Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling second claim accessory to rejected first claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of her lawsuit. The appellant argued that the lower court erred in applying the principle of res judicata to her first claim and subsequently treated her second claim for interest as inadmissible. The court held that since the first claim was rejected based on res judicata, the second claim was legally accessory and therefore inadmissible as well.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 559 of the Code of Civil Procedure; Res judicata bars re-litigation of final issues, rendering accessory claims inadmissible when their primary basis is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1327/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. χήρας Κ. Ζ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. Ζ. και 2) Ι. Κ. Ζ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πατεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20-3-2019 και με αριθ. κατάθεσης 21/28-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 33/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 4-1-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την με αριθμό 100/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απερρίφθη, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, κατά το πρώτο αίτημά της και ως μη νόμιμη κατά λοιπά, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί, η από 10-11-2016 με αρ. κατάθεσης 128/2016 αγωγή της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ' άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, και κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 728/1996 ΑΠ 981/1993, ΑΠ 1019/1993).
Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1137/2006).
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό (ΑΠ 298/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 1287/2003, ΑΠ 1425/1999), ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης (ΑΠ 1401/2004) δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια.
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερος δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1394/2008), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992, ΑΠ 759/2006).
Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση (ΑΠ 1832/2001, ΑΠ 190/2000) ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 226/2001), αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης.
Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 386/2000, ΑΠ 1174/1999, ΑΠ 839/1999, ΑΠ 331/1999). Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ).
Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1137/2006, ΑΠ 1366/1996). Περαιτέρω - και ειδικότερα επί των ενστάσεων - αν η απόρριψη αγωγής αποτελεί συνέπεια της παραδοχής κάποιας ένστασης του εναγομένου, ή αν η σχετική ένσταση απορριφθεί, δημιουργείται εντεύθεν δεδικασμένο (εξαιρουμένης της περιπτώσεως που η διάπλαση της έννομης σχέσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με διαπλαστική αγωγή) εκ του παρεμπιπτόντως κριθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, το οποίο καλύπτει και αυτές που συναρτώνται με το προδικαστικό ζήτημα, είτε αυτό αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής (ΑΠ 1017/2001) που αναγκαία κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1 εδ. α και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεδικασμένο παράγεται και από την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε μ' αυτήν, το οποίο όμως δεν προσβάλλεται με την έφεση που ασκήθηκε από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως διάδικο, εφόσον έτσι καθίσταται τελεσίδικη, ως προς το ζήτημα αυτό, η πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 698/2020, 56/2019, 1218/2018, 1559/2017 ΑΠ 455/2014).
Περαιτέρω, ο από το πρώτο σκέλος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον 'Aρειο Πάγο (ΑΠ 698/2020 56/2019, 1559/2017, 1903/2006).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμό 165/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα της αξίωσης της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) ποσού 17.608 ευρώ από τη διαχείριση της μετά των αναιρεσιβλήτων σχέσης της συγκληρονομίας, κρίνοντας, εσφαλμένως, τη συνδρομή όλων των από τις διατάξεις των άρθρων 321 επ.
ΚΠολΔ απαιτουμένων για την ύπαρξη αυτού (δεδικασμένου) προϋποθέσεων, παρόλο που τα από την ως άνω απόφαση (165/2013) προκύπτοντα σχετικά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντα την άρνηση αναγνωρίσεως του εν λόγω δεδικασμένου ως προς το παραπάνω ζήτημα. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την 165/2013 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Κρήτης έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 10/4/2001 με αρ. κατάθεσης 253/11-6-2001 αγωγή των εναγόντων και εδώ αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα-εναγομένη με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της κληρονομιαίας περιουσίας του Κ.
Ζ., πατρός των πρώτων και συζύγου σε β' γάμο της δεύτερης, να τους παράσχει λογοδοσία για τη διαχείριση που διενήργησε επί της κληρονομιαίας περιουσίας του κοινού κληρονομουμένου, για λογαριασμό τους κατά τις διατάξεις περί εντολής και διαχείρισης αλλοτρίων. Ειδικότερα, πλην άλλων, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα, με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι, το κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης καταβληθέν ποσό των 12.000.000 δραχμών, στα πλαίσια της υπ' αυτής διαχείρισης της συγκληρονομιαίας περιουσίας, σε εξόφληση χρέους αυτής από μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως του κληρονομουμένου, δεν αποτελούσε χρέος της κληρονομίας και η καταβολή του δεν έγινε σε εξόφληση χρέους αυτής και ακολούθως δεν προαφαίρεσε το αντίστοιχο της κληρονομιαίας μερίδας (1/2 εξ αδιαθέτου) των εναγόντων, ποσό των 6.000.000 δραχμών (17.608 ευρώ), από το λογαριασμό της λογοδοσίας.
Κατά της απόφασης αυτής η εδώ αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-8-2013 αίτηση για αναίρεση η οποία και απερρίφθη με την 1772/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, καταστάσης έτσι αμετακλήτου. Μετά ταύτα η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων την από 10-11-2016 αγωγή της με την οποία, επικαλούμενη ότι κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, συγκληρονόμων μετ' αυτής εξ αδιαθέτου του Κ.
Ζ., κατέβαλε το ποσό των 12.000.000 δραχμών (35.216 ευρώ) σε εξόφληση μεταχρονολογημένης επιταγής, εκδόσεως του κληρονομουμένου, για χρέος της κληρονομίας, ζήτησε, να της καταβάλουν κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου μερίδος τους το ποσό των 6.000.000 δραχμών (17.608 ευρώ), που αποτελεί χρέος της κληρονομίας, καθώς και το ποσό των 27.672 ευρώ ως τόκους επί των τόκων που γεννήθηκαν από το οφειλόμενο ως άνω ποσό, από 31-8-2000.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, με την 100/2017 απόφασή του, ως προς το πρώτο αίτημα, δέχθηκε ότι με την τελεσίδικη και αμετάκλητη με αρ. 165/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η εκ μέρους της ενάγουσας καταβολή του ποσού των 12.000.000 δραχμών δεν έγινε για εξόφληση χρέους της κληρονομιαίας περιουσίας και στο πλαίσιο της υπ' αυτής διαχείρισης και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 4-1-2017 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6/2018 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το αίτημα επιδίκασης στην ενάγουσα- εκκαλούσα του ποσού των 17.608 ευρώ εις ολόκληρον ή συμμέτρως για κάθε εναγόμενο, είναι απαράδεκτο και ως εκ τούτου απορριπτέο, υφισταμένου δεδικασμένου (αρθ. 331, 332 ΚΠολΔ) από την υπ' αρ. 165/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, καταστάσης αμετάκλητης με την υπ' αρ. 1772/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, εκδοθείσης επί προγενεστέρους ασκηθείσης αγωγής λογοδοσίας των εναγόμενων κατά της (νυν) ενάγουσας - εκκαλούσας (αρ.
εκθ. κατ. 253/2001), η οποία έκκρινε ως προδικαστικό ζήτημα την ύπαρξη της αξίωσης της ενάγουσας, η οποία ισχυριζόταν ότι κατέβαλε για την εξόφληση χρέους από μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδόσεως του κληρονομούμενου το ποσό των 12.000.000 δρχ., δαπάνη, που έγινε στα πλαίσια της διαχείρισης της συγκληρονομίας, αφαιρετέα από το λογαριασμό, ζητώντας να αφαιρεθεί το ήμισυ του άνω ποσού, από το κατάλοιπο που έπρεπε να αποδώσει στους εκεί ενάγοντες, το οποίο αντιστοιχούσε στο 1/2 της συγκληρονομίας επί της οποίας είχε συσταθεί κοινωνία δικαιώματος λόγω της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής των διαδίκων στο σύνολο της κληρονομίας".
Το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ως άνω απόφαση του, δέχτηκε ότι η καταβολή του άνω ποσού δεν απεδείχθη ότι έγινε ως έξοδο (δαπάνη) στα πλαίσια διαχείρισης της συγκληρονομίας, που έπρεπε να αφαιρεθεί από το λογαριασμό, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έγινε για εξόφληση χρέους της κληρονομιάς (δεν ήταν χρέος της κληρονομιάς), κρίση προδικαστική σχετικά με τον μη καταλογισμό του άνω ποσού στον λογαριασμό της λογοδοσίας και ακολούθως απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 KΠολΔ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, η αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, ότι δηλαδή η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταβολή του ποσού των 12.000.000 δραχμών σε εξόφληση εκδοθείσης υπό του κληρονομουμένου μεταχρονολογημένης επιταγής, δεν αποτελούσε χρέος της κληρονομίας και δεν έγινε στα πλαίσια της υπ' αυτής διαχείρισης της κληρονομιαίας περιουσίας, κρίση της με αρ. 165/2013 τελεσίδικης απόφασης, αποτελεί, παρά τα αντιθέτως από την αναιρεσείουσα προβαλλόμενα, δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού αυτό αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της τελευταίας, ενόψει ότι στη μεταγενέστερη ένδικη δίκη κρίθηκε στην ουσία η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό της προγενέστερης αποφάσεως και η επ' αυτών κρίση, αποτελεί κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία προυπόθεση του ζητήματος της μεταγενέστερης ένδικης δίκης (αξίωση της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια της υπ' αυτής διαχείρισης της κληρονομιαίας περιουσίας, στηριζόμενη στις διατάξεις περί εντολής, διοικήσεως αλλοτρίων και κοινωνίας).
Περαιτέρω, λόγοι αναίρεσης που κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς είναι, εκτός άλλων, και εκείνοι που προτείνονται επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση και μόνο που ήθελε κριθεί βάσιμος ο προβαλλόμενος ως κύριος λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού απέρριψε τον κύριο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ενάγουσας για την μη ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την ένδικη πρώτη αγωγική αξίωσή της ποσού 17.608,00 ευρώ, στη συνέχεια απέρριψε και το δεύτερο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων ποσού 27.672 ευρώ λόγω ανατοκισμού του ως άνω οφειλομένου κεφαλαίου, με τη διπλή αιτιολογία, ότι δεν είναι νόμιμο και, ενόψει απορρίψεως του πρώτου αιτήματος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο.
Η απορριπτική αυτή κρίση συνέχεται απόλυτα με την προηγηθείσα ορθή παραδοχή περί ύπαρξης δεδικασμένου και απορριπτική κρίση του Εφετείου για το πρώτο αίτημα της αγωγής στην οποία στηρίχθηκε αποκλειστικά για να οδηγηθεί στη μεταγενέστερη απορριπτική κρίση επί του δευτέρου αιτήματος της αγωγής, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο.
Επομένως, εν όψει και του επικουρικού κατά το αναιρετήριο χαρακτήρα του σχετικού δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 14 του αρθ. 559 του KΠολΔ, προσβάλλεται η Εφετειακή απόφαση, σε περίπτωση και μόνο που ήθελε ευδοκιμήσει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε το προαναφερθέν δεύτερο αίτημα της αγωγής πρέπει, να απορριφθεί ως αλυσιτελής κατά την προαναφερθείσα έννοια.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενηντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2019 αίτηση της Κ. χας Κ. Ζ., για αναίρεση της με αρ. 33/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ