Appeal dismissed because the appealed judgment was not final regarding necessary co-litigants who were not served.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment that had become final only regarding the appellant and the first respondent. The court found that the necessary co-litigants (second and third respondents) were not properly served with the judgment, preventing the ten-day period for filing a notice of non-appearance from expiring for them. Consequently, the judgment had not attained finality for all necessary co-litigants, rendering the appeal inadmissible under Article 503 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 503, 144, 576, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the judgment has not become final as to all necessary co-litigants, particularly when they were not served and thus could not exercise their right to file a notice of non-appearance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1327/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Σερεμετάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Ξ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 400/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3415/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. 8704Β/25-6-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Π. Κ., την από 25-6-2021 απόδειξη παράδοσης εγγράφου από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή και παραλαβής του από τον αρμόδιο αστυφύλακα του Α.Τ. Δραπετσώνας-Κερατσινίου και την από 28-6-2021 βεβαίωση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή περί αποστολής μέσω του Κεντρικού Ταχυδρομικού Γραφείου Πειραιά σχετικής ειδοποίησης, καθώς και την υπ' αριθ. 8708Β/29-6-2021 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 18-5-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3415/2019 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 12-1-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων , οι οποίοι και δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1, 577, 309 εδ.1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β'περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ ΑΠ 17/2013).
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 530/2018, ΑΠ 1613/2018, ΑΠ 1514/2017, ΑΠ 505/2011).
Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β' Κ.Πολ.Δ. με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (Ολ ΑΠ 18/2001, ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 965/2017). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθ. 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την ανωτέρω διάταξη, υφίσταται και επί δίκης για την ύπαρξη ή μη πραγματικής δουλείας, διότι το αντικείμενο της δίκης αυτής κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1118,1120,1122,1130,1131,1132 και 1138 Α.Κ, επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ως προς όλους τους συνιδιοκτήτες του δουλεύοντος ή του δεσπόζοντος ακινήτου (Α.Π 655/2016, 1353/2014), όπως και επί δίκης με αντικείμενο την κατάργηση της δουλείας, με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης δυνάμει των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-6-2012 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι τυγχάνει κύριος με παράγωγο τρόπο του αναφερομένου ακινήτου, το οποίο βαρύνεται με την περιγραφείσα δουλεία διόδου, υπέρ του ομόρου ακινήτου, συγκυριότητας των τριών εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συσταθείσα το έτος 1955 με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα με σύμβαση, που καταρτίστηκε συμβολαιογραφικά και μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι για την εκμετάλλευση και αξιοποίηση του ακινήτου του εξέδωσε νόμιμη οικοδομική άδεια της αρμόδιας Αρχής, η εκτέλεση, όμως, των προβλεπόμενων σε αυτήν εργασιών είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση της δουλείας. Ότι το δεσπόζον ακίνητο των εναγόμενων, και ειδικότερα οι ιδιοκτησίες όσο και το κοινόχρηστο ακάλυπτο οικόπεδο, από του έτους 1980, έχουν πρόσβαση σε κοινόχρηστο χώρο, και συντρέχει νόμιμη περίπτωση κατάργησης της ανωτέρω δουλείας.
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι η ως άνω δουλεία διόδου έχει καταργηθεί και να καθορισθεί αποζημίωση της υπό κατάργηση δουλείας, ώστε έκαστος των εναγόμενων να λάβει το ποσό που του αναλογεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 400/2014 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και με τον απολιπόμενο δεύτερο εναγόμενο Δ.
Ξ. να εκπροσωπείται από τους παρισταμένους πρώτο και τρίτο των εναγομένων, Ε. Ξ. και Κ. Λ., αναγκαίους ομοδίκους του κατ' άρθρ. 76 ΚΠολΔ, δέχθηκε την αγωγή και καθόρισε την αποζημίωση για την κατάργηση της δουλείας στο ποσό των 2.541,50 ευρώ, κατενεμομένου μεταξύ των 1ου και 3ου των εναγομένων, κατά ποσοστό 45% και 55%, αντίστοιχα.
Κατά της απόφασης αυτής ο πρώτος των εναγομένων Ε. Ξ. άσκησε έφεση κατά του ενάγοντος Λ. Μ., ενώ επίσης ο ως άνω εκκαλών άσκησε προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση κατά των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων Δ. Ξ. και Κ. Λ.. Επί της έφεσης αυτής και προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3415/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δικάζοντος ως Εφετείου, η οποία απέρριψε την ανωτέρω προσεπίκληση και δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, την οποία απέρριψε.
Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε με την απουσία των ως άνω καθ' ων η προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση Δ. Ξ. και Ε. Λ., θεωρουμένων ως εκπροσωπουμένων από τον παριστάμενο εκκαλούντα Ε. Ξ., ως αναγκαίοι ομόδικοι αυτού. Οι ως άνω ομόδικοι στη δίκη αυτή και ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας κατ' άρθ. 76 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., διότι η εν λόγω διαφορά με αντικείμενο την κατάργηση της δουλείας διόδου με την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης και δυνάμει των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ), με συνιδιοκτήτες του δεσπόζοντος ακινήτου τους ως άνω εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους, επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στους ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων (καθ' ων η προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση) Δ. Ξ. και Ε. Λ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον αναγκαίο ομόδικό τους εκκαλούντα, που παραστάθηκε νομίμως, Ε.
Ξ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 Κ.Πολ.Δ., η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης από τους διαδίκους, όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το αν οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συνομολογείται η τελεσιδικία της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατ' απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους αναγκαίους ομοδίκους.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-5-2020 αίτηση του Λ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3415/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ