1327/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1327/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άρα, ο λόγος αυτός, εφ' όσον η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος (αρθρ. 561 §1 Κ,Πολ.Δ. ΑΠ 313/1992, ΑΠ 1021/1992).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Σ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Βαλτούδη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Α. του Κ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004). Για να υπάρξει λόγος για τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: α) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να είχε προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση διάδικο, (ΑΠ 1398/1980, ΑΠ 572/1984), κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 12/2000, Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004) επί πλέον δε, να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1499/1995). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, παρά το νόμο, δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992), ακόμη δε, τα στοιχεία από τα οποία, να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 885/1994).
Πράγματα, άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής άρνησης της και αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την προσήκουσα και επιτρεπτή επισκόπηση της (αρθρ. 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του εκτίμηση, τα ακόλουθα: "Από (α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, (β) από την υπ' αριθμ. ...
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Βέροιας Γεωργίου Μανωλίδη, που δόθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. υπ' αριθμ. 3.978/2007 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Χ. Φ. ), (γ) από τις υπ' αριθμ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πάργας που δόθηκαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη δήλωση - κλήτευση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της ενάγουσας προς τον εναγόμενο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της κρινομένης αγωγής (ΑΠ Ολομ. 27/2003), οι οποίες δεν ελήφθησαν μεν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, νομίμως όμως επαναφέρονται με επίκληση από την εφεσίβλητη - ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΑΠ 1909/2007, 678/2007), (δ) από την υπ' αριθμ. ...
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ιδίου Συμβ/φου που δόθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. υπ' αριθμ. 8.721 Β/2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Ν. Τ. ) (βλ. ΑΠ 861/2006, 1633/2002), (ε) από τις υπ' αριθμ. ... , ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Συμβ/φων Αχαρνών Ε.
Χ. , Αθηνών Ι. Β. και Πατρών Ε. Λ. αντιστοίχως, που είχαν δοθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων (εργατική διαφορά για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών στην ενάγουσα από τον εναγόμενο), οι οποίες δεν συνυπολογίζονται στον επιτρεπόμενο αριθμό (3 κατ' ανώτατο όριο, αρθρ. 270 παρ. 2, εδαφ. γ' ΚΠολΔ) των ενόρκων βεβαιώσεων (ΑΠ 725/2006) και οι οποίες χρησιμοποιούνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1379/2006, 624/2004) και (ε) από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι στα οποία συμπεριλαμβάνονται (εα) και οι προσκομισθείσες φωτογραφίες (αρθ. 444 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 1201/2007, 443/2002) και (εβ) οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπεύθυνες δηλώσεις του αρθρ. 8 Ν. 1599/1986 (συνολικά 19), ήτοι (ι) οι από 23-1-2007 υπεύθυνες δηλώσεις των Μ.
Κ., Σ. Ο., Α. Ι., Μ. Κ., Κ. Α. και Θ. Ι. , (ii) οι από 24-1-2007 υπεύθυνες δηλώσεις των Α. Λ., Λ. Ζ., Α. Τ., Ε. Λ., Σ. Δ., Ε. Λ. και Ε. Δ. και (ιιι) οι από 25-1 -2007 υπεύθυνες δηλώσεις των Σ. Κ., Σ. Φ., Σ. Α., Σ. Κ., Μ. Φ. και Ε. Κ. , οι οποίες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου, των αφορούν την μη ύπαρξη εργασιακής σχέσεως μεταξύ των διαδίκων, αλλά την σχέση τους ως μνηστευμένων και δεν γίνεται σε αυτές μνεία σχετικά με την επίδικη διαφορά των διαδίκων και οι οποίες είχαν δοθεί για να χρησιμοποιηθούν στην δίκη επί της από 25-9-2006 αγωγής της ήδη ενάγουσας, με την οποία ζητούσε από τον ήδη εναγόμενο αποδοχές από σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ τους, όχι όμως και η από 18-11-2005 υπεύθυνη δήλωση του Δ.
Σ. που επικαλείται - και προσκομίζει η εφεσίβλητη - ενάγουσα και η οποία, επειδή αναφέρεται στην επίδικη πώληση της μοτοσικλέτας της ενάγουσας στον ανωτέρω δηλούντα και στην πίστωση του τιμήματος ως προκαταβολής για την αγορά μοτοσικλέτας από τον εναγόμενο, δηλαδή έχει δοθεί για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, αποδεικνύονται τα εξής: (Α) Τον Οκτώβριο του 2004 οι διάδικοι μνηστεύθηκαν στην Βέροια, όπου είναι η πατρική οικία του εναγομένου.
Έκτοτε συζούσαν στην οικία αυτή την χειμερινή περίοδο, ενώ την θερινή περίοδο κατοικούσαν στην Πάργα, όπου ο εναγόμενος (στην περιοχή "Β. ") διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου. Ο εναγόμενος την 7-11-2003 με βάση το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμβ/φου Βέροιας Άννας Πέτσκου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος ... , α.α.
…, Υποθ/κείο Βέροιας) απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή λόγω πωλήσεως από την κυρία αυτού Ε. Γ. , ένα διαμέρισμα εμβαδού 67,05 τ.μ. ευρισκόμενο στην πόλη της Βέροιας, επί της οδού ... Το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα της πωλήσεως ήταν 25,000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος ήταν 24.923 ευρώ.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι μέρος του τιμήματος της πωλήσεως που ήταν 50.000 ευρώ, ήτοι ποσό 27.000 ευρώ, το δάνεισε την ημέρα συνάψεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου στον εναγόμενο, ενώ ο τελευταίος αρνείται την σύναψη του δανείου και ισχυρίζεται, ότι το τίμημα της πωλήσεως ήταν 25.000 ευρώ και καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου στην πωλήτρια από αυτόν.
Β. Όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα αντίγραφα των βιβλιαρίων καταθέσεων της στην "Εθνική Τράπεζα" και στην "Εμπορική Τράπεζα" την ημέρα καταρτίσεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου, η ενάγουσα έκαμε ανάληψη από τα Υποκαταστήματα των Τραπεζών αυτών στην Βέροια ποσών 15.000 ευρώ και 12.000 ευρώ αντιστοίχως, τα οποία, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, παρέδωσε στον εναγόμενο για να εξοφλήσει το τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος.
Η μάρτυρας αποδείξεως Κ. Α. , αδελφή της ενάγουσας και συνδικαιούχος της καταθέσεως στην "Εθνική Τράπεζα" κατέθεσε, ότι το πραγματικό τίμημα της αγοράς ήταν 50.000 ευρώ, ότι πράγματι η ενάγουσα είχε δανείσει στον εναγόμενο το ως άνω ποσό, αφού πρώτα ενημέρωσε την μάρτυρα και τους γονείς τους, ότι ο εναγόμενος είχε υποσχεθεί την επιστροφή του δανείου και ότι, όταν οι διάδικοι διέλυσαν τον αρραβώνα τους το 2005, ο θείος του εναγομένου Ε.
Κ. παρόντος και του πατέρα της ενάγουσας παραδέχθηκε την οφειλή και ότι θα φρόντιζε και αυτός για την εξόφληση της από τον εναγόμενο. Η μάρτυρας ανταποδείξεως Μ. Κ. , αδελφή του εναγομένου, κατέθεσε, ότι η ενάγουσα δεν είχε δανείσει χρήματα στον εναγόμενο, ότι ο τελευταίος για την εξόφληση του τιμήματος της πωλήσεως πήρε χρήματα από την "Αγροτική Τράπεζα" και από άλλες Τράπεζες, ότι την ημέρα της αγοραπωλησίας ο εναγόμενος έκαμε ανάληψη 25.000 ευρώ και ότι η ενάγουσα "...
επίτηδες έκαμε ... ανάληψη εκείνη την ημέρα" από Τράπεζες, δηλαδή προκειμένου να έχει αποδεικτικό στοιχείο για το επικαλούμενο δάνειο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο εναγόμενος (α) η ως άνω ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση κατέθεσε ότι το διαμέρισμα ήταν 30 ετών, ότι η αρχική τιμή ήταν 30.000 ευρώ, αλλά ότι τελικά συμφωνήθηκε στο ποσό των 25.000 ευρώ και ότι το ποσό αυτό ο εναγόμενος της το είχε καταβάλει τμηματικά (3.500 ευρώ την 1-9-2003, 5.000 ευρώ την 3-11-2003 και 16.500 ευρώ την 7-11-2003). (β) Η μεσίτρια στην επίδικη αγοραπωλησία Π.
Κ. στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση κατέθεσε ότι το τίμημα ήταν 25.000 ευρώ. (γ) Η Α. Π. και η Μ. Χ. στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση κατέθεσαν ότι ήταν φίλες με την ενάγουσα και ότι το 2001 η ενάγουσα τους είχε ειπεί ότι είχε γνωρίσει "... κάποιο κορόιδο από τη Βέροια και θα του τα φάω ...", εννοώντας τον εναγόμενο, αλλά ότι από το 2002 που αρραβωνιάσθηκε δεν είχε πλέον επαφές μαζί τους.
Εξ άλλου σύμφωνα με τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η ενάγουσα (δ) οι Α. Δ. και Λ. Δ. στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση κατέθεσαν ότι γνωρίζουν για την αγορά του διαμερίσματος, την αξία του που ήταν 50.000 ευρώ, ότι η ενάγουσα δάνεισε στον εναγόμενο το επίδικο ποσό των 27.000 ευρώ και ότι ο εναγόμενος ανέφερε για το δάνειο αυτό σε συζητήσεις που κάνανε στο κατάστημα του, αλλά και σε σπίτια (κοινών) φίλων, ακόμη δε (ε) στην υπ' αριθμ. ...
ένορκη βεβαίωση ο πατέρας της ενάγουσας κατέθεσε τόσο για την αξία του διαμερίσματος (50.000 ευρώ), όσο και για το δάνειο της ενάγουσας προς αυτόν, γεγονός που παραδέχθηκε ο εναγόμενος την 10-8-2005 στο σπίτι του παρουσία και της συζύγου του και ότι την 13-9-2005 ο θείος του εναγομένου Ε. Κ. παραδέχθηκε ενώπιον αυτού της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος οφείλει το επίδικο ποσό και ότι θα το καταβάλει σε λίγο καιρό.
Τέλος από τα αντίγραφα των βιβλιαρίων καταθέσεών του που προσκομίζει ο εναγόμενος αποδεικνύεται η ανάληψη των κάτωθι ποσών: Από την "Εμπορική Τράπεζα" την 1-9-2003 3.500 ευρώ, την 3-11-2003 5.100 ευρώ και την 7-11-2003 10.000 ευρώ. Από την "Αγροτική Τράπεζα" την 7-11-2003 7.000 ευρώ και από την "Εθνική Τράπεζα" την 19-11-2003 1.000 ευρώ. Από την αξιολόγηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, προκύπτουν περαιτέρω τα εξής: (1) Η αξία του επιδίκου διαμερίσματος οπωσδήποτε ήταν ανώτερη των 25.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανερχόταν στο ποσό των 50.000 ευρώ.
Τούτο συνάγεται, πέραν από τις προαναφερθείσες καταθέσεις, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία στο σύνολο των ακινήτων η εμπορική τους αξία είναι διπλάσια τουλάχιστον της αντικειμενικής. Οι καταθέσεις ως προς το θέμα αυτό τόσο της ιδιοκτήτριας, όσο και της μεσίτριας δεν είναι αξιόπιστες, κυρίως λόγω της αντιθέσεως του περιεχομένου τους με τα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και εκ του γεγονότος ότι κυρίως η ιδιοκτήτρια δεν θα μπορούσε να καταθέσει και διαφορετικά, αφού τότε θα είχε έναντι του Δημοσίου φορολογικές και ποινικές πιθανόν ευθύνες από την απόκρυψη του αληθούς αντιτίμου της αγοραπωλησίας και την απώλεια από το Δημόσιο του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως του μη δηλωθέντος ποσού.
Στην ως άνω αξία του διαμερίσματος θα πρέπει να προστεθούν και τα έξοδα μεταβιβάσεως και κυρίως τα δικαιώματα του Συμβολαιογράφου τα οποία καταβάλλονται την ημέρα της καταρτίσεως του συμβολαίου. 2) Είναι αναμφίβολη η ανάληψη από την ενάγουσα την 7-11-2003, ημέρα καταρτίσεως του συμβολαίου του συνολικού ποσού των 27.000 ευρώ. (3) Το σύνολο των ποσών που αναλήφθηκαν από τον εναγόμενο από 1-9-2003 μέχρι την 7-11-2003 από τις τρεις προαναφερθείσες Τράπεζες ανέρχεται σε 25.600 ευρώ.
Έτσι αυτό που κατέθεσε η μάρτυρας ανταποδείξεως - αδελφή του εναγομένου ότι την ημέρα της συντάξεως του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ο εναγόμενος ανέλαβε από την "Αγροτική Τράπεζα" 25.000 ευρώ είναι αβάσιμο. Σημειώνεται ότι τα επί μέρους ποσά και οι ημερομηνίες αναλήψεως αυτών συμφωνούν με τα ποσά και τις ημερομηνίες καταβολής που κατέθεσε η ιδιοκτήτρια.
Τούτο σημαίνει ότι, και αν γίνει δεκτό ότι όλα τα ποσά των αναλήψεων αυτών καταβλήθηκαν στην ιδιοκτήτρια έναντι του τιμήματος, πέραν των ποσών αυτών ο εναγόμενος δεν κατέβαλε εξ ιδίων άλλα χρήματα στην ιδιοκτήτρια.(4) Ενόψει όμως του γενομένου δεκτού ότι το διαμέρισμα αγοράσθηκε αντί 50.000 ευρώ πλέον εξόδων μεταβιβάσεως και του ότι δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος άντλησε κάποιο ποσό για τις σχετικές δαπάνες από άλλη πηγή, συνάγεται, ότι το υπόλοιπο του τιμήματος και τα έξοδα μεταβιβάσεως καλύφθηκαν από το ποσό των 27.000 ευρώ, που ανέλαβε από τους τραπεζικούς της λογαριασμούς η ενάγουσα και το οποίο σύμφωνα με τους βάσιμους ισχυρισμούς της δάνεισε στον εναγόμενο την ως άνω ημερομηνία (7-11-2003).
Τα ανωτέρω δεν μπορούν βέβαια να ανατραπούν από την ένορκη βεβαίωση των Α. Π. και Μ. Χ. , το περιεχόμενο της οποίας προαναφέρθηκε (ανωτέρω υπό στοιχ. (γ)), αφού αυτή, και αληθής υποτιθέμενη, αναφέρεται σε δηλώσεις της ενάγουσας σε χρόνο πολύ προγενέστερο του επιδίκου (τέλος του έτους 2001, ήτοι 2 έτη προ της συνάψεως του δανείου), σε κάθε δε περίπτωση τα κατατεθέντα δεν έχουν σχέση με το κρινόμενο ζήτημα.
Ο εναγόμενος υποσχέθηκε να εξοφλήσει το δάνειο μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του 2004, οπότε θα μπορούσε να συγκεντρώσει το οφειλόμενο ποσό από την ως άνω επιχείρηση εστιατορίου που λειτουργούσε τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας δεν το απέδωσε ". Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, αντιμετώπισε και έκρινε, ανέλεγκτα, τα αναφερόμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά.
Οι προβαλλόμενες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις, στα πλαίσια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποτελούν, πράγματι, παράπονα για την ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφ' όσον αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και όχι στην απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος, άλλωστε, ούτε εκτίθεται ακριβώς, ούτε μνημονεύεται συγκεκριμένα (αναφέρεται αόριστα προσπάθεια εκβιασμού από μέρος της αναιρεσίβλητης, ψευδείς καταγγελίες της, άρνηση δανείου).
Άρα, ο λόγος αυτός, εφ' όσον η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος (αρθρ. 561 §1 Κ,Πολ.Δ. ΑΠ 313/1992, ΑΠ 1021/1992).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθ' ενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει, αναμφίβολα, η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1072-73/2005, ΑΠ 694/2003, βλ. και ΑΠ 918/2006). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, δέχεται πως έλαβε υπόψη, όλα, γενικά, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν, με επίκληση. Από την αναφορά αυτή, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα, γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα των διαδίκων, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Στη συνέχεια, αφού δεν υφίσταται άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, αυτή πρέπει ν' απορριφθεί στο συνολό της, για τους λόγο-υς που προαναφέρθηκαν. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις , πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.7.2009 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 50/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και, Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και, δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ