Supreme Court dismisses appeal for distortion of documents due to lack of specific description and irrelevance of fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by nineteen individuals against a first-instance judgment regarding a railway construction dispute. The appellants alleged that the Court of First Instance distorted the content of six specific documents, but the court found the complaint inadmissible because it failed to specify the exact distorted content in the appeal petition. Furthermore, the court ruled that the appeal was irrelevant as it challenged the court's evaluation of facts, which falls outside the Supreme Court's jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for distortion of documents is inadmissible if the appellant fails to specify the document and the exact distorted content, and is irrelevant if it challenges the court's evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Λ. του Α., 2) Ε. Κ. του Δ., 3)Α. Π. του Α., 4) Ε. Τ. του Κ., 5) Α. Δ. του Σ., 6) Κ. Ν. του Α., 7) Α. Κ. του Χ., 8) Μ. Π. του Κ., 9) Θ. Δ. του Ν., 10) Δ. Β. του Ν., 11) Ε. Ν. του Ι., 12) Α. Μ. του Φ., 13) Π. Δ. του Δ., 14) Ε. Μ. του Χ., 15) Χ. Μ. του Ι., 16) Δ. Α. του Γ., 17) Π. Λ. του Κ., 18) Χ. Μ. του Ε., και 19) Π. Σ. του Κ., κατοίκων …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαρίδημου Βεργούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΚΤΩΡ /S. I./ A. S.T.S./ H. Rail Italy" (πρώην, "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ/ I./ A. STS/S./ H. Rail Italy" και αρχική επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ/ I./ A. STS/S./ A.T." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής, και αποτελείται από τις παρακάτω εταιρίες:
1) Την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Την Ιταλική Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "S. I. S.p.A." που εδρεύει στην Ιταλία, νομίμως εκπροσωπούμενης, 3) Την Ιταλική Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "A. STS S.p.A." , που εδρεύει στην Ιταλία, νομίμως εκπροσωπούμενης, και 4) Την Ιταλική Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "H. Rail Italy S.p.A. " που εδρεύει στην Ιταλία, νομίμως εκπροσωπούμενης, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Βοζίκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: Στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-5-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, τις από 7-1-2014 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1865/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 764/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ" αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983, που φέρει τον τίτλο "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2874/2000 και εκδόθηκε για να προσαρμοστεί το ελληνικό δίκαιο προς την 75/129 Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", τέτοιες απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τους 6 εργαζόμενους, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα και ποσοστό 5% του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2γ' του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του εδ. γ' από το Ν 2736/1999, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης μετά από πρωτόδικη δικαστική απόφαση. Με τα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, να προσέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να διερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους.
Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 του Ν. 1387/1983, ορίζονται τα εξής: "1. Η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το προηγούμενο άρθρο εκπροσώπους των εργαζομένων.
Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3. 2. Εάν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας κατά περίπτωση. 3.
Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, την κατάσταση της επιχείρησης καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, μπορεί είτε να παρατείνει για είκοσι ακόμη ημέρες τις διαβουλεύσεις ύστερα από αίτηση ενός των ενδιαφερομένων μερών, είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζόμενων απολύσεων.
Πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής Υπουργείου Εργασίας, που εδρεύει σε κάθε νομό, ή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, αντίστοιχα. Τα γνωμοδοτικά αυτά όργανα, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να καλούν και να ακούουν τόσο τους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων και τον ενδιαφερόμενο εργοδότη, όσο και πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις πάνω σε επί μέρους τεχνικά θέματα.4.0 εργοδότης μπορεί να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις στην έκταση που καθορίζει η απόφαση του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας.
Εάν δεν εκδοθεί τέτοια απόφαση μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται στην έκταση που δέχτηκε ο εργοδότης κατά τις διαβουλεύσεις.5. Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1,2,3 και 4 του παρόντος".
Στο άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ανωτέρω Ν 2736/1999 παρ. 5 που είχε ως εξής: "Η διαδικασία ομαδικών απολύσεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης", ενώ με το άρθρο 16 παρ. 6 του τελευταίου αυτού νόμου καταργήθηκε η παρ. 2γ' του άρθρου 2 του Ν 1387/1983.
Στη συνέχεια η πιο πάνω παρ. 5, που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 του Ν 2736/1999, τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν 2874/2000 ως εξής: "Σε ομαδικές απολύσεις, που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος όρθρου".
Με τον πιο πάνω Ν 1387/1983 έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 75/129/ΕΟΚ, η οποία τροποποιήθηκε με τη νεότερη Οδηγία 92/56/ΕΟΚ και στη συνέχεια η Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20.7.1998 κωδικοποίησε σε ένα ενιαίο κείμενο το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων Οδηγιών, οι δε τροποποιήσεις που επέφερε η τελευταία μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τους νόμους 2736/1999 και 2874/2000.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κοινοτική Οδηγία βασίζει την προστατευτική της παρέμβαση στο πεδίο των ομαδικών απολύσεων στη θέσπιση τριών βασικών εργοδοτικών υποχρεώσεων: α) την υποχρέωση διαβούλευσης με τους εκπροσώπους του προσωπικού, β) την υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης αυτών και γ) την παράλληλη υποχρέωση ενημέρωσης της δημόσιας αρχής σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις σε συνδυασμό με την υποχρέωση αναμονής του εργοδότη για κάποιο ολιγόχρονο χρονικό διάστημα (30 ημερών) πριν από την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων.
Επιπλέον, από τις ως άνω διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου προβλέπεται και η παρέμβαση της δημόσιας αρχής μετά από την περάτωση της διαδικασίας των διαβουλεύσεων, με την πρόβλεψη της δυνατότητας του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνουν τις σχεδιαζόμενες απολύσεις. Όπως σαφώς προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, μεταξύ των διατυπώσεων, που πρέπει να τηρηθούν, για το νομότυπο ομαδικών απολύσεων, είναι και 1) η υποβολή του σχετικού πρακτικού διαβούλευσης, που έγινε μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, στον αρμόδιο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας και β) η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη των συμβάσεων να γίνει μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας , μέσα στην οποία, τα ως άνω δημόσια όργανα, έχουν το δικαίωμα να εκδώσουν απόφαση, με την οποία, είτε θα παρατείνουν την εικοσαήμερη προθεσμία διαβουλεύσεων είτε να εγκρίνουν ή να μην εγκρίνουν τις προτεινόμενες από τον εργοδότη ομαδικές απολύσεις.
Αυτό ισχύει και για την περίπτωση, κατά την οποία οι προτεινόμενες ομαδικές απολύσεις προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, καθόσον ο νόμος δεν διακρίνει. Μόνο σε μια περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διαδικασία ομαδικών απολύσεων: Όταν οι απολύσεις αυτές γίνονται "λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης".
Το τελευταίο μπορεί να συμβεί, λ.χ., στην περίπτωση πτωχεύσεως ή λύσεως της επιχειρήσεως, με δικαστική απόφαση. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ιδίως δε όταν η οριστική διακοπή των δραστηριοτήτων της οικείας επιχειρήσεως αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως ή άλλες, οι πιο πάνω υποχρεώσεις του εργοδότη παραμένουν στο ακέραιο.
Επομένως, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι από τις διατάξεις του ισχύοντος (εθνικού) δικαίου δεν προβλέπεται η προηγούμενη έκδοση δικαστικής αποφάσεως στην περίπτωση οριστικής διακοπής της λειτουργίας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, που αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη. (ΑΠ 154/2011, ΑΠ 1681/2007).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983 ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου αυτού είναι άκυρες. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 197 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι, ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1276/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος δηλαδή ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 125/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τις ένδικες από 7-5-2013 υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 65717/2244/2013 οι δώδεκα πρώτο και από 7-5-2013 υπ' αριθ.
εκθ. καταθ. 65735/2247/2013 αγωγές οι λοιποί επτά ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν, ότι προσελήφθησαν, κατά τους αναφερόμε¬νους χρόνους έκαστος τούτων με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη" και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, η οποία έχει αναλάβει συμβατικά ως εργολάβος την κατασκευή του έργου Μετρό Θεσσαλονίκης, κυρία του οποίου είναι η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ", προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ιδιότητα του αρχαιολόγου.
Ότι πα¬ρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη έως την 12-3-2013, οπότε η τελευταία προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους με την καταβολή σ' αυτούς της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι, η καταγγελία των συμβά¬σεων εργασίας τους είναι άκυρη διότι: α) δεν τηρήθηκε η διαδικασία του Ν. 1387/1983 σχετικά με τη διαδικασία διαβούλευσης και την παροχή σχετικών πληροφοριών και εγγράφων β) δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις που τίθενται από την αρχαιολογική νομοθεσία και ειδι¬κότερα η διαδικασία έγκρισης της απόλυσης τους από την αρμόδια εφορεία Αρχαιοτήτων, γ) Έγινε από αναρμόδιο όργανο και ειδικότερα από τον Διευθυντή έργου της εναγομένης Μιχαήλ Σίμα, ο οποίος στερείτο εκ του νόμου την αντιπροσωπευτική εξουσία και δεν υπήρχε απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης που να τον εξουσιοδοτεί προς τούτο, δ) αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δεν έλαβε χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους και έλλειψη αντικειμένου εργασίας, όπως προφασίστηκε η εναγομένη, αλλά σε περίπτωση που κριθεί σκόπιμη η επαναπρόσληψή τους, αυτοί να επαναπροσληφθούν με νέους όρους, δυσμενέστερους από τους όρους των επίδικων συμβάσεων εργασίας τους και σύμφωνα με νέα ελάχιστα όρια αμοιβής, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή, ε) έγινε υπό συνθήκες και με τρόπο που τους προκάλεσε προσβολή της προσωπικότητας τους και ηθική βλάβη.
Ότι επιπλέον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πρώτου ενάγοντα αναιρεσείοντος της ανωτέρω υπό στοιχείο (2) αγωγής είναι άκυρη, διότι αυτός είναι νομίμως εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαι¬ολόγων - ΣΕΚΑ και απολύθηκε χωρίς να τηρηθούν οι δι¬ατάξεις του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των Συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων".
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) Να αναγνωρισθεί η α¬κυρότητα της ως άνω καταγγελίας των συμβάσεων εργα¬σίας τους β) να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, τοποθετώντας αυτούς στη θέση που κατείχαν ή άλλη παρεμφερή θέση ανάλογη με τα προσό¬ντα τους, με τη απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε έκαστο τού¬των τα αναφερόμενα σ' αυτές (αγωγές) χρηματικά ποσά ως μισθούς υπερημερίας χρονικό, διαστήματος από την επομένη ημέρα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους (13-3-2013) έως 31-10-2013, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ σε έκαστο τούτων τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την ως άνω συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης - αναιρεσίβλητης.
Η εναγόμενη - αναιρεσίβλητη με τις από 7-1-2014 υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 3650/2014 και 3658/2014 δύο ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστικώς παρέμβαση προς την καθ' ης η ανακοίνωση δίκης εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.", ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτές. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές και τις προαναφερθείσες ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και αφού απέρριψε τις προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές.
Επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ' ουσίαν και απέρριψε τις ένδικες αγωγές. Ήδη δε και ενόψει της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η ως άνω προσεπικληθείσα σε αναγκαστική παρέμβαση εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως επιμελεία των αναιρεσειόντων για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. 1490Δ/10-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.
Λ..
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι προσελήφθησαν από την εναγομένη κοινοπραξία κατασκευαστικών εταιρειών, η οποία έχει αναλάβει ως εργολάβος την κατασκευή του έργου Μετρό Θεσσαλονίκης, κυρία του οποίου είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του αρχαιολόγου με σκοπό την αποκάλυψη και αποτύπωση αξιόλογων αρχαιολογικών ευρημάτων, τα οποία ανευρέθησαν κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του εν λόγω έργου οι οποίες έλαβαν χώρα στο υπέδαφος του ιστορικού κέντρου της πόλης της ….
Ειδικότερα, οι ενάγοντες προσελήφθησαν τις ακόλουθε ημερομηνίες: Α) όσον α¬φορά στους ενάγοντες της υπό στοιχεία (lj ανωτέρω α¬γωγής: 1) Η πρώτη την 22-8-201 1, 2) η δεύτερη την 22- 8-2011, 3) ο τρίτος την 5-9-2011, 4) η τέταρτη την 6-6- 20 1 1, 5) η πέμπτη την 8-6-201 1,6) ο έκτος την 21-7-2010, 7) η έβδομη την 5-9-201 1, 8) ο όγδοος την 7-12-2010, 9) ο ένατος την 7-12-201 1, 10) η δέκατη την 3-6-2011,11) η ενδέκατη την 22-7-2010 και 12) η δωδέκατη την 6-6- 2011.
Β) όσον αφορά στους ενάγοντες της υπό στοιχεία (2) ανωτέρω αγωγής: 1) ο πρώτος την 12-8-2011, 2) η δεύτερη την 22-8-201 1, 3) ο τρίτος την 5-1 1-2009, 4) ο τέταρτος την 24-11-2010, 5) η πέμπτη την 5-11-2009, 6) η έκτη την 29-9-2008 και 7) ο έβδομος την 30-7-2008. Από την πρόσληψη τους παρείχαν τις υπηρεσίες τους, υπό την προαναφερθείσα ειδικότητα, στην εναγομένη και ε¬ντάχθηκαν στο προσωπικό αυτής, κατόπιν επιλογής τους από την 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Ε.Β.Α.), με κύριο αντικείμενο εργασίας τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών στα εργοτάξια του Μετρό Θεσσαλονίκης, έως την 13-3-2013, οπότε αυτή (εναγομένη), κατ' εφαρμογή του Νόμου περί ομαδικών απολύσεων, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, καταβάλλοντας σ' αυτούς τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ειδικότερα, η διαδικασία του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων τέθηκε σε κίνηση, διότι η κυρία του επίδικου έργου με την επωνυ¬μία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" απέστειλε στην εναγομένη κοινοπραξία, εργολάβο αυτού, το υπ' αριθμ. Πρωτ…/…-12-2012 έγγραφο της, το οποίο πα¬ρελήφθη από την εναγομένη την 20-1 2-201 2, σύμφωνα με το οποίο επισήμανε στην εναγομένη, μεταξύ άλλων, ότι: "μετά την ολοκλήρωση των αρχαιολογικών εργασιών στο βόρειο τμήμα του σταθμού Αγ.
Σοφίας, οι ανάλογες ερ¬γασίες στους σταθμούς Δημοκρατίας και ..., για τη συγκεκριμένη φάση, προβλέπεται να ολοκληρωθούν μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου και Μαρτίου του έτους 2013 αντίστοιχα. Σύμφωνα δε με τον προγραμματισμό εργα¬σιών του τεχνικού τμήματος του έργου, δεν πρόκειται να εκτελεστούν αρχαιολογικές ανασκαφές, σε κανένα εργοτάξιο κατά το αμέσως προσεχές εξάμηνο.
Λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες διαθέσιμες πιστώσεις για την ολοκλήρωση των αρχαιολογικών εργασιών ...καλείστε να ξεκινήσετε έγκαιρα, ως εργοδότης των εργαζομένων σ' αυτές, τις απαιτούμενες από τη σχετική νομοθεσία διαδικασίας για τη διακοπή της εργασιακής σχέσης όλου του απασχολούμενου στα παραπάνω δύο εργοτάξια προσωπι¬κού - επιστημονικού και εργατοτεχνικού - με την ολο¬κλήρωση της συγκεκριμένης φάσης στο καθένα.
Ειδικό¬τερα, σε ότι αφορά το επιστημονικό προσωπικό, αυτό θα προσδιοριστεί, για την κάθε φάση (άμεσα για 19 αρχαιο¬λόγους, λόγω ολοκλήρωσης των εργασιών στο σταθμό Αγ. Σοφίας, για τον Ιανουάριο και οι λοιποί για τον Μάρτιο)...). Κατόπιν τούτων, η εναγομένη, συμμορφούμενη με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπεται από το Ν. 1387/1983 περί ομαδικών α¬πολύσεων, απέστειλε προς το Σωματείο εργαζομένων στο Μετρό Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι μέλη οι ενάγο¬ντες, το υπ' αριθμ.
Πρωτ. …/…-12-2012 έγγραφο της "Ανακοίνωση με ενημέρωση - πρόσκληση σε Διαβούλευση", με το οποίο ενημέρωσε το παραπάνω σω¬ματείο για τη λήψη του προαναφερθέντος εγγράφου εκ μέρους της κυρίας του έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ", το οποίο επισύναψε προς ενημέρωση στην ως άνω Ανακοίνωση - πρόσκληση και κάλεσε τους .εκπροσώπους των ερ¬γαζομένων να λάβουν μέρος στη σχετική διαβούλευση την 21-12-2012 στο Υποκατάστημα της (εναγομένης) στη Θεσσαλονίκη.
Κατά την ημερομηνία αυτή (21-12-2012) πραγματοποιήθηκε η ορισθείσα διαβούλευση μεταξύ της εναγομένης κοινοπραξίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή του έργου και των εκ¬προσώπων του σωματείου των εργαζομένων στο Μετρό Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε το από 21-12-2012 πρακτικό διαβούλευσης υπογεγραμμένο και από τις δύο πλευρές.
Σύμφωνα με αυτό, η Κοινοπραξία ενημέρωνε το σωματείο για το σκοπό της διαβούλευσης σύμφωνα και με το προαναφερθέν έγγραφο της κυρίας του έργου ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ (…/…-12-2012) για τη διακοπή των αρχαιολογικών εργασιών στους Σταθμούς Δημοκρατίας και ... μέχρι το τέλος Ιανουαρίου και Μαρτίου αντιστοίχως, και τη μη εκτέλεση περαιτέρω αρχαιολογικών ανασκαφών για το αμέσως επόμενο εξάμηνο, ενώ οι εκπρόσωποι του σωματείου κατέθεσαν το υπ' αριθμ.
…/….-12-2012 έγγραφο τους "ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗΣ ΣΕ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ" σύμφωνα με το οποίο ζήτησαν την αναβολή της διαδικασίας διαβούλευσης και τον επαναπροσδιορισμό της εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, αφού έλαβαν γνώση και του συνόλου των σχετικών εγγράφων και επιστολών, για τους εξής λόγους: 1) διότι η ειδοποίηση - πρόσκληση δεν πραγματοποιήθηκε εντός ευλόγου χρόνου, ο οποίος ήταν μικρότερος των 24 ωρών 2) διότι πέρα από το προαναφερθέν από 17-12-2012 έγγραφο της κυρίας του έργου, δεν ήταν γνωστό στο σωματείο το περιεχόμενο των υπολοίπων σχετικών επιστολών (1 έως 5) που αναφέρονται σ' αυτό και βάσει των οποίων γίνεται η πρόσκληση και 3) διότι η πληρεξούσια νομική σύμβουλος του σωματείου δεν μπορεί να παραστεί, λόγω μη έγκαιρης ειδοποίησης.
Η εναγομένη Κοινοπραξία δια του εκπροσώπου της δήλωσε στο Σωματείο ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής, αφού υφίσταται ανάγκη ολοκλήρωσης της διαδικασίας, σύμφωνα με το προαναφερθέν έγγραφο της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕ¬ΤΡΟ, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου για το σταθμό Δημοκρατίας, ότι τα έγγραφα 1 έως 5 που αναφέρονται ως σχετικά στην εντολή της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ είναι στη διάθεση του σωματείου και θα παραδοθούν σ' αυτό για να λάβει γνώση και τέλος ότι δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση του Ο σωματείου με Δικηγόρο, αφού το ίδιο παρίσταται με τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα του και ότι σε κάθε περίπτωση υπάρχει η 20ήμερη εκ του νόμου προθεσμία για διενέργεια διαβούλευσης.
Επίσης, κατά την ανωτέρω συνάντηση προς διαβούλευση της 21-12-2012 ο εκπρό¬σωπος της Κοινοπραξίας ενημέρωσε το Σωματείο για το ζήτημα που προέκυψε με συμπληρωματικό έγγραφο αίτημα της Αττικό Μετρό, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 6747/14-12-2012 έγγραφο της 9ης ΕΒΑ περί προσωρινού κλεισίματος του σκάμματος του σταθμού … από το βράδυ της 21-12-2012, των οποίων έλαβε γνώση η κοινοπραξία την 20-12-2012, μετά την επίδοση προς το σωματείο της ως άνω ανακοίνωσης προς διαβούλευση, και το οποίο αφορά την ανάγκη για διαχείριση των εργαζομένων εκ του λόγου αυτού και υποχρεώνει την Κοινοπραξία να προτείνει την εκ περιτρο¬πής απασχόληση όλου του εργατοτεχνικού προσωπικού για το χρονικό διάστημα από 24-12-2012 έως 9-1-2013.
Ακολούθως, η Κοινοπραξία συμμορφούμενη προς τις υ¬ποχρεώσεις της από το Ν. 1387/1983 και στα πλαίσια της ήδη αρξαμένης διαβούλευσης, απέστειλε στο Σωματείο προς ενημέρωση του το υπ' αριθμ. …/…- 12-2012 έγγραφο της, το οποίο επιδόθηκε σ' αυτό αυθημερόν (βλ. την υπ' αριθμ. 1150/24-12-2012 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σταματίας Τσιουρβά), σύμφωνα με το οποίο γνωστοποίησε στο Σωματείο τα πέντε (5) έγγραφα, που αναφέρονται ως σχετικά στο υπ' αριθμ.
…/…-12-2012 έγγραφο της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕ¬ΤΡΟ και στο υπ' αριθμ. …/…-12-2012 έγγραφο αυτού (σωματείου) καθώς και το υπ' αριθμ. …/…-12-2012 έγγραφο της 9ης ΕΒΑ, το οποίο ήταν στη διάθεση του και έλαβε γνώση κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης της 21- 12-2012. Ειδικότερα, γνωστοποίησε εγγράφως σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 1387/1983 ότι:
α) οι λόγοι του σχεδίου απολύσεων ανάγονται στο υπ' αριθμ. …/…-12-2012 της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, του οποίου αυτό (Σωματείο) έχει λάβει γνώση, β) ο αριθμός και οι κατηγορίες των υπό απόλυση εργαζομένων είναι όλοι οι απασχολούμενοι (επιστημονικό και εργατοτεχνι¬κό προσωπικό) στους σταθμούς Δημοκρατία και ..., οι οποίοι ανέρχονται σε 167 άτομα, για το σταθμό Δημοκρατία (δηλ. 24 αρχαιολόγοι, 2 εργοδηγοί, 4 φύλα¬κες, 2 εργάτριες οστράκων και 135 εργατοτεχνίτες) και 228 άτομα για το σταθμό ... (δηλ. 28 αρχαιολόγοι, 7 σχεδιαστές, 3 εργοδηγοί, 2 ηλεκτρολόγοι, 4 φύλακες, 3 εργάτριες οστράκων και 181 εργατοτεχνίτες).
γ) ο αριθμός και οι κατηγορίες των συνήθων απασχολούμενων εργαζόμενων στους παραπάνω σταθμούς είναι ο ίδιος με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στην περ. β'. Ο αριθμός και οι κατηγορίες των συνήθων απασχολούμενων εργαζομέ¬νων στις αρχαιολογικές εργασίες είναι 495 άτομα, δηλα¬δή 82 αρχαιολόγοι, 5 τοπογράφοι, 20 σχεδιαστές, 19 συντηρητές, 1 ανθρωπολόγος, 1 χειριστής Η/Υ, 2 γραμμα¬τείς, 5 εργοδηγοί, 2 ηλεκτρολόγοι, 20 φύλακες, 10 εργά¬τριες οστράκων, 2 οδηγοί και 326 εργατοτεχνίτες.
Επι¬πλέον τούτων υπάρχουν και 6 άτομα διοικητικό προσω¬πικό. δ) το χρονικό διάστημα το οποίο πρόκειται να γί¬νουν απολύσεις είναι αμέσως μετά το πέρας των μηνών Ιανουαρίου και Μαρτίου 2013, σύμφωνα με το παραπάνω έγγραφο της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ή τυχόν άλλη σχετική ε¬ντολή της, ε) τα κριτήρια για την επιλογή των εργαζομέ¬νων που σταδιακά θα απολυθούν θα είναι αντικειμενικά και αναλόγως της απασχόλησης τους στα σκάμματα των παραπάνω σταθμών Δημοκρατία και ....
Αντίγρα¬φα των ανωτέρω εγγράφων υποβλήθηκαν από την εναγο¬μένη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 1387/1983, στον Υπουργό Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρό¬νοιας, τον Περιφερειάρχη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και το τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης του Δυτικού Τομέα Θεσσαλονίκης (βλ. υπ' αριθμ. …/…-12-2012, …/…-12-2012 και …).
Την 16-1-2013 και ενώ είχε παρέλθει η 20ήμερη προθεσμία που θέτει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 1387/1983 για τη διενέργεια δια¬βουλεύσεων από την 24-12-2012, οπότε γνωστοποιήθηκαν εγγράφως στο Σωματείο τα στοιχεία που είχε ζητήσει, χωρίς, ωστόσο, μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία το τε¬λευταίο (σωματείο εργαζομένων) να προβάλει εναλλακτική λύση που να αναφέρεται σε διαφορετική αντιμετώ¬πιση του ζητήματος των ομαδικών απολύσεων, οι οποίες, κατά το προαναφερθέν έγγραφο της κυρίας του έργου ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, δρομολογούντο για το τέλος Ιανουα¬ρίου και Μαρτίου αντιστοίχως, η Κοινοπραξία απηύθυνε στο Σωματείο το υπ' αριθμ…/…-1-2013 έγγραφο της, με το οποίο κάλεσε το τελευταίο να συνε¬χίσουν τη σχετική διαβούλευση την 18-1-2013 στο υπο¬κατάστημα της Κοινοπραξίας στη Θεσσαλονίκη.
Κατά την ημερομηνία αυτή (18-1-2013) πραγματοποιήθηκε η ορισθείσα διαβούλευση και συντάχθηκε το από 18-1-2013 πρακτικό διαβούλευσης, σύμφωνα με το οποίο ο εκπρόσωπος της εναγομένης ενημέρωσε το Σωματείο για την πάροδο της 20ήμερης προθεσμίας από την προηγούμενη διαβούλευση και την μη υποβολή εκ μέρους του (Σωματείου) εναλλακτικής πρότασης, που να αναφέρεται σε διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος των ομαδικών απολύσεων.
Το σωματείο δια του Προέδρου του υπέβαλε το από 18-1-2013 υπόμνημα - απάντηση πρόσκληση σε διαβούλευση, σύμφωνα με το οποίο ζήτησαν να λάβουν γνώση επιπρόσθετων στοιχείων σχετικά: α) με το χρονο¬διάγραμμα εκτέλεσης αρχαιολογικών εργασιών από την πλευρά της κυρίας του έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΤΡΟ", β) με τον προγραμματισμό εκτέλεσης των επόμενων εργασιών και γ) με τη μη παράδοση του εργοταξίου του σταθμού … και του αμαξοστασίου ....
Η Κοινοπραξία επιφυλάχθηκε να απαντήσει στο σωματείο μετά τη με¬λέτη του υπομνήματος που υπέβαλε αυτό. Ακολούθως, η Κοινοπραξία απέστειλε προς το σωματείο το υπ' αριθμ. …/…-2-2013 έγγραφο της, με το οποίο ενη¬μέρωσε το σωματείο για την μέχρι τότε πορεία της δια¬βούλευσης, ότι από αδράνεια αυτού (σωματείου) δεν είχε υποβληθεί μέχρι τότε οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση, μολονότι είχε επαρκή χρόνο στη διάθεση του για μελέτη, συλλογή και εκτίμηση από τους αρμόδιου φορείς και Υ¬πηρεσίες όλων των στοιχείων της πορείας του έργου και της φάσης στην οποία βρισκόταν αυτό, θεωρώντας ότι δεν είχε διεξαχθεί η διαβούλευση της 21-12-2012, ότι η τακτική του είναι προσχηματική αποσκοπώντας στην καθυστέρηση της διαδικασίας χωρίς να συμβάλει στην ουσια¬στική αντιμετώπιση του ζητήματος, ότι τα υπ' αριθμ. 2, 3 και 4 ερωτήματα, τα οποία έθετε με το από 18-1-2013 υπόμνημα του, άπτονται αποκλειστικά και μόνο της αρμοδιότητας του κυρίου του έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ" και ότι η ίδια (εναγομένη) είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται και να εκτελεί τις εντολές της, τηρώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να είναι αναρμόδια να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα.
Επιπλέον, ενημέρωσε (εναγομένη) το Σωματείο ότι αν και παρήλθε το τέλος Ιανουαρίου 2013, κατόπιν ενεργειών της, κατέστη δυνατή η έναρξη των υπολειπόμενων αρχαιολογικών εργασιών στο εργοτάξιο, "Διακλάδωση προς … ", που προβλέπεται να ολοκληρωθούν το τέλος Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να προκύψει αντικείμενο απασχόλησης των εργαζομένου μέχρι την προαναφερόμε¬νη ημερομηνία.
Σχετικά, δε, με το σταθμό ... ε¬νημέρωσε το σωματείο ότι, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα (γνωμοδότηση του ΚΑΣ, την βάσει αυτής εκδοθείσα υ¬πουργική απόφαση και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει), για τις εργασίες αποδόμησης των ευρημάτων στις οποίες μπορούν να απασχοληθούν εργαζόμενοι, θα απαι¬τηθεί μικρότερο χρονικό διάστημα από το αρχικώς προβλεφθέν του τέλους Μαρτίου 2013, το οποίο προβλέπεται, πλέον, ότι θα είναι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2013, οπότε και θα διακοπεί η εργασιακή σχέση του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού που απασχολείται στις αρχαιολογικές εργασίες του σταθμού ...
και Δημοκρατίας, τροποποιηθέντος, κατά το σημείο τούτο, του αρχικού σχεδίου απολύσεων, το οποίο είχε γνωστο¬ποιήσει στους ενάγοντες με το υπ' αριθμ. …/…-12-2012 έγγραφο της. Τέλος, κάλεσε το σωματείο να παραστεί στη συνέχιση της διαβούλευσης, η οποία θα πραγματοποιείτο την 6-2-2013 στο υποκατάστημα της στη Θεσσαλονίκη.
Κατά την παραπάνω ημερομηνία (6-2-2013) πραγματοποιήθηκε η ορισθείσα διαβούλευση και συντά¬χθηκε το από 6-2-2013 πρακτικό διαβούλευσης, το οποίο υπεγράφη από τους εκπροσώπους των παρισταμένων πλευρών. Οι εκπρόσωποι του σωματείου, πριν την έναρξη της διαβούλευσης κατέθεσαν το υπ' αριθμ. …/…-2-2013 έγγραφο τους, με το οποίο αφού αναφέρθηκαν λεπτομε¬ρώς σε όσα συνέβησαν από την έναρξη της διαβούλευσης και εντεύθεν, ζήτησαν την άμεση επανέναρξη των υπο¬λοίπων μετώπων στα οποία δεν έχουν ολοκληρωθεί οι αρ¬χαιολογικές εργασίες, τη θέση του προσωπικού σε διαθε¬σιμότητα και την επαναδραστηριοποίηση του με την έναρξη και πάλι των εργασιών, και τη χρησιμοποίηση του υπάρχοντος έμπειρου επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού κατά το στάδιο απόσπασης και ανάδειξης των αρχαιολογικών καταλοίπων, καθώς επίσης και στις εργασίες διαμόρφωσης των χώρων υποδοχής των ευρημά¬των.
Σε απάντηση των ανωτέρω, η εναγομένη κοινοπραξία ενημέρωσε το Σωματείο, ότι ο προγραμματισμός του έργου γίνεται από την κυρία αυτού "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ", η οποία δίνει τις σχετικές εντολές στις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται η Κοινοπραξία, ότι το άνοιγμα νέων με¬τώπων δεν εξαρτάται από αυτή (Κοινοπραξία) αλλά από την παράδοση των χώρων από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, η οποία για το αμαξοστάσιο ...
δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ότι το έργο κατασκευής του Μετρό Θεσσαλονίκης είναι τεχνικό έργο που απαιτεί μία συνεχόμενη ροή στις εκτελούμενες εργασίες, τις οποίες δεν μπορεί η Κοινοπραξία να εκτελεί τμηματικά διότι είναι οικονομικά ασύμφορο, ότι ειδικά στο αμαξοστάσιο ... πρέπει να γίνουν πρόδρομες εργασίες (μεταφορά και απομάκρυνση εγκαταστάσεων του Δήμου Θεσσαλονίκης κ.λ.π.) και ότι η δημιουργία μετώπου εργασίας στο αμαξοστάσιο ...
εξαρτάται από ενέργειες τρίτων παραγόντων, όσον αφορά τις παραδόσεις ολόκληρων των σκαμμάτων στην ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και την έναρξη εργασιών από την Κοινοπραξία. Ότι δεν γίνεται να τεθεί σε διαθεσιμότητα το προσωπικό, καθόσον αυτή μπορεί να διαρκέσει μέχρι τρεις μήνες, γίνεται προς αποφυγή διενέργειας ομαδικών απολύσεων, ενώ υπάρχει και το πρόβλημα της καταβολής των μειωμένων κατά 50% αποδοχών των εργαζομένων, οι οποίοι θα αμείβονται χωρίς να απασχολούνται.
Ότι οι εργασίες στη Διακλάδωση Δημοκρατίας εκτελέσθηκαν τώρα με ενέργειες της Κοινοπραξίας, χωρίς να είναι απολύτως απαραίτητες για την πρόοδο και επιτάχυνση του έργου, καθώς θα μπορούσαν να εκτελεσθούν αργότερα, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων εργασιών της κρίσιμης δια¬δρομής του έργου. Ότι στις εργασίες απόσπασης του σταθ¬μού ..., η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ θα προκηρύξει διαγωνισμό, προκειμένου να επιλεγεί εξειδικευμένη εταιρεία, η οποία θα χρησιμοποιηθεί για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως συνέβη και κατά το παρελθόν.
Τέλος, ο εκπρό¬σωπος της Κοινοπραξίας ενημέρωσε το Σωματείο ότι εάν υπάρχει συγκεκριμένη πρόταση εκ μέρους του, αυτή πρέ¬πει να υποβληθεί εγγράφως προκειμένου να διαβιβασθεί στην ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ. Ο Πρόεδρος του σωματείου αντέ¬τεινε ότι η από 5-2-2013 επιστολή του σωματείου προς την Κοινοπραξία συνιστά υποβολή πρότασης στο τέλος της, σε κάθε, όμως, περίπτωση υποσχέθηκε να υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση μέχρι την 8-2-2013.
Την 13-2-2013 το σωματείο απέστειλε στην εναγομένη κοινοπραξία το από 12-2-2013 έγγραφο του "Πρόσκληση σε συνέχιση δι¬αβούλευσης", με το οποίο κάλεσε αυτήν σε διαβούλευση, η οποία θα διεξήγετο στα γραφεία της στη Θεσσαλονίκη την 19-2-2013, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά ή ενη¬μέρωση. Ακολούθως, η Κοινοπραξία απέστειλε στο σω¬ματείο το υπ' αριθμ.
…/… έγγραφο της, με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι αν και του ζητή¬θηκε να υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση προς αποφυγή ή περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των ομαδικών απο¬λύσεων, προκειμένου να υποβληθεί εγκαίρως στον κύριο του έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" εν τούτοις ουδεμία πρό¬ταση υπέβαλε. Ότι αν θεωρηθεί ως πρόταση τα όσα πρό¬τεινε (Σωματείο) κατά τη διαβούλευση της 6-2-2013 στο από 5-2-2013 έγγραφο του, αυτά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από την Κοινοπραξία διότι:
α) δεν υπάρχει δυνατότητα έναρξης αρχαιολογικών εργασιών στους σταθ¬μούς Αμαξοστασίου ... και Συντριβάνι β) δεν επιτρέπει ο νόμος διαθεσιμότητα εργατοτεχνικού και επιστη¬μονικού προσωπικού για το διάστημα της διακοπής των αρχαιολογικών εργασιών και η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ως κύ¬ριος του έργου δεν αναλαμβάνει το κόστος πληρωμής και γ) ότι για τις εργασίες απόσπασης των αρχαιολογικών ευρημάτων του Σταθμού ..., θα προκηρυχθεί δια¬γωνισμός από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, ώστε να επιλεγεί εξειδικευμένη εταιρεία, όπως συνέβη κατ' επανάληψη στο παρελθόν.
Τέλος, η Κοινοπραξία, θεωρώντας ότι το από 12-2-2013 έγγραφο του σωματείου με τον τίτλο "πρόσκληση σε συνέχιση διαβούλευσης" αποτελεί αίτημα για πραγματοποίηση νέας διαβούλευσης, δήλωσε στο Σωμα¬τείο ότι η υποβολή του αποτελεί παρελκυστική και προσχηματική τακτική από εκ μέρους του, αφού δεν συνο¬δεύεται από συγκεκριμένη πρόταση και ως εκ τούτου αυτή (Κοινοπραξία) θεώρησε ότι η διαδικασία της διαβούλευσης ολοκληρώθηκε, με δεδομένο ότι στο τέλος Φε¬βρουαρίου 2013 προβλέπεται η διακοπή της εργασιακής σχέσης του απασχολούμενο προσωπικού (εργατοτεχνικού και επιστημονικού) των σταθμών Δημοκρατία και ..., σύμφωνα με τα έγγραφα που έχουν κοινοποιηθεί σ' αυτό (σωματείο).
Κατόπιν τούτων, η εναγομένη υπέ¬βαλε το υπ' αριθμ. …/…-2-2013 έγγραφο της περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας διαβούλευσης και μη επίτευξης συμφωνίας στον Υπουργό Εργασίας Κοινωνι¬κής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και τα σχετικά από 21-12-2012, 18-1-2013 και 6-2-2013 πρακτικά διαβούλευσης, όπως και το υπ' αριθμ. AIAS/Α/3228/ΤΡ/13-2-2013 έγγραφο της που είχε αποστείλει στο Σωματείο.
Ο Υπουργός όμως εργασίας δεν εξέδωσε απόφαση μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 5 παρ. 4 Ν. 1387/1983 προβλε¬πόμενη δεκαήμερη προθεσμία περί έγκρισης πραγματο¬ποίησης του συνόλου ή μέρους των απολύσεων που είχαν ορισθεί και έτσι η Κοινοπραξία προχώρησε στις απολύσεις, στην έκταση που ορίσθηκε με το τροποποιημένο σχέδιο απολύσεων κατά τις διαβουλεύσεις.
Με- τα δεδο¬μένα αυτά τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το Ν. 1387/1983 διαδικασία. Ειδικότερα, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κοινοπραξία ενημέρωσε εγγράφως το Σωματείο των εργαζομένων για τους λόγους των απολύσεων με τις από 20-12-2012 και 24-12-2019 προαναφερθείσες ανακοινώ¬σεις της προς αυτό, κοινοποιώντας, μάλιστα, στο τελευ¬ταίο (σωματείο εργαζομένων) το από 17-12-2012 έγγραφο της κυρία, του έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ", σύμφωνα με το οποίο "το προσεχές εξάμηνο δεν πρόκειται να εκτελε¬στούν αρχαιολογικές ανασκαφές σε κανένα εργοτάξιο".
Ίδια ενημέρωση παρείχε η εναγομένη προς το σωματείο την 21-12-2012 κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης, όπου συνετάγη το με ίδια ημερομηνία πρακτικό διαβούλευσης, καθώς και με τις από 16-1-2013 και 4-2-2013 α¬νακοινώσεις αυτής προς το σωματείο για ενημέρωση - πρόσκληση σε διαβούλευση, οπότε συνετάγησαν τα από 18-1-2013 και 6-2-2013 πρακτικά διαβούλευσης, αντι¬στοίχως, τα οποία υπεγράφησαν από αμφότερα τα μέρη.
Στα πλαίσια δε της διαβούλευσης κατά την 6-2-2013 το σωματείο των εργαζομένων υπέβαλε την προαναφερθείσα πρόταση προς περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των ομαδικών απολύσεων, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από την Κοινοπραξία, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχαν διαθέσιμα μέτωπα εργασίας από την κυρία του έργου για ανασκαφικές εργασίες, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων υποστηρίζουν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι περί μη τηρήσεως της διαδικασία του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων για ενημέρωση και διαβούλευση εκ μέρους της εναγομένης - εκκαλούσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το σωματείο των εργαζομένων αν και είχε επαρκή ενημέρωση κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, παρά ταύτα δεν διατύπωσε κάποια εναλλακτική πρόταση προς αποφυγή των δυσμενών συνεπειών των ομαδικών απολύσεων, πλην αυτής (πρότασης) της 6-2-2013, η οποία, σύμ¬φωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορούσε να γίνει δεκτή.
Επί πλέον, εάν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είχαν κάποιο αποτέλεσμα στις επαφές τους με τους φορείς της πόλης της Θεσσαλονίκης, (Δήμο Θεσσαλονίκης) τον Μάρ¬τιο του έτους 2013, θα μπορούσαν ευχερώς να υποβά¬λουν στον Υπουργό Εργασίας αίτημα για παράταση των διαβουλεύσεων (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 1387/1983), όπως εί¬χαν δικαίωμα, πλην όμως τέτοιο αίτημα ουδέποτε υπο¬βλήθηκε εκ μέρους τους.
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1387/1983 "περί ομαδικών απολύσεων, διαδικασία και επομένως η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν είναι άκυρη εξ αυτού του λόγου, ούτε η εναγομένη Κοινοπραξία περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών αυτών, ώστε εξ αυτού του λόγου, να οφείλει (Κοινοπραξία) μισθούς υπερημερίας σ' αυτούς (ενάγοντες)....
Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι καταχρηστικές και ως τέτοιες άκυρες, διότι έγιναν υπό την προσχηματική επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων και έλλειψη αντικειμένου εργασίας, ενώ ο σκοπός της εναγομένης ήταν, σε περίπτωση που κριθεί σκόπιμη η επαναπρόσληψη τους, αυτοί (ενάγοντες) με κατώτερες αποδοχές και δυσμενέστερους όρους εργασίας.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, από το υπ' αριθμ. …/…-12-2012 έγγραφο της κυρίας του επίδικου έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" προς την εναγομένη κοινοπραξία, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης και της κυ¬ρίας του έργου οι ανασκαφικές εργασίες στους σταθμούς Δημοκρατίας και ...
θα ολοκληρώνονταν μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου και Μαρτίου του έτους 2013 αντιστοί¬χως και ως εκ τούτου κατά το προσεχές εξάμηνο, δεν ε¬πρόκειτο να εκτελεστούν αρχαιολογικές ανασκαφές σε κανένα εργοτάξιο. Επομένως, δεν θα υπήρχε αντικείμενο απασχόλησης για τους αρχαιολόγους που απασχολούντο σ' αυτούς τους δύο σταθμούς.
Κατά συνέπεια, όφειλε η κυρία του έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ" να ζητήσει από την εναγομένη Κοινοπραξία να προχωρήσει στη διακοπή των συμβάσεων εργασίας του συνόλου του προσωπικού που απασχολούντο στις ανασκαφικές εργασίες των δύο ανωτέρω σταθμών. Άλλωστε, εάν δεν είχαν καταγγελθεί οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων αυτοί θα αμείβο¬νταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς ουσιαστικά να έχουν αντικείμενο εργασίας, σε βάρος των πιστώσεων του έργου, με κίνδυνο να μην επαρκούν οι υπολειπόμενες πιστώσεις για τη συνέχιση των αρχαιολογικών εργασιών...." Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το Ν. 1387/ 1983 διαδικασία για τις ομαδικές απολύσεις και ότι επομένως η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν είναι άκυρη εξ αυτού του λόγου, ούτε η εναγομένη Κοινοπραξία περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών αυτών, ώστε εξ αυτού του λόγου, να οφείλει (Κοινοπραξία) μισθούς υπερημερίας σ' αυτούς (ενάγοντες), δεχόμενο ανελέγκτως ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Κοινοπραξία παρέσχε επαρκή ενημέρωση (πληροφόρηση) στο Σωματείο των εργαζομένων κατά τους παρατιθέμενους σ' αυτή αναλυτικά τρόπους και χρόνους, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των διαβουλεύσεων για τους λόγους για τους οποίους σχεδιάζει να προβεί σε ομαδικές απολύσεις, ότι η παραπάνω πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, τήρησε την προβλεπόμενη από το Ν. 1387/ 1983 διαδικασία διαβούλευσης , η οποία ξεκίνησε στις 21-12-2012, συνεχίστηκε στις 18-1-2013, 6-2-2013 και θεωρήθηκε ολοκληρωθείσα στις 19-2-2013, συνταχθέντων σχετικά των από 21- 12-2012, 18-1-2013 και 6-2-2013 πρακτικών διαβούλευσης καθώς και του από 19-2-20 1 3 εγγράφου περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας διαβούλευσης και μη επίτευξης συμφωνίας , τα οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπέβαλε στον Υπουργό Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ότι η πρόταση προς περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των ομαδικών απολύσεων, που υπέβαλε το σωματείο των εργαζομένων στα πλαίσια της διαβούλευσης κατά την 6-2-2013 δεν μπορούσε να γίνει δεκτή από την Κοινοπραξία, καθώς, δεν υπήρχαν διαθέσιμα μέτωπα εργασίας από την κυρία του έργου για ανασκαφικές εργασίες, ότι το σωματείο των εργαζομένων αν και είχε επαρκή ενημέρωση κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, παρά ταύτα δεν διατύπωσε κάποια εναλλακτική πρόταση προς αποφυγή των δυσμενών συνεπειών των ομαδικών απολύσεων, πλην αυτής (πρότασης) της 6-2-2013,η οποία κατά τα προαναφερόμενα δεν μπορούσε να γίνει δεκτή, ότι ουδέποτε υποβλήθηκε εκ μέρους των εναγόντων αίτημα στον Υπουργό Εργασίας για παράταση των διαβουλεύσεων (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 1387/1983), όπως είχαν δικαίωμα, καθώς και υπό τις περαιτέρω αναφερόμενες παραδοχές περί έλλειψης αντικειμένου απασχόλησης των εναγόντων εργαζομένων σύμφωνα με τις οποίες " οι ανασκαφικές εργασίες στους σταθμούς … και ...
θα ολοκληρώνονταν μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου και Μαρτίου του έτους 2013 αντιστοίχως και ως εκ τούτου κατά το προσεχές εξάμηνο, δεν επρόκειτο να εκτελεστούν αρχαιολογικές ανασκαφές σε κανένα εργοτάξιο" ," αν δε , δεν είχαν καταγγελθεί οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, αυτοί θα αμείβονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς ουσιαστικά να έχουν αντικείμενο εργασίας, σε βάρος των πιστώσεων του έργου, με κίνδυνο να μην επαρκούν οι υπολειπόμενες πιστώσεις για τη συνέχιση των αρχαιολογικών εργασιών", απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων περί ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων εργαζομένων ως προσχηματικών και εντεύθεν καταχρηστικών.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 15 Ν. 1387/1983, 197 και 281 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά της αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα των ενδίκων αγωγών.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 37 του Ν. 3028/2002 "1. Η ανασκαφή για τη διάσωση μνημείου που αποκαλύπτεται κατά την εκτέλεση τεχνικού έργου, δημοσίου ή ιδιωτικού ή εξαιτίας φυσικού φαινομένου ή τυχαίου γεγονότος ή παράνομης ανασκαφικής ενέργειας (σωστική ανασκαφή) διενεργείται από την Υπηρεσία. 2. Για τη διενέργεια σωστικής ανασκαφής ορίζεται από την Υπηρεσία αρχαιολόγος που έχει τουλάχιστον τριετή ανασκαφική εμπειρία και δεν έχει παραβεί τις προθεσμίες κατάθεσης των εκθέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 39. 3. Η Υπηρεσία οφείλει να μεριμνά για τη συντήρηση και τη φύλαξη των ευρημάτων σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, τεχνικούς και συντηρητές, για τη φύλαξη της περιοχής που έχει ανασκαφεί, καθώς και για τη λήψη μέτρων ασφάλειας εργαζομένων και τρίτων. Για τη διατήρηση των ακινήτων ευρημάτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 [....].
Με το άρθρο 8 του Ν. 4072/2012 ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 8 Επιστημονικό και Εργατοτεχνικό Προσωπικό 1. Ο αριθμός και η ειδικότητα του αναγκαίου επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού για την εκτέλεση των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών στο πλαίσιο ΜΛ.Ε. καθορίζεται με διοικητική πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς ή της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών και κοινοποιείται στον Κύριο του Έργου μαζί με το χρονοδιάγραμμα των εργασιών, που μπορεί να τροποποιείται ανάλογα με την πορεία και το είδος των εργασιών που απαιτούνται σε κάθε στάδιο της αρχαιολογικής έρευνας. Με την ίδια διαδικασία αυξάνεται ή μειώνεται ο αριθμός και επανακαθορίζεται η ειδικότητα του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού, ανάλογα με την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών, το είδος και τον αριθμό των ευρημάτων.
2. Από το ανωτέρω προσωπικό, το εξήντα τοις εκατό (60%) κάθε επί μέρους κατηγορίας προσλαμβάνεται εφόσον διαθέτει εξειδικευμένη και συναφή εμπειρία τουλάχιστον τριών (3) ετών για τους αρχαιολόγους και έξι (6) μηνών για το υπόλοιπο προσωπικό. Για το υπόλοιπο σαράντα τοις εκατό (40%) κάθε επί μέρους κατηγορίας δεν απαιτείται εμπειρία. Η πρόσληψη του προσωπικού γίνεται από τον Κύριο του Έργου, ύστερα από έγγραφη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, και προσλαμβάνεται από αυτόν.
3. Αν για λόγους που παρεμποδίζουν την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών επιβάλλεται η αντικατάσταση μέλους ή μελών του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού, εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος.
4. Οι αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες στο πλαίσιο Μ.Ι.Ε. διενεργούνται από τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων, οι οποίες θα αναφέρονται τακτικά στο Γραφείο σχετικά με την πορεία αυτών σε κάθε στάδιο εκτέλεσης τους. Οι εργαζόμενοι στα αρχαιολογικά έργα, καθώς και σε ενδεχόμενα έργα προστασίας και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων στο πλαίσιο εκτέλεσης Μ.I.E., υποχρεούνται να εκτελούν την εργασία που τους ανατίθεται λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες από τους Προϊσταμένους των αρμοδίων Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, οι οποίοι ελέγχουν την πρόοδο και την καλή, εν γένει, εκτέλεση της εργασίας τους.
5. Ο Κύριος του Έργου υποχρεούται να αναφέρεται αναλυτικά και ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο Γραφείο σχετικά με τα πάσης φύσεως ζητήματα που προκύπτουν στο πλαίσιο εκτέλεσης αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών για την έγκαιρη αντιμετώπιση τους από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού". Επίσης, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού υπό στοιχεία ΥΠΠΟΤ/ΔΟΕΠ Υ/ΤΟΠ ΥΝΣ/28534, κυρώθηκε το "Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων για τα Μεγάλα Δημόσια Έργα", που καθορίζει το ειδικότερο πλαίσιο διεξαγωγής των σωστικών ανασκαφών κατά την κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων. Ειδικότερα, στην εν λόγω ΚΥΑ ορίζεται:
Άρθρο 1° Όροι της συνεργασίας [...] 2. Η δαπάνη του αρχαιολογικού έργου και των έργων προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, τα οποία διενεργούνται κατ' απόλυτη προτεραιότητα εντός της ζώνης κατάληψης του τεχνικού έργου και επί απαλλοτριωμένων ακινήτων για τις ανάγκες του τεχνικού έργου, καθώς και η δαπάνη των εργασιών προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης αρχαιολογικών ευρημάτων ή μνημείων, τα οποία θα είναι δυνατόν να επηρεαστούν από την κατασκευή του τεχνικού έργον, βαρύνει στο σύνολο της, σύμφωνα και με το όρθρο 37 παρ. 6 του Ν. 3028/2002 και την εγκύκλιο αρ. 3785/22.06.2010 της Γ.Γ. Πολιτισμού τον ΥΠ.ΠΟ.Τ., τον γενικό προϋπολογισμό του έργου.
3. Το αρχαιολογικό ανασκαφικό έργο, καθώς και τα έργα προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης ανήκουν στην αρμοδιότητα και διαχείριση των Περιφερειακών Υπηρεσιών του - ΥΠ.ΠΟ. Τ., οι Προϊστάμενοι των οποίων έχουν υπό την αποκλειστική διεύθυνση, εποπτεία και ευθύνη τους τις ανασκαφές, την κάθε είδους επιστημονική έρευνα, καθώς και τη μέριμνα για την τεκμηρίωση, αξιολόγηση, φύλαξη, συντήρηση, μελέτη και δημοσίευση των ευρημάτων, χωρίς καμία ανάμειξη τον Κύριου του Έργου ή του Αναδόχου στα επιστημονικά, αρχαιολογικά στοιχεία ή στην αξιοποίηση τον ανασκαφικού υλικού, εκτός από ειδικές περιπτώσεις, μετά από έγκριση των αρμοδίων κατά περίπτωση Υπηρεσιών και συλλογικών οργάνων του ΥΠ.ΠΟ.Τ.
Άρθρο 3ο Έκταση και η διάρκεια της αρχαιολογικής έρευνας 1. Εάν κατά τη διενέργεια των δοκιμαστικών ανασκαφών ή κατά την διάρκεια των εργασιών, σε οποιοδήποτε τμήμα του έργου, διαπιστωθεί η ύπαρξη αρχαιοτήτων, οι εργασίες θα διακοπούν αμέσως και θα ακολουθήσει σωστική ανασκαφική έρευνα. [...] 5. Τη διεύθυνση, επιστημονική εποπτεία και ευθύνη κάθε είδους αρχαιολογικού έργον ή εργασίας, όπως της επιφανειακής έρευνας, των δοκιμαστικών τομών και της σωστικής ανασκαφής, έχει ο αρμόδιος κατά περίπτωση Προϊστάμενος Εφορείας Αρχαιότητα του ΥΠ.ΠΟ.Τ., ο οποίος προγραμματίζει και συντονίζει το αρχαιολογικό έργο και συνεργάζεται με τον Κύριο του Έργου και τους εκπροσώπους του Αναδόχου για την επίλυση όλα προβλημάτων. Αναθέτει επίσης καθήκοντα σε αρχαιολόγους πεδίου, επικεφαλής των οποίων ορίζεται, αναλόγως και κατά τη δυνατότητα της Περιφερειακής Υπηρεσίας, αρχαιολόγος της Υπηρεσίας με μόνιμη ή αορίστου χρόνου σχέση εργασίας.
Άρθρο 4ο Ανασκαφική, αρχαιολογική τεκμηρίωση Η ανασκαφική και αρχαιολογική τεκμηρίωση (τήρηση ημερολογίων ανασκαφής, καταγραφή και συντήρηση ευρημάτων, καταγραφή, φωτογράφηση, αποτύπωση και τεκμηρίωση καθώς και η η κατάθεση εκτενούς επιστημονικής έκθεσης συνοδευόμενης από κατάλογο ευρημάτων) καλύπτεται από δαπάνες του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν. 3028/2002, που αφορά στην παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3028/2002.
Άρθρο 9ο Προσωπικό 1. Το πάσης φύσεως αναγκαίο προσωπικό στα αρχαιολογικά έργα, στη μεταφορά, καταγραφή και συντήρηση των ευρημάτων, καθώς και στα έργα προστασίας και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες τον ΥΠ.ΠΟ.Τ., σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Ο αριθμός και η ειδικότητα του προσωπικού ορίζονται από τις αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες τον ΥΠ.ΠΟ.Τ και κοινοποιούνται στον Κύριο του Έργου, όπως προβλέπεται στα σχετικά άρθρα του παρόντος.
2. Σε περίπτωση που ένας εκ των συμβαλλομένων επιθυμεί να επιταχύνει εργασίες σε κάποιο συγκεκριμένο τμήμα, ώστε να τηρηθούν οι προθεσμίες δύναται να θέσει θέμα πρόσληψης επιπλέον προσωπικού ή υπερωριακής απασχόλησης. Το ΥΠΠΟΤ είναι υπεύθυνο για την οργάνωση και την επίβλεψη των εργασιών κατά την διάρκεια και της υπερωριακής απασχόλησης.
3. Οι εργαζόμενοι στα αρχαιολογικά έργα, καθώς και στα έργα προστασίας και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, υποχρεούνται να εκτελούν την εργασία που τους ανατίθεται, λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες μόνον από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.Τ., ο οποίος και ασκεί τον πάσης φύσεως έλεγχο στην εργασία τους.
4. Οι εργαζόμενοι στα αρχαιολογικά έργα, σε θέματα υγείας και ασφάλειας, εξομοιώνονται με το προσωπικό του Κυρίου του Έργου.
5. Ο Κύριος του Έργου και ο Ανάδοχος μεριμνούν για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας των εργαζομένων και τρίτων. [...]" Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τον προβληθέντα από τους ενάγοντες ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, λόγω μη τήρησης των διατάξεων της αρχαιολογικής νομοθεσίας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "......Εξάλλου, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης των διατάξεων της αρχαιολογικής νομοθεσίας και ειδικότερα για το λόγο ότι δεν εγκρίθηκε η απόλυση τους από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς στο από Ιουλίου 2006 Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας για τα έργα κατασκευής του ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, που καταρτίστηκε μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και της κυρίας του επίδικου έργου "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ", ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς τη διαδικασία απόλυσης του προσλαμβανόμενου προσωπικού σε αντίθεση με την πρόσληψη του τελευταίου.
Ειδικότερα, στο άρθρο 11 παρ. 1 του ανωτέρω Μνημονίου αναφέρεται ρητώς ότι: "Το πάσης φύσεως αναγκαίο προσωπικό προσλαμβάνεται από την εταιρεία ή την Ανάδοχο Κ/Ξ μετά από σύμφωνη γνώμη των Προϊσταμένων των αρμοδίων Εφορειών Αρχαιοτήτων και τη συμπλήρωση και υπογραφή των σχετικών αρχαιολογικών εντολών".
Από το ανωτέρω άρθρο του εν λόγω Μνημονίου ουδεμία υποχρέωση έγκρισης της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στις αρχαιολογικές εργασίες του επίδικου έργου, από τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων, προκύπτει, αφού αν απαιτείτο τέτοια έγκριση θα έπρεπε να αναφέρεται ρητώς. Αντίθετα ο ρόλος των Εφορειών Αρχαιοτήτων αφορά μόνο, στην επιστημονική διεύθυνση και εποπτεία των αρχαιολογικών ανασκαφών...." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ως προς την πρόσληψη και την απόλυση των εναγόντων - αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, το Εφετείο βάσει των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, δέχθηκε ότι εν προκειμένω για την εγκυρότητα της απόλυσης των εναγόντων - αναιρεσειόντων αρχαιολόγων δεν απαιτείτο η έγκριση των καταγγελιών των εργασιών τους συμβάσεων από την οικεία Εφορία Αρχαιοτήτων, αφού ουδόλως αναφέρεται τέτοια προϋπόθεση στο άρθρο 11 παρ. 1 του Μνημονίου Συναντίληψης και Συνεργασίας που υπεγράφη τον Ιούλιο του 2006 μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." και με το οποίο άρθρο ορίζεται ρητά ότι η πρόσληψη του προσωπικού, δίχως να κάνει καμία διαφοροποίηση για τους αρχαιολόγους, γίνεται από την εταιρεία (ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.) ή την Ανάδοχο Κοινοπραξία μετά από σύμφωνη γνώμη των Προϊσταμένων των αρμοδίων Εφορειών Αρχαιοτήτων, ενώ δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση για την απόλυση αυτών.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της τήρησης των προϋποθέσεων για την εγκυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων - αναιρεσειόντων.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14, παρ. 5 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 ΑΚ, συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) των μελών της προσωρινής διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 79 ΑΚ, συνδικαλιστικής οργάνωσης, που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του ΑΚ και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 [του ίδιου νόμου].
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε ιδιαίτερη προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών ως προς την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της καλής, συναλλακτικής πίστεως, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους, που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και εφόσον η συνδρομή του διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία, που καθορίζεται στο άρθρο 15 του ιδίου νόμου [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν.1545/1985].
Εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, την οποία οφείλει να κινήσει ο εργοδότης με αίτηση του προς την αρμόδια επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, η εκ μέρους αυτού καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έχει συντελεσθεί (ΑΚ 180).
Ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, αφού αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της αγωγής α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) η συνδρομή συγκεκριμένου λόγου, από αυτούς που αναφέρονται στο νόμο, για τον οποίο ο μισθωτός προστατεύεται ως συνδικαλιστικό στέλεχος, γ) η εκ μέρους του εργοδότη, κατά το χρόνο της καταγγελίας, γνώση των περιστάσεων που συνιστούν το λόγο αυτό και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή παρήχθη και δ) περαιτέρω δυνατότητα του εργοδότη για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, στη θέση εργασίας για την οποία τον είχε προσλάβει.
Η ανωτέρω γνώση του εργοδότη ως προς την συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζόμενου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει προκειμένου περί νομικού προσώπου να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του δηλαδή σε εκείνον που έχει ορισθεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και σε εκείνον ο οποίος έχει ορισθεί κατά τους κανόνες της πρόστησης να το εκπροσωπεί στον τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού ενεργώντας επ' ονόματι και για λογαριασμό του (ΑΠ 440/2015, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 1957/2007).
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο (2) αγωγής και ήδη εφεσίβλητος Π. Δ. ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 14 παρ. 5 και 6 του Ν. 1264/1982, δεδομένου ότι, κατά το χρόνο απόλυσης του, ήταν εκλεγμένο τακτικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων - ΣΕΚΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ενώ ο ανωτέρω ενάγων επικαλείται την ιδιότητα του αυτή, δεν αναφέρει στην αγωγή την από πλευράς της εναγομένης γνώση της εν λόγω ιδιότητας, η οποία (γνώση) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή σ' αυτήν του βάρους να κινήσει εγκαίρως (πριν την επιχείρηση της καταγγελίας) τη διαδικασία ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών.
Και ακόμη, δεν περιγράφει τον τρόπο, με τον οποίο επήλθε η γνώση αυτή (την οποία, εν προκειμένω, ο ενάγων δεν επικαλείται), προκειμένου τα σχετικά περιστατικά να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως από τον ίδιο και να παρασχεθεί στην εναγομένη η δυνατότητα απαντήσεως και ανταποδείξεως. Η έλ¬λειψη αυτή καθιστά τον ανωτέρω ισχυρισμό του προανα¬φερθέντος ενάγοντος - εφεσιβλήτου αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο ως απαράδεκτο (Ολ.ΑΠ 26/1988 Ελλ.
Δνη 30. 531). Σε κάθε περίπτωση, όμως εφόσον, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν υπήρχε, πλέον, αντικείμενο απασχόλησης των εναγόντων, επομένως και του προανα¬φερθέντος (ενάγοντος), κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ήταν δυνατή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού (ανωτέρω ενάγοντος) συνδικαλιστικού στελέχους, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 και χωρίς να απαιτείται η προσφυγή στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών.
Είναι δε αυτονόητο και προκύπτει, άλλωστε, από τη φύση του πράγματος, ότι η μη ύπαρξη αντικειμένου απασχόλησης καθιστά ανεφάρμοστη την προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών...." Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την προαναφερθείσα βάση της αγωγής ως προς τον ανωτέρω ενάγοντα - αναιρεσείοντα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης κατά το τρίτο σκέλος αυτού προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενοι, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι: δεν έλαβε ουσιαστικά υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς των περί παραβιάσεως εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 1, 2, 3, 4, 5, 15 Ν. 1387/1983.
Με το ως άνω περιεχόμενο οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απορριπτέες διότι οι ίδιοι δέχονται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη.
Συνεπώς ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι 3ος και 7ος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 (αληθώς από τον αριθ. 11 γ) και 11 γ' Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. 566/2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης του μάρτυρος Δ.
Π. και το υπ' αριθ. πρωτ. …/…-2-2013 έγγραφο της 9ης ΕΒΑ προς την "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." τα οποία είχαν προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (την ρηθείσα ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. I του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).
Στην κρινομένη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, αποδίδουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ,Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων έξι εγγράφων.
Συγκεκριμένα: α) του από 21-12-2012 πρακτικού διαβούλευσης, β) του υπ' αριθ. πρωτ. 4470/18-1-2013 υπομνήματος του, γ) του από 18-1-2013 Πρακτικού διαβούλευσης, δ) του υπ' αριθ. πρωτ. … εγγράφου της αναιρεσίβλητης, ε) της από 6-2-2013 πρόσκλησης για νέα διαβούλευση και στ) του υπ' αριθ. πρωτ. …/…-2-2013 εγγράφου της 9ης ΕΒΑ προς την "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.".
Ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι ουδύλως οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν στο αναιρετήριο (και) το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στα συγκεκριμένα έγγραφα το Εφετείο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων, δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τους αναιρεσείοντες και εκείνου που προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο, συγκρινομένων μεταξύ τους, να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.
Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών κατ' άρθρο 179 εδαφ. τελ. σε συνδ. με άρθρο 183 εδαφ. τελ. Κ.ΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 764/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων των εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ