, το πόρισμα δε τούτο ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδάφιο 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται ο από αδελφή γαμβρός και η νύφη από αδελφό του νεκρού εκ μόνης της συγγενικής τους σχέσης ( Ολ.
ΑΠ 21/2000). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AP 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 εδάφιο 3 του Α.Κ, την οποία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να απορρίψει τη νομίμως προταθείσα ένστασή του, περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του τέταρτου και του πέμπτου των εναγόντων της από 22-8-2010 κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητων Ν.
Β. του Δ. και Α. Λ. του Η., συζύγων των αδελφών του θανόντος Α. και Β. Σ. του Γ. αντίστοιχα, δηλαδή γαμβρών από αδελφή (κουνιάδων) του θανόντος στο ιστορούμενο αυτοκινητικό ατύχημα Θ. Σ. και, κατόπιν αυτού, να αναγνωρίσει την υποχρέωσή του (αναιρεσείοντος) να τους καταβάλει τα ειδικότερα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αν και οι αναιρεσίβλητοι αυτοί, δεν περιλαμβάνονται στην "οικογένεια" του θανόντος, κατά την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 369/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, ως προς το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση μέρος της (επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, η εκκαλουμένη, η οποία, κατά την εκδίκαση της από 22.8.2010 κύριας αγωγής (της οικογένειας Σ.), δέχθηκε ότι στην έννοια της οικογένειας ...
του θανόντος Θ. Σ. περιλαμβάνονται και οι γαμπροί αυτού, δηλαδή οι σύζυγοι των αδελφών του ... Α. και Β. Σ. του Γ., ήτοι ο Ν. Β. του Δ. και ο Α. Λ. του Η., τέταρτος και πέμπτος ενάγοντες ... η εκκαλουμένη, που δέχθηκε ότι στην οικογένεια του άνω θανόντος περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω δύο ενάγοντες, ορθά και όχι εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. [....].
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ... παρίσταται ως βάσιμη και κατ' ουσίαν .... η δεύτερη κύρια από 22.8.2010 αγωγή για το συνολικό ποσό των 176.000 ευρώ, ήτοι ... 13.000 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, 13.000 ευρώ για τον πέμπτο ενάγοντα...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον τρίτο λόγο της από 10.2.2014 έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 65/2014 οριστικής πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ως νόμιμη και έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 22-8-2010 αγωγή των αναιρεσίβλητων [με την οποία, μεταξύ άλλων συγγενών, επικαλούμενοι και οι ίδιοι τη συγγενική τους σχέση, ως γαμβρών από αδελφή του θανόντος Θ.
Σ., ζήτησαν την επιδίκαση σε αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατό του], δεχόμενο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως και το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί υπάγονται στην έννοια της "οικογένειας" του εν λόγω θανόντος και νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής τους και, απορρίπτοντας την ένσταση περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτών, που προτάθηκε από το αναιρεσείον παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με τον ως άνω τρίτο λόγο της από 10.2.2014 έφεσής του, επιδίκασε σ' αυτούς τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά (των 13.000 ευρώ στον καθένα), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο δεχόμενο ότι είναι νόμιμο το ανωτέρω ένδικο αγωγικό αίτημα των αναιρεσίβλητων και ότι αυτοί δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον επισυμβάντα, στο ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα, θάνατο του Θ. Σ.., παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 εδάφιο 3 του Α.Κ, την οποία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί ως γαμβροί από αδελφή του άνω θανόντος (κουνιάδοι του), είναι συγγενείς εξ αγχιστείας δευτέρου βαθμού, δηλαδή συγγενείς εξ αγχιστείας πέραν του πρώτου βαθμού και, συνεπώς, δεν συμπεριλαμβάνονται στην "οικογένεια" του θανόντος κατά την προεκτεθείσα, στη νομική σκέψη της παρούσας, έννοια της εν λόγω διάταξης.
Επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο ως προς τους αναιρεσίβλητους και κατά το κεφάλαιό της, που αφορά στην επιδίκαση σε αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου να ερευνηθεί μόνο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής και μόνο όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττωμένοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δέχεται την από 29-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10196/978/30-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 369/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 369/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους και κατά το αναφερόμενο ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
-Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
-Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που κατέθεσε. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ