Legislator Case Law & Legislation
1327/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to apply substantive law and for inadmissible arguments regarding evidence evaluation.

Case Number 1327/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court failed to apply specific civil law provisions and ignored certain facts, but the court found no violation of substantive law. Furthermore, the court ruled that the appellant's claims about evidence were merely arguments derived from the trial record rather than independent facts requiring reconsideration. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 173, 200 of the Civil Code: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and mere omission of citing specific articles does not constitute such a violation if the court considered the relevant rules. Additionally, an appeal based on the court failing to consider 'facts' is inadmissible if the contested points are merely arguments or conclusions drawn from evidence rather than independent factual assertions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation interpretation rules evidence evaluation legal costs civil procedure contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 173 of the Civil Code
Art. 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1327 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1327/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009 με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγούλα Παπαθανασοπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιωάννου Ταγκαλίδη του Γεωργίου, κατοίκου Νεοχωρίου Οινιαδών Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2003 του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 226/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22.4.2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (173 και 200 του Π.Κ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις νια την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Περαιτέρω, οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ.

ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.

ΑΠ 1 /1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Ο εφεσίβλητος - εναγών, έμπορος ζωοτροφών με κατάστημα στο ..., τον Δεκέμβριο του έτους 1999, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η επιχείρησή του δανείστηκε από τον εκκαλούντα - εναγόμενο 23.478 Ευρώ (8.000.000).

Η σχετική σύμβαση καταρτίστηκε προφορικά στο ως άνω κατάστημα του εναγομένου. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων για την εξόφληση του κεφαλαίου που έλαβε ως δάνειο, θα κατέβαλε το ποσό των 1.760,82 € (600.000 δρχ.) την 15η εκάστου μηνός, με έναρξη των καταβολών την 15-12-1999 και επί πλέον την 3η εκάστου μηνός θα κατέβαλε για τόκους το ποσό των 500 € (170.000 δρχ.).

Πράγματι ο ενάγων για την εξόφληση του ως άνω δανείου κατέβαλε στον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 15-12-1999 μέχρι 31 -8-2002 (32 μήνες) για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 72.346 €, ήτοι για κεφάλαιο το ποσό των 23.478 € και για τόκους το ποσό των (48.868 €. Όμως το νόμιμο ποσοστό των τόκων κατά τη διάρκεια του δανείου ανερχόταν:

-από 15-12-1999 (ημερομηνία λήψεως του δανείου) έως και 16-1-2000 σε 21%, (ΠΣΝΠ 12/12.1.99, ΦΕΚ Α' 5/27.1.99) -από 17-1-2000 έως 26-1-2000 σε 18,50% (ΠΣΝΠ 27/99 , ΦΕΚ Α' 304/31.12.1999) -από 27-1-2000 έως 8-3-2000 σε 18% (ΠΣΝΠ 29/2000 ΦΕΚ Α' 18/7.2.2000), -από 9.3.2000 έως 19-4-2000 σε 17,25% (ΠΣΝΠ 34/2000, ΦΕΚ Α' 27/16.3.2000), -από 20-4-2000 έως 28-6-2000 σε 16,50% (ΠΣΝΠ 35/2000, ΦΕΚ Α' 126/27.4.2000), -από 29-6-2000 έως 14-9-2000 σε 16,00% (ΠΣΝΠ 36/2000, ΦΕΚ Α' 157/7.7.2000) -από 15-9-2000 έως 28-11-2000 σε 14,75 (ΠΣΝΠ 40/2000, ΦΕΚ 259/22.11.2000), -από 29-11-2000 έως 12-12-2000 σε 14,25% (ΠΣΝΠ 42/2000,265/7.12.2000), -από 13-12-2000 έως 27-12-2000 σε 13,50% (ΠΣΝΠ 44/2000, ΦΕΚ Α' 284/28.12.2000), -από 28-12-2000 έως 10-5-2001 σε 12,75% (ΠΣΝΠ 47/2000, ΦΕΚ 2Α /10.1.2001), -από 11-5-2001 έως 30-8-2001 σε 12,50% (ΠΥΣ 1 /2000, ΦΕΚ Α 7/17.1.2000), -από 31-8-2001 έως 17-9-2001 σε 12,25% (Ν.2842/2000, αρθρ. 3§2, ΠΥΣ 1/2000, ΦΕΚ Α 207/27.9.2000), -από 18-9-2001 έως 8-11-2001 σε 11,75% (Απόφ. ΔΣ της ΕΚΤ 17.9.2001, ΠΥΣ 1/2000, ΦΕΚ Α' 7.17.1.2000), -από 9-11-2001 έως 31-8-2002 σε 11,25 %.

Δηλαδή, ο ενάγων για όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα έπρεπε να πληρώσει τόκους ως εξής:

-από 15/12/1999 έως 16/01/2000, 33 ημέρες Χ 21 % = 446 € -από 17/01/2000 έως 26/01/2000, 10 ημέρες Χ 18,50% = 119€, -από 27/01/2000 έως 8/3/2000, 42 ημέρες Χ 18% = 486€, -από 9/3/2000 έως 19/4/2000, 42 ημέρες Χ 17,25% = 466 €, -από 20/4/2000 έως 28/6/2000, 70 ημέρες Χ 16,50% = 743€, -από 29/6/2000 έως 14/9/2000, 78 ημέρες Χ 16,00%= 803 €, -από 15/9/2000 έως 28/11/2000, 75 ημέρες Χ 14,75% = 712€, -από 29/11/2000 έως 12/12/2000, 14 ημέρες Χ 14,25% =128€, -από 13/12/2000 έως 27/12/2000, 15 ημέρες Χ 13,50% = 130€, -από 28/12/2000 έως 10/5/2001,134 ημέρες Χ 12,75% = 1.099€, -από 11/5/2001 έως 30/8/2001, 112 ημέρες Χ 12,50% = 901€, -από 31/8/2001 έως 17/9/2001, 18 ημέρες Χ 12,25% =142€ -από 18/9/2001 έως 8/11/2001, 52 ημέρες Χ 11,75% =393€, -από 9/11/2001 έως 31/8/2002, 296 ημέρες Χ 11,25% = 2.142€ και συνολικά 8.710 €.

Έναντι του ποσού αυτού που κατ' ανώτατο νόμιμο όριο έπρεπε να πληρώσει ο ενάγων για τόκους κατέβαλε το ποσό των 48.868 €. Άρα, ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του ενάγοντος έλαβε προφανώς δυσανάλογα ωφελήματα από τον εναγόμενο, αφού έλαβε πλέον των νομίμων τόκων το ποσό των 40.158 €, ποσό κατά το οποίο ο ενάγων ζημιώθηκε από την ως άνω παράνομη (αρθρ. 404 ΠΚ) και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου εκκαλούντος ότι με το από 29-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτός και ο ενάγων- εφεσίβλητος επέλυσαν συμβιβαστικά τις μεταξύ τους διαφορές από δανειακές συμβάσεις δεν είναι βάσιμος, αφού όπως από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προκύπτει, η σύνταξη του έγινε για την επίλυση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων από εμπορικές συναλλαγές και όχι από δάνεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη απόφαση, που υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 29.303 € και επί πλέον αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 68.093 € έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμοι".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους κατά ένα μέρος του αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, και στη συνέχεια με το να δεχθεί την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά ένα μέρος ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 361, 871 ΑΚ, και 404 του Π.Κ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς μέσω της είσπραξης τοκογλυφικών τόκων και δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι συνέτρεξε ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

τις οποίες δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή τους. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλην εκείνων 173 και 200 του Π.Κ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους ίδιους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξ' άλλου ο ίδιος πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το τρίτο μέρος τους, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της είσπραξης δηλαδή εκ μέρους του αναιρεσείοντος τοκογλυφικών ωφελημάτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά του αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι με το από 29-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εκκαθαρίστηκαν και ολοκληρωτικά οι σχέσεις των διαδίκων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: 1) την υπ' αριθμ. 450/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου και την περιλαμβανόμενη σ' αυτήν κατάθεση του αναιρεσίβλητου ότι έναντι του δανείου κατέβαλε συνολικά το ποσό των 56.000 Ευρώ, ενώ το Εφετείο δέχθηκε καταβολές συνολικού ποσού 72.346 Ευρώ. 2) Την υπ' αριθμ. 967/2007 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 4-10-2005 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 595/2005 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, 3) την από 18-3-2003 έγκληση του αναιρεσίβλητου, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι αρνητικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για τη μη είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ' άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους της έφεσης του αναιρετηρίου που αναφέρονται: 1) στο γεγονός ότι εισέπραξε συνολικά από τον αναιρεσίβλητο το ποσό των 52.824 Ευρώ και 2) ότι με το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό εκκαθάρισαν οριστικά τις σχέσεις τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα ως επιχειρήματα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, που στήριξε και την αγωγή του, ότι δηλαδή εισέπραξε ο αναιρεσείων τοκογλυφικά ωφελήματα.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς, ενώ δεν παρέλειψε να ερευνήσει τους λόγους της έφεσης που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.4.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 226/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ