Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-legal claim of abuse of right in partition suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment in a partition suit, ruling the specific ground of inadmissibility was invalid. The appellants argued the respondent abused their right by remaining silent for years despite knowing the appellants held temporary rights since 1968. The court held this silence did not constitute a legal abuse of right because no other specific circumstances were proven to justify overturning the established legal position.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 281 of the Code of Civil Procedure; A ground for appeal based on the non-consideration of a claim is inadmissible if the claim itself is illegal or futile and could not have influenced the trial outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Ε. Β. του Χ., 2. Ε. Β. του Χ., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γαλατσέλη. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Μ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Φιφλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 57/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15-1-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 15-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 57/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία έφεση των εναγόντων -αναιρεσειόντων, κατά της 130/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου που απέρριψε αναγνωριστική αγωγή συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.16-1-2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 785, 798, 799, 1113 ΑΚ, 333, 478 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή περί διανομής κοινού πράγματος δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως επιδιώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσεως με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι διπλού χαρακτήρα, διότι δημιουργεί δίκη και επί του προδικαστικού θέματος της συγκυριότητας, κατά την οποία ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος και κάθε εναγόμενος είναι επίσης και αντίδικος των λοιπών συνεναγομένων του, αφού ο καθένας από τους διαδίκους μπορεί να υποβάλει αίτηση με βάση πραγματικό διαφορετικό από αυτό των λοιπών διαδίκων ως προς τα δικαιώματα ενός εκάστου επί του επικοίνου προς διανομή πράγματος και να αποβεί η δίκη εις βάρος ή όφελος των λοιπών με τη διάπλαση της δίκης κατά τρόπο διάφορο από εκείνο που επιδιώκεται με την αγωγή.
Κατά συνέπεια, καθένας από τους εναγομένους μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως των αποδείξεων, αποκλείει τη διανομή ή οδηγεί στο πόρισμα ότι η μερίδα του επί του επικοίνου είναι μεγαλύτερη από εκείνη του ισχυρίζεται ο ενάγων (ΟΛ ΑΠ 321/1983, ΑΠ 885/2001).
Βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι κατά την έννοια των άρθρων 1113 και 799 ΑΚ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 478 - 481 του ΚΠολΔ, η συγκυριότητα επί του διανεμητέου πράγματος των διαδίκων, το στοιχείο δε αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτήν και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση της αγωγής ισχυρισθεί ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα κυριότητος επί του διανεμητέου ούτε ο ενάγων ούτε ο εναγόμενος, οπότε υποχρεούται ο ενάγων με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίον αυτός και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι του διανεμητέου.
Εάν ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλων κατ' αυτόν τον τρόπον αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει και τον τρόπο, με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου. Στην περίπτωση αυτή η απόδειξη της συγκυριότητας του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του από τον εναγόμενο ομολογουμένου δικαιώματος κυριότητάς του επί ολοκλήρου του διανεμητέου πράγματος.
Εάν ο εναγόμενος επικαλείται περιστατικά κτήσεως της αποκλειστικής του κυριότητας επί του διανεμητέου μεταγενέστερα των αντιστοίχων της κυριότητας του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση κατά της αγωγής, την οποία θα υποχρεωθεί να αποδείξει (ΑΠ 151/2009, ΑΠ 579/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός, με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας.
Ως νομική δε αιτία που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, περαιτέρω, ότι το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, το ζήτημα, δηλαδή, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα, καθώς και (καλύπτει το δεδικασμένο) τις ενστάσεις που προτάθηκαν, όπως και εκείνες που δεν προτάθηκαν ενώ μπορούσαν να προταθούν και οι οποίες δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να ασκηθούν με κύρια αγωγή.
Τουναντίον το δεδικασμένο δεν καλύπτει τις μη προταθείσες ενστάσεις (ή προταθείσες που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες), οι οποίες στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Πρόκειται για τις χαρακτηριζόμενες στην επιστήμη ως γνήσιες μη αυθύπαρκτες ενστάσεις (ως στηριζόμενες σε άλλο, διαφορετικό δικαίωμα, για το οποίο μπορεί να ασκηθεί κύρια αγωγή), είναι δε τέτοιες ενστάσεις εκείνες του συμψηφισμού, της επίσχεσης, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (μη εκπλήρωσης της σύμβασης), καθώς και το δικαίωμα του πωλητή να του επιστραφεί το πράγμα αν ο αγοραστής ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης λόγω ελαττωμάτων (δικαίωμα αναστροφής κατά το προηγούμενο δίκαιο) του πράγματος και η σχετική αγωγή του γίνει τελεσιδίκως δεκτή.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μεταξύ των στοιχείων του πραγματικού του κανόνα δικαίου στον οποίο θεμελιώνεται η ένσταση περιλαμβάνεται και ένα διαφορετικό, "αυτοτελές" δικαίωμα, όπως π.χ. η "ανταπαίτηση" στην ένσταση του συμψηφισμού (ΑΚ440 επ.), η "συναφής αξίωση" στην ένσταση επισχέσεως (ΑΚ 325) κ.ο.κ. Το δικαίωμα τούτο βαίνει παραλλήλως προς το δικαίωμα που ασκήθηκε με την κριθείσα αγωγή και δεν εξαρτάται από αυτό, ούτε τούτο εξαρτάται από εκείνο, δυνάμενο, όπως προαναφέρθηκε, να ασκηθεί και με κύρια αγωγή και να κριθεί σε άλλη δίκη, κατά την οποία η παραδοχή του δεν αντιστρατεύεται (δεν αναιρεί ή αντιφάσκει προς) το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την παροχή και με το οποίο προφανώς και είναι συμβατή.
Εν κατακλείδι, εκτός από την αμέσως προαναφερθείσα κατηγορία των μη αυθύπαρκτων ενστάσεων που δεν προτάθηκαν, όλες οι λοιπές ενστάσεις, είτε προτάθηκαν είτε δεν προτάθηκαν ενώ μπορούσαν να προταθούν και αφορούν το "δικαίωμα που κρίθηκε", δηλαδή, την έννομη σχέση ή συνέπεια που διαγνώστηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει, μαζί με το αντικείμενο της, είτε είναι υλικό είτε όχι, καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης και δεν μπορούν να προβληθούν σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο, προσκρούοντας στην ανέκαθεν ισχύουσα και ενυπάρχουσα στο δεδικασμένο από την ίδια τη φύση του απαγορευτική της επαναπροβολής τους δικαιϊκή αρχή non bis in idem (ουχί δις επί τω αυτώ) ή bis de eadem re ne sit actio (δεν δίδεται αγωγή δύο φορές για το ίδιο αντικείμενο). (ΑΠ 2168/2014 ).
Περαιτέρω - και ειδικότερα επί των ενστάσεων - αν η απόρριψη αγωγής αποτελεί συνέπεια της παραδοχής κάποιας ένστασης του εναγομένου, ή αν η σχετική ένσταση απορριφθεί, δημιουργείται εντεύθεν δεδικασμένο (εξαιρουμένης της περιπτώσεως που η διάπλαση της έννομης σχέσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με διαπλαστική αγωγή) εκ του παρεμπιπτόντως κριθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, το οποίο καλύπτει και τις ενστάσεις που συναρτώνται με το προδικαστικό ζήτημα, είτε αυτό αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το κατ'ουσίαν βάσιμο της αγωγής (ΑΠ 1559/2017,ΑΠ 1017/2001) που αναγκαία κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Επίσης, το δεδικασμένο, κατ'άρθρο 325 ΚΠολΔ αριθμ. 1,2 , ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και εκείνων που έγιναν διάδοχοι τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 284 ΚΠολΔ το δικαστήριο με οποιαδήποτε διαδικασία και αν δικάζει, εξετάζει τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ακόμη και όταν είναι αναρμόδιο να τα εκδικάζει, κατά δε το άρθρο 331 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το άρθρο 331 ΚΠολΔ καθορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες το δεδικασμένο της αποφάσεως επεκτείνεται στα ζητήματα τα οποία κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, ώστε να δεσμεύει το δικαστήριο που θα κρίνει μεταγενέστερα το παρεμπίπτον ως κύριο ζήτημα (ολομ. ΑΠ 34/1992, ΑΠ 386/2000).
Έτσι, όταν ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής διανομής για το ίδιο ακίνητο, η οποία ερεύνησε και έλυσε το ζήτημα της κυριότητος του εν λόγω ακινήτου, παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό, αφού η διάγνωση του εν λόγω ζητήματος ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως.
Σε δίκη επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου παράγεται δεδικασμένο κατά πρώτο λόγο για το κύριο ζήτημα της δίκης, δηλαδή ότι οι διάδικοι έχουν δικαίωμα δικαστικής διάπλασης με τη μορφή της λύσης της κοινωνίας με διανομή. Επιπλέον παράγεται δεδικασμένο και ως προς το διανεμητέο δικαίωμα με το συγκεκριμένο υλικό αντικείμενο (κινητό ή ακίνητο), καθώς και αναφορικά με την έκταση συμμετοχής των κοινωνών σε αυτό (ιδανικά μερίδια), ζητήματα που είναι προδικαστικά της επερχόμενης δικαστικής διάπλασης και ελέγχονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (ΑΠ 1926/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 6-12-1982 απεβίωσε ο παππούς των εναγόντων Α. Σ. Φ., ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε την υπ' αριθμ. .../17-2-1977 δημόσια διαθήκη του, την οποία συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Μ.
Ζ.. Με τη διαθήκη αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, με το υπ' αριθμ. .../1983 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 17-2-1983, ο παραπάνω αποβιώσας εγκατέστησε ως κληρονόμους του τους ενάγοντες εγγονούς του Π., Ε. και Ε. Β., τέκνα της θυγατέρας του Μ. συζ. Χ. Β., στους οποίους κατέλειπε κατ' ισομοιρίαν το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του-το οποίο δεν προσδιορίζει στη διαθήκη-σε ολόκληρη την ευρισκόμενη στη νήσο ...
ακίνητη περιουσία του, η οποία, όπως αναφέρει στη διαθήκη του, περιήλθε σ' αυτόν από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος πρώτου εξαδέλφου του Ι. Ε. Φ.. Οι ενάγοντες-από τους οποίους, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο πρώτος Π. Β. απεβίωσε και υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση οι λοιπές ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες αδελφές του Ε.
και Ε. Β.-με την υπ' αριθμ. .../15-1-1986 δήλωσή τους ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως η δήλωση αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. .../8-5-1992 συμπληρωματική δήλωση αυτών (εναγόντων) ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, αποδέχθηκαν για λογαριασμό του αποβιώσαντος παππού τους την καταλειφθείσα σ' αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιά του ως άνω Ι.
Ε. Φ. και για τον εαυτό τους ατομικά την καταλειφθείσα σ' αυτούς, με την παραπάνω διαθήκη, κληρονομιά του αποβιώσαντος παππού τους Α. Φ.. Στη δήλωση αυτή κληρονομιάς οι ενάγοντες περιέλαβαν το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό μερίδιο του αποβιώσαντος παππού τους-το οποίο σημειωτέον ούτε και αυτοί προσδιορίζουν στη δήλωσή τους-από την αναφερόμενη στη διαθήκη εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1968 Ι.
Ε. Φ., αποτελούμενη, όπως αναφέρουν στην εν λόγω δήλωσή τους, από πέντε (5) συνολικά ακίνητα, κείμενα όλα στην περιφέρεια της Κοινότητας ... της νήσου ..., τα οποία είχαν περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του άνω αποβιώσαντος Ι. Ε. Φ., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../12-11-1935 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...
Δ. Κ., και συγκεκριμένα από 1) δύο (2) αγρούς ενωμένους, όσης εκτάσεως και αν είναι, στη θέση "...", που συνορεύουν γύρωθεν με κτήματα Ι. Φ., Γ. Φ., κληρονόμων Ι. Τ. και κληρονόμων Θ. Φ. και Ι. Κ., 2) δύο (2) αγρούς και μία άμπελο ενωμένους, όσης εκτάσεως και αν είναι, στη θέση "...", μετά της επ' αυτών κειμένης ερειπωμένης αγροκατοικίας, που συνορεύουν γύρωθεν με δημόσιο δρόμο, 3) έναν (I) αγρό (ψαρόγα) στην ίδια ως άνω θέση "...", εκτάσεως όσης και αν είναι, που συνορεύει με Γ.
Π. Τ. και δημόσιο-δρόμο, 4) έναν (1) αγρό, που περιέχει ελαιόδενδρα, στη θέση "...", που συνορεύει γύρωθεν με κτήματα Δ. Ρ. και Ι. Κ., και 5) μία (1) οικία, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο, στη συνοικία "...", που συνορεύει γύρωθεν με οικία Γ. Μ. και δημόσιο δρόμο. Ο ανωτέρω υπό στοιχ. 3 αγρός (ψαρόγα) στη θέση "..." αποτελεί το ήδη επίδικο ακίνητο, το οποίο έχει εμβαδόν 14.361,80 τ.μ., εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Ν.
Γ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β- Γ συνολικού μήκους 141,90 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Μ., βορειοανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 69,50 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Μ., νότια-νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ε-Ζ-Η συνολικού μήκους 124,10 μέτρων με αγροτική οδό, ανατολικά επί πλευράς Δ-Ε μήκους 70.20 μέτρων με αγροτική οδό και νοτιοδυτικά επί πλευράς Α-Η μήκους 78,40 μέτρων με αγροτική οδό.
Τον Ιούνιο του έτους 1992 οι νυν ενάγοντες κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου την από 31-5-19925 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 156/9-6-1992 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά δέκα τεσσάρων (14) συνολικά εναγομένων, στην οποία ισχυρίζονταν ότι, συνεπεία της προαναφερθείσας κληρονομικής διαδοχής, με βάση την υπ' αριθμ. .../17-2-1977 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος παππού τους Α.
Σ. Φ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν, με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό του κληρονομουμένου παππού τους, άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου τους και του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Ι.
Ε. Φ. από το έτος 1935 μέχρι και την άσκηση της αγωγής τους αυτής, κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 176 ή 96/576 ή 480/2880 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς (ενάγοντες), των προπεριγραφόμενων πέντε (5) ακινήτων στην περιφέρεια της Κοινότητας ... της νήσου ..., στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το τώρα επίδικο ακίνητο (ψαρόγα) στη θέση "...", και ότι οι εναγόμενοι, που είναι επίσης συγκύριοι των ακινήτων αυτών, κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από τις αναφερόμενες διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές των υπολοίπων κληρονόμων του Ι.
Ε. Φ. και των εν συνεχεία κληρονόμων αυτών, άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής αυτών και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, άμεσων και απώτερων, από το έτος 1935 και εφεξής, δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή των εν λόγω ακινήτων. Βάσει των περιστατικών αυτών οι ενάγοντες ζητούσαν, με την παραπάνω αγωγή τους, Α) να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 ή 96/576 ή 480/2880 ο καθένας των πέντε (5) πιο πάνω ακινήτων, και Β) να διαταχθεί η αυτούσια διανομή των ακινήτων αυτών, άλλως η πώλησή τους με πλειστηριασμό, άλλως εν μέρει η αυτούσια διανομή και εν μέρει η πώληση αυτών με πλειστηριασμό.
Ο εκ των εναγομένων στην ανωτέρω αγωγή Γ. Ι. Φ., άμεσος δικαιοπάροχος του τώρα εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Σ. Κ., με τις έγγραφες προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της εν λόγω αγωγής στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου αρνήθηκε τη συγκυριότητα των εναγόντων και των λοιπών εναγομένων στα διανεμητέα πιο πάνω ακίνητα και προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας στα ακίνητα αυτά, ισχυριζόμενος ότι απέκτησε την κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι ενέμετο και κατείχε αυτά, με διάνοια κυρίου, συνεχώς από το έτος 1941, που τα παραχώρησε σ' αυτόν άτυπα ο θείος του Ι.
Ε. Φ., μέχρι και την άσκηση της αγωγής εναντίον του, εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους. Επί της ως άνω αγωγής διανομής, στην οποία είχε σωρευθεί και αναγνωριστική της συγκυριότητας των εναγόντων αγωγή, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 85ΤΠ/1993 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία ανέβαλε την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας και έταξε αποδείξεις και με μάρτυρες σε βάρος του παραπάνω εναγομένου Γ.
Φ. για τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την προταθείσα από αυτόν πιο πάνω ένσταση ιδίας κυριότητας, τα οποία αμφισβητήθηκαν. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 170ΤΠ/1996 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας του παραπάνω εναγομένου Γ.
Φ. και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι ο Ι. Ε. Φ., ο οποίος απεβίωσε άγαμος στις 16-3-1968 και κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του ζούσε στην οικία του θείου του Ι. Φ., πατέρα του εναγομένου Γ. Φ., ο οποίος τον φρόντιζε και τον διέτρεφε μέχρι και το χρόνο του θανάτου του, ήδη από το έτος 1943 είχε παραχωρήσει άτυπα στον εναγόμενο Γ.
Φ., σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που του προσέφερε, τα ανήκοντα στην κυριότητά του πέντε (5) πιο πάνω επίδικα διανεμητέα ακίνητα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το τώρα επίδικο ακίνητο, και έκτοτε αυτός ενέμετο και κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, τα ακίνητα αυτά μέχρι και το χρόνο του θανάτου του Ι.
Ε. Φ., συνέχισε δε να νέμεται και να κατέχει αυτά και μετά το θάνατο του τελευταίου μέχρι και την άσκηση της ως άνω αγωγής, παραχωρώντας "αυτά στον Ε. Π. μέχρι το έτος 1955 και στη συνέχεια στο γιο του Α. Π., οι οποίοι τα έσπερναν και έβοσκαν σ' αυτά τα ζώα τους, δίνοντας σ' αυτόν ως αντάλλαγμα τυρί και ένα αρνί το Πάσχα και ότι έτσι ο παραπάνω εναγόμενος Γ.
Φ., έχοντας στη διανοία κυρίου νομή του τα επίδικα διανεμητέα ακίνητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, είχε γίνει κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία πριν από το χρόνο του θανάτου, το έτος 1968, του Ι. Ε. Φ. και άρα τα ακίνητα αυτά, δεν ανήκαν στην κληρονομιά του τελευταίου και δεν κατέστησαν ποτέ επίκοινα.
Κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 170ΤΠ/1996 οριστικής αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 22-8-1997 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 53/1997 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 109/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν και έτσι η εν λόγω οριστική απόφαση κατέστη τελεσίδικη.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου οι ενάγοντες άσκησαν την από 12-10-1998 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1646/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της και έκτοτε η αίτηση αυτή αναιρέσεως εκκρεμεί. Οι ενάγοντες, το έτος 2009, άσκησαν την ένδικη αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Σ.
Κ., στον οποίο ο εναγόμενος στην προηγούμενη πιο πάνω αγωγή τους Γ. Φ. έχει πωλήσει και μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-3-1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ε. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία ζητούν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, κτηθείσας και με έκτακτη ΗΚΕ χρησικτησία, ως νεμηθέντες το ακίνητο αυτό, με διάνοια κυρίου, συνεχώς από το έτος 1982 μέχρι και την άσκηση της εν λόγω αγωγής.
Από την προαναφερόμενη, όμως, τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου παράγεται δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, για το κριθέν μ' αυτήν ουσιαστικό ζήτημα της ανυπαρξίας συγκυριότητας των τότε και νυν εναγόντων και των υπολοίπων διαδίκων κοινωνών επί του επιδίκου ακινήτου και της υπάρξεως αποκλειστικής κυριότητας επί του ακινήτου αυτού του εκ των τότε εναγομένων Γ.
Φ., αμέσου δικαιοπαρόχου του τώρα εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου Σ. Κ., δεδομένου ότι το παραπάνω Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφανθεί για τα κριθέν αυτό ουσιαστικό ζήτημα, ήτοι το δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση της διαγνωσθείσας έννομης σχέσης. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ίδια παραπάνω νομική σκέψη, και στην προταθείσα από τον τότε εναγόμενο Γ.
Φ. ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο διανεμητέο τότε ακίνητο και ισχύει, κατά το άρθρο 325 αριθμ. 1 και 2 ΚΠολΔικ, υπέρ και κατά των νυν διαδίκων, αφού οι μεν τώρα ενάγοντες ήταν διάδικοι (ενάγοντες) και στην προηγούμενη πιο πάνω δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, ο δε τώρα εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος κατέστη, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης αυτής δίκης, ειδικός διάδοχος του εκ των εναγομένων στην ίδια δίκη Γ.
Φ.. Τα υποστηριζόμενα δε από τους ενάγοντες ότι δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση για την προταθείσα από τον εναγόμενο Γ. Φ. πιο πάνω ένσταση, γιατί η ένσταση αυτή δεν αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας του παραπάνω εναγομένου στο επίδικο ακίνητο, αλλά ένσταση εκ του άρθρου 1095 ΑΚ, η οποία προτάθηκε απαραδέκτως από τον εναγόμενο αυτό προς απόκρουση της προηγούμενης πιο αγωγής τους, αφού η αγωγή τους αυτή δεν είχε το χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθόσον, με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1095 ΑΚ, παρέχεται πράγματι στον εναγόμενο διεκδικητικής αγωγής γνήσια αναβλητική ένσταση κατά του αιτήματος απόδοσης του πράγματος, πλην όμως με την ένσταση αυτή ο εναγόμενος δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, που είναι το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός, που μπορεί να έχει ως έρεισμα εμπράγματο (π.χ.
δουλεία) ή ενοχικό (π.χ. χρησιδάνειο) δικαίωμα, το οποίο του παρέχει το δικαίωμα να κατέχει ή να νέμεται το πράγμα, με αντίστοιχη την υποχρέωση του ενάγοντος να ανεχθεί αυτό και έτσι παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος (ΑΠ 819/2014 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 924/2012 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1773/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο παραπάνω εναγόμενος Γ. Φ., με τις έγγραφες προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της προηγούμενης πιο πάνω αγωγής των εναγόντων, δεν προέβαλε κάποιο εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το επίδικο ακίνητο, αλλά αρνήθηκε ρητώς τη συγκυριότητα των εναγόντων και των λοιπών εναγομένων στο επίδικο τότε διανεμητέο ακίνητο, όπως και στα υπόλοιπα διανεμητέα ακίνητα, και προέβαλε δική του αποκλειστική κυριότητα στα ακίνητα αυτά, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, και συνεπώς ο ισχυρισμός του αυτός αποτελούσε, όχι ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ, αλλά ένσταση ιδίας κυριότητας, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά προς απόκρουση της εν λόγω προηγούμενης αγωγής των εναγόντων.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, και αν ακόμη είναι εσφαλμένη, παράγει δεδικασμένο για τα τελεσιδίκως κριθέντα μ' αυτήν ζητήματα. Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα όσα αποδείχθηκαν και αναπτύχθηκαν παραπάνω, από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 170ΤΠ/1996 τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του παραπάνω αμέσου δικαιοπαρόχου του εναγομένου Γ.
Φ., το οποίο εμποδίζει την εκ νέου έρευνα του ζητήματος αυτού στην παρούσα δίκη για το χρονικό διάστημα μέχρι, και την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, ενώ για το μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα, ήτοι για το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 μέχρι και το έτος 2009, ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή, χρόνος νομής αυτών επί του επιδίκου ακινήτου, δεν επαρκεί για την κτήση της κυριότητας από αυτούς επί του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, έστω και με εν μέρει διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται ως ανωτέρω (άρθρο 534 ΚΠολΔικ), δέχθηκε την ένσταση δεδικασμένου από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, που παραδεκτά προέβαλε ο εναγόμενος πρωτοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο αυτό ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εφέσεως, και ακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική από την έκτακτη χρησικτησία βάση της, λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση, ορθά έκρινε και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ'ουσίαν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική, συγκυριότητας ακινήτου αγωγή ως: α) αόριστη, κατά την κύρια βάση της ,περί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας β) αόριστη, κατά την επικουρική βάση της περί κτήσης κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο -τακτική χρησικτησία) γ) απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, κατά την επικουρική βάση, περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αφού απέρριψε κατ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της εκκαλουμένης απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δέχτηκε ότι για τα ζητήματα που προεκτέθηκαν υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω 170ΤΠ/1996 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος, λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον επί παραβάσεων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και όχι κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι εκείνοι περί δεδικασμένου (ΑΠ 380/2017, 1442/1980).
4. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα.
Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε κανόνα που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 5/2019).
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Εφετείο έκρινε, ορθά, νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών ως προς την επικουρική βάση της στηριζόμενη στο άρθρο 1045 ΑΚ, ερεύνησε τη βάση της ένδικης αγωγής που στηρίζεται σε κτήση κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο με τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής κατά το χρονικό διάστημα 1982 έως 2009,κατ'άρθρο 1045 ΑΚ, και την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την υπ'αριθμ. 170/1996 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου που κατέστη τελεσίδικη με την 109/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου που έκρινε ότι το επίδικο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου του εναγομένου Γ.
Φ. για το χρονικό διάστημα μέχρι την τελεσιδικία της, ενώ για το μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής (1998) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα (2009) ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες χρόνος νομής αυτών επί του επιδίκου ακινήτου δεν επαρκεί για την κτήση της κυριότητας από αυτούς επί του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία ,αφού δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία.
Ενόψει των ανωτέρω οι, εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι για το χρονικό διάστημα που καλύπτει το δεδικασμένο (1982-1998), ενώ για το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως 2009 είναι αβάσιμοι λόγω μη συμπλήρωσης εικοσαετίας των εναγόντων στη νομή του επιδίκου ακινήτου και τέλος, είναι αλυσιτελείς οι αιτιάσεις για τη μη αναφορά πράξεων νομής του εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από 1982 έως 2009 και των δικαιοπαρόχων του.
5. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των ανωτέρω αριθμών 10 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, επειδή "δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω προσαχθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, άλλως έκρινε εκ προοιμίου χωρίς απόδειξη, επί του ουσιώδους ζητήματος της απόκτησης κυριότητας των ιδίων και μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, με έκτακτη χρησικτησία.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι α) ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται ποια αποδεικτικά μέσα προσκομίσθηκαν, ποιος ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτών, ποιον ισχυρισμό αποδεικνύουν, πως παραβιάσθηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων β) ως απαράδεκτοι για το χρονικό διάστημα που καλύπτει το δεδικασμένο και γ) επιπλέον για το χρονικό διάστημα από 1998 έως 2009 ως αλυσιτελείς αφού δεν συμπληρώνεται εικοσαετία των εναγόντων στη νομή του επιδίκου ακινήτου.
6. Κατ' άρθρο 222 ΚΠολΔ. όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ασκηθεί άλλη (δεύτερη) αγωγή για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.
Η εκκρεμοδικία αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ο σχετικός δε ισχυρισμός (ένσταση) προτείνεται παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκκρεμοδικίας, αναστέλλεται, όπως εκτέθηκε, η εκδίκαση της δεύτερης αγωγής εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη (ΑΠ 608/2005).
Περαιτέρω, ο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ.
ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολής διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς καταχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 12/2000). Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ) μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης , καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση κατ' άρθρα 544 § 1 και 549 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 431, 432/2015).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. αιτίαση, με την επίκληση ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της συζητήσεως της έφεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 12-1- 1998 ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 109/1998 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, εξαιτίας της εκκρεμοδικίας που απορρέει από την ασκηθείσα από τους ίδιους ενάγοντες από 31-5-1992 αγωγής διανομής, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
7. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. .
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέροντα του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 33/2005, Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 619/2012). Εξάλλου, κατά διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα ήδη προεκτεθέντα (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος, αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός (πράγμα) είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως μη δυνατή η άσκηση ουσιώδους επίδρασης στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12/2004, Ολ.
ΑΠ 2/89, ΑΠ 1533/2018 ΑΠ 992/2014, ΑΠ 291/10). Στην κρινόμενη περίπτωση οι εκκαλούσες-αναιρεσείουσες με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρίσθηκαν ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα προβολής της ένστασης ιδίας' κυριότητας του επιδίκου, καθόσον γνώριζε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1968 και μετά 15 έτη από την έκδοση της απόφασης του Εφετείου το 1998 υπήρχαν δικαστικές αποφάσεις που αναγνώριζαν τους ενάγοντες προσωρινούς νομείς του επιδίκου, ο δε εναγόμενος μολονότι γνώριζε τα ανωτέρω αδρανούσε και έτσι είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες η εύλογη πεποίθηση ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του (προβολής ένστασης ιδίας κυριότητας).
Όμως η ανωτέρω επικαλούμενη αδράνεια του εναγομένου δεν συνοδεύεται με τη μνεία άλλων ειδικών περιστάσεων, έτσι ώστε η μεταβολή της στάσης του να καθιστά την αξίωση του για ανατροπή της κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί καταχρηστική και έτσι υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η άσκηση από μέρους του εναγομένου του σχετικού δικαιώματος τους δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και συνεπώς, η σχετική ένσταση των αναιρεσειουσών είναι μη νόμιμη.
Επομένως δεν υφίσταται η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού ο ισχυρισμός από τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ ήταν μη νόμιμος και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε υποχρέωση του Εφετείου να απαντήσει στο σχετικό λόγο έφεσης. (ΑΠ 1533/2018, ΑΠ 291/10) και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, η πιο πάνω πλημμέλεια (και όχι εκείνου από το άρθ. 559 αρ. 9ΚΠολΔ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παριστάμενου αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 57/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ