Legislator Case Law & Legislation
1327/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding lower court's finding of dependent employment.

Case Number 1327/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's ruling that classified the relationship as dependent employment rather than independent services. The appellant argued the court failed to consider specific invoices submitted as evidence, claiming this violated procedural rules. The court rejected this, stating the lower court properly evaluated all evidence, including the invoices, to determine the existence of subordination and control inherent in dependent employment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court has already evaluated such evidence as part of its overall assessment of the case facts.

Keywords

AI generated
dependent employment independent services subordination test appeal admissibility evaluation of evidence labor contract classification procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1327 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1327/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμ-ματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξό-πουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ", η οποία εδρεύει στο Βιομηχανικό Πάρκο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αναστασίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαύρο Μαυρουδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2506/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2717/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσας με την από 9-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημει-ώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των εκ των αριθ. 1 και 19 πρώτου και δευτέρου λόγου της ένδικης αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλ-λόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσ-σει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμ-μορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον ερ-γοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαί-ωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από τον εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περί-πτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρ-τημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται παραβίαση από το Εφετείο των ουσιαστικών διατάξεων, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, γιατί, με το να δεχθεί το Εφετείο, με βάση τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίσθηκαν και των οποίων γίνεται επίκληση στην απόφαση, ότι η επίδικη εργασιακή σύμβαση, που συνέδεε αυτήν με τον αναιρε-σίβλητο είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι αυτόν της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έσφαλε, προβαίνοντας έτσι σε κακή εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και των σ' αυτήν εκτιθεμένων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διατάξεως του ΚΠολΔ, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων περί του εάν η εργασιακή σχέση, που συνέδεε την αναιρεσείουσα με τον αναιρεσίβλητο είχε τον χαρακτήρα σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως υποστήριζε με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος και δέχθηκε με την προσβαλ-λόμενη απόφασή του, κατ' εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που προσκομίσθηκε, το Εφετείο ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι ικανά, ώστε με βάση αυτά να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό.

Αντίφαση στις αιτιολογίες, εξάλλου, υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα) τον Μάρτιο του 2004, προκειμένου να εργασθεί ως διευθυντής παραγωγής και πωλήσεων αυτής, στις εγκαταστάσεις της, που διατηρεί στο βιομηχανικό πάρκο του ....

Το γεγονός αυτό προκύπτει: α) από την κάρτα του ενάγοντα, στην οποία αναφέρεται ως "διευθυντής παραγωγής", από την από 31-7-2006 καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντα στο ΙΚΑ, στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία απασχόλησής του, γ) από το οργανόγραμμα της εναγομένης και δ) από το από 10-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας με τον όμιλο εταιριών "...".

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, η εναγόμενη εταιρία, που εμπορεύεται νωπά και κατεψυγμένα ψάρια και αλιεύματα, θέλοντας να επεκταθεί στον τομέα μεταποίησης ψαριών, δηλαδή να εμπορεύεται και να προσφέρει στο καταναλωτικό κοινό καινούρια προϊόντα, όπως ψάρια καπνιστά και αλμυρά, ουζομεζέδες κ.λ.π., προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος διέθετε τη σχετική τεχνογνωσία και είχε την ανάλογη πείρα, προκει-μένου αυτός να εποπτεύσει, συντονίσει και διενεργήσει όλα τα απαραίτητα για το στήσιμο και τη λειτουργία της νέας μονάδας.

Η πρόσληψη του ενάγοντα έγινε με την ειδικότητα του Διευθυντή παραγωγής και πωλήσεων, ενώ ο συμ-φωνηθείς μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 4.500 ευρώ (καθαρά). Κατά τη συμφωνία των διαδίκων, ο ενάγων δεν θα εδικαιούτο επιδόματα εορτών και άδειας, αφού αυτά τα ποσά είχε συμφωνηθεί να συμπεριλαμ-βάνονται στις μηνιαίες αποδοχές του.

Το ημερήσιο ωράριό του ήταν σταθερό, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα, εργαζόταν δε 6 ημέρες την εβδομάδα από τη Δευτέρα μέχρι και το Σάββατο το μεσημέρι (15.00). Κατά τη διάρκεια της εργασίας του έκανε τον σχεδιασμό των νέων προϊόντων (συσκευασία, μάρκετινγκ), προσέφερε την απαιτούμενη τεχνογνωσία, αναλάμβανε την προώθηση των νέων προϊόντων, ερχόταν σε επαφή με τους διάφορους προμηθευτές της εναγόμενης, επισκεπτόταν τους πελάτες της, για ενημέρωση και για πωλήσεις σε όλη την Ελλάδα, επέβλεπε δε και τις εργασίες που γίνονταν για το στήσιμο του νέου εργοστασίου της εναγομένης.

Στην εργασία αυτή, που παρείχε ο ενάγων, έλεγχο και εποπτεία ασκούσαν ο πρόεδρος της εναγομένης Χ καθώς και η διευθύνουσα σύμβουλος .... Η εποπτεία αυτή συνίστατο στον τρόπο με τον οποίο διεκπεραίωνε ο ενάγων την εργασία του και ενημερώνονταν σε καθημερινή βάση για τα αποτελέσματα των επαφών του ενάγοντος, οι τελικές δε αποφάσεις, που αφορούσαν την λειτουργικότητα της εταιρείας λαμβάνονταν πάντοτε από τους ανωτέρω, οι οποίοι απλά συνεκτιμούσαν τις προτάσεις του ενάγοντος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η εργασιακή σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη δεν ήταν αυτή της σύμβασης ανεξαρτήτων εργασιών, αλλά της εξαρτημένης εργασίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του είδους της συμβάσεως εργασίας μεταξύ της αναιρεσεί-ουσας και του αναιρεσιβλήτου και ο περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτο μέρος, λόγος της κρινόμενης αίτησης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέ-πεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την ως άνω έννοια, αρνητικοί ισχυρισμοί και επιχειρήματα του διαδίκου. Περαιτέρω, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρεται και συγκεκριμένο σφάλμα ως προς τη νόμιμη βάση, ήτοι να αναφέρονται οι ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ή οι αιτιολογίες που αντιφάσκουν, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αυτές ανάγονται και η διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδεις, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμούς της, σχετικά με τη φύση της επίδικης εργασιακής συμβάσεως και ειδικότερα ότι: α) η επιχείρησή της περιοριζόταν μόνο στην εμπορία νωπών και κατεψυγμένων ψαριών, β) είχαν παντελή άγνοια του τομέα της μεταποίησης αλιευμάτων και για το λόγο αυτόν ανέθεσαν στον αναιρεσίβλητο, που εμφανίσθηκε ως ειδικός κτηνίατρος και με μεγάλη εμπειρία, να τους υποδείξει τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της νέας μονάδας, που σκόπευαν να ιδρύσουν, γ) ο αναιρεσί-βλητος ήταν ελεύθερος επαγγελματίας και για τις υπηρεσίες του εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ήταν δε ασφαλι-σμένος στο ΤΕΒΕ, δ) για τη συνδρομή του προς την αναιρεσείουσα αυτή συμφωνήθηκε να του καταβάλουν το ποσό των 40.000 ευρώ, τμηματικά, μέχρι την ολοκλήρωση της μονάδας, με έκδοση ισόποσων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, ε) ότι η κατασκευή της νέας μονάδας ολοκλη-ρώθηκε τέλος Μαίου 2005, οπότε και ολοκληρώθηκε η συνεργασία της με τον αναιρεσίβλητο, στ) παράλληλα με το έργο που παρείχε σ' αυτήν ο αναιρεσίβλητος, απασχολιόταν και σε άλλες επιχειρήσεις, ως ελεύθερος επαγγελματίας και σύμβουλος επιχειρήσεων, ζ) δεν υπήρξε ποτέ καμιά εποπτεία ή έλεγχος εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο ή δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες, σχετικά με την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, πράγμα το οποίο ομολόγησε και ο αναιρεσίβλητος, η) ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε συνολικά το ποσό των 37.000 ευρώ, έναντι των οποίων εξέδωσε δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 5.950 και 2.970 ευρώ, το δε ποσό των 3.000 ευρώ, που παρέμεινε στα χέρια της, προοριζόταν για την Εφορία, δοθέντος ότι όφειλαν να παρακρατήσουν και αποδώσουν σ' αυτή το 20% επί της αμοιβής, που συμφωνήθηκε.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που εκτέθηκε, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, περί κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επιχει-ρήματα περί κατάρτισης σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών η μη λήψη υπόψη των οποίων από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγο-νότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του σχετικά με το ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και όχι σύμβαση παροχής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και τα από την τελευταία προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι τα με αριθμούς ...

τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, που εκδόθηκαν από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ως άνω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δε διέλαβε καμία αιτιολογία για τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος, διότι η απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις δεν ανάγονται στην έλλειψη ν.

αιτιολόγησης της απόφασης αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά στη μη λήψη υπόψη των αποδείξεων, πλημμέλεια για την οποία ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ. Ο αυτός λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση στο αναιρετήριο αντίστοιχου πραγματικού, είναι προεχόντως απορριπτέος, ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2009 αίτηση της εταιρείας "Χ", για αναίρεση της 2717/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ