Legislator Case Law & Legislation
1327/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and unsupported argumentation.

Case Number 1327/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a civil dispute over damages. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific claims about the defendant bank's prior knowledge and involvement, but the court ruled these were merely arguments rather than distinct facts. Consequently, the court held that the lower court's assessment of evidence was beyond appellate review, rendering the appeal inadmissible under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a court's evaluation of evidence is inadmissible as such assessments are non-reviewable, and arguments derived from evidence evaluation do not constitute 'things' requiring the court's reconsideration.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence evaluation appellate review civil liability code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, and 330 of the Civil Code
Article 926 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 16/2005
AP 3/97
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1327 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόδωρος Μαντάς με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε", που ήταν καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ελέσα Μπακατσέλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01.03.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4084/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5231/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 01.12.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 25.04.2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, α)ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ)υπαιτιότητα και δ)πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση, κατά την πιο πάνω διάταξη, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του από πλάνη, που προκλήθηκε με δόλο του δράστη (ΑΠ 16/2005). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.

Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας, Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 1/99). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Η δεύτερη εναγομένη "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία απορροφήθηκε με καθολική διαδοχή από την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, είχε ως αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συμβάσεων πελατών της, για καθέναν από τους οποίους ανοίγονταν, ύστερα από σχετική σύμβαση και αντιστοιχούσε αποκλειστικά προς τούτο ειδικός αριθμητικός κωδικός.

Οι εντολές των πελατών προς την άνω εταιρία μπορούσαν να δοθούν είτε απ' ευθείας στα γραφεία της, είτε μέσω των γραφείων διαβίβασης τέτοιων εντολών (ΕΛΔΕ), με τις οποίες συνεργαζόταν νομίμως η άνω εταιρία και στα πλαίσια αυτά διατηρούσε και σχετικό καταθετικό λογαριασμό με αριθμό ..... στην Τράπεζα EUROBANK.

Ο πρώτος των εναγομένων (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) ήταν υπάλληλος του κεντρικού καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, θυγατρική εταιρία της οποίας, πριν την άνω διαδοχή, ήταν η αρχική παραπάνω εταιρία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ". Στις αρχές του έτους 2001 ο εν λόγω εναγόμενος, προσωπικός φίλος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) από πολλών ετών, έπεισε τον τελευταίο να επενδύσει, υπό τη διαχείριση αυτού (εναγομένου), διαβεβαιώνοντάς τον ψευδώς ότι ήταν έμπειρος γνώστης της χρηματιστηριακής αγοράς, έναντι σχετικής προμήθειας, χρήματα σε δήθεν προσοδοφόρες αγορές μετοχών από το ΧΑΑ, μέσω προγράμματος της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας.

Ως εκ τούτου ο ενάγων κατέθεσε, με υπόδειξη του εναγομένου, στον παραπάνω λογαριασμό της δεύτερης των εναγομένων, στην τράπεζα EUROBANK το ποσό των 30.000.000 δρχ. ή 88041,09 ευρώ με τον κωδικό ....., που αντιστοιχούσε όμως σε λογαριασμό τρίτου πελάτη της εναγόμενης χρηματιστηριακής εταιρίας. Ο πρώτος εναγόμενος έκτοτε, εν γνώσει του ενάγοντος, διακινούσε τον άνω λογαριασμό για την αγορά μετοχών.

Όμως, όταν αργότερα ο ενάγων του ζήτησε τα χρήματα από την άνω επένδυση, προσπάθησε αρχικά να κωλυσιεργήσει στην απόδοση των χρημάτων, με την παράδοση πλαστογραφημένης κατά το ποσό επιταγής και αργότερα με την παράδοση του εξοφλημένου βιβλιαρίου του καταθέσεων, για να εισπράξει δήθεν από κει τα χρήματα με εντολή του.

Τελικά με την από 25/11/2002 έγγραφη δήλωσή του, που παρέδωσε στον ενάγοντα, ο εν λόγω πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε ότι το συνολικό ποσό χρημάτων των 234.717,53 ευρώ, στο οποίο στο κεφάλαιό του, πλέον των κερδών, είχε ανέλθει τον Απρίλιο του 2002 και που διακινήθηκε μέσω κωδικού συνεργάτη του, στα πλαίσια της ελεύθερης διαχείρισης που του είχε δοθεί, το ιδιοποιήθηκε ο ίδιος υποσχεθείς την αποκατάστασή της ζημίας του ενάγοντος και ο αποδεχθείς προς τούτο, για την εξασφάλισή του, σχετική συναλλαγματική, εκδόσεως του τελευταίου.

Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, συμμετοχή και της δεύτερης εναγομένης στην πρόκληση της ζημίας του ενάγοντος από την πιο πάνω αδικοπραξία και συγκεκριμένα ότι, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, η δεύτερη εναγόμενη εταιρία και ο πρώτος εναγόμενος από κοινού αποφάσισαν και συνεργάστηκαν για την εξαπάτησή του, δεν αποδεικνύεται.

Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε οποιαδήποτε συνεργασία με την εναγόμενη εταιρία και ότι ενεργούσε για λογαριασμό της και εν γνώσει της ως χρηματιστηριακός της σύμβουλος. Η ανωτέρω δε κατάθεση του ενάγοντος έγινε μεν στον πιο πάνω λογαριασμό της εναγόμενης εταιρίας στην προαναφερόμενη τράπεζα, η οποία (εναγομένη) διατηρούσε παρόμοιο λογαριασμό και σε άλλες τράπεζες στα πλαίσια της λειτουργίας της και προς εξυπηρέτηση των συναλλαγών των πελατών της με αυτήν, αλλά δεν αμφισβητείται ότι τα χρήματα αυτά κατέληξαν στον άνω κωδικό που ανήκε σε συγκεκριμένο πελάτη της εναγομένης, συνεργάτη του πρώτου εναγομένου και συνεπώς δεν κατέληξαν στο δικό της ταμείο.

Επίσης κοινός δόλος των εκπροσώπων της εναγομένης με τον πρώτο εναγόμενο, για την εξαπάτηση του ενάγοντος να επενδύσει τα χρήματά του, ενόψει κερδοφόρου επενδυτικού τους προγράμματος, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη υπαιτιότητας ή οποιασδήποτε συμμετοχής της εν λόγω εναγομένης σε τυχόν παράνομη διακίνηση του άνω κωδικού.

Το γεγονός ότι δεν αποκαλύπτει η εναγομένη, αμέσως ή εμμέσως, λόγω των ευθυνών εκ της απαγόρευσης του νόμου για το τραπεζικό απόρρητο, το όνομα του πελάτη που αντιστοιχεί ο παραπάνω κωδικός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη συνεργασίας της στην ομολογημένη αδικοπραξία κατά του ενάγοντος από τον πρώτο εναγόμενο.

Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε, κατά τα εκτεθέντα, ευθύνη της εναγόμενης εταιρίας από την αναφερθείσα αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου που προκάλεσε τη ζημία του ενάγοντος. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος, που έχει ως βάση ότι τη ζημία του προκάλεσαν με κοινή πράξη τους παράνομα και υπαίτια και οι δύο εναγόμενοι, έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη, κατά παραδοχή έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης διαδόχου του τραπεζικής εταιρίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχτεί την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ως προς τους δύο εναγομένους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη εναγομένη, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 926 ΑΚ και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος.

ΙΙ.- Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 11 περ. α' και γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, α)βεβαιώνοντας στην απόφασή του, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 25-11-2002 έγγραφη δήλωση του πρώτου εναγομένου, δέχτηκε ότι ο τελευταίος "ομολόγησε ότι μόνο αυτός οφείλει το άνω ποσό από την διακίνηση του λογαριασμού του αναφερθέντος κωδικού....ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη υπαιτιότητας ή οποιασδήποτε συμμετοχής της εν λόγω εναγομένης σε τυχόν παράνομη διακίνηση του άνω κωδικού", αλλά "με τον τρόπο αυτό, όμως, η εφετειακή απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη της το εν λόγω έγγραφο με το ακριβές αυτού περιεχόμενο", αφού, συνεχίζει ο αναιρεσείων, "το έγγραφο αυτό αποτελεί απλώς και μόνο μία δήλωση αναγνώρισης χρέους εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων" και δεν προκύπτει από αυτό και μη συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στην πρόκλησή της σε βάρος του ζημίας και β) ενώ βεβαιώνει ότι δεν έλαβε υπόψη και ορθώς την .....

ένορκη βεβαίωση της Α, ως απαράδεκτη, διότι την προσκόμισε και την επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με την προσθήκη των προτάσεων, δίχως να αναφέρεται σε αντίκρουση δικού του όψιμου ισχυρισμού, όμως με το να δεχτεί "αφενός ότι ουδεμία συνεργασία είχε η εταιρία αυτή με την πρώτο των εναγομένων και αφετέρου ότι ο τελευταίος δεν παρουσιαζόταν και δεν ενεργούσε ως επενδυτικός-χρηματιστηριακός της σύμβουλος", στην πραγματικότητα έλαβε υπόψη και την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση που ο νόμος δεν επέτρεπε, αφού τα προαναφερόμενα συμπεράσματα, τα οποία και οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής του, μόνο από την ένορκη αυτή βεβαίωση θα μπορούσαν να συναχθούν.

Όμως, με τις αιτιάσεις αυτές, παρά την επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και επομένως ο παρών λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ.- Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/97). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι ενώ αυτός είχε ισχυριστεί με την αγωγή του ότι, προτού κινηθεί δικαστικά επανειλημμένως είχε απευθυνθεί στην αναιρεσίβλητη εταιρία, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί και να αναζητήσει τα χρήματά του και η τελευταία, το μόνο που του απαντούσε ήταν ότι ουδέποτε αυτός υπήρξε πελάτης της και ότι ουδέποτε αυτή είχε ανοίξει κωδικό πελάτη στο όνομά του, μολονότι ο λογαριασμός στον οποίο κατέθεσε τα χρήματά του και ο κωδικός που του έδωσε ο πρώτο εναγόμενος και αναγράφτηκε επί του καταθετηρίου και στον οποίο καταχωρήθηκε το ποσό των χρημάτων του ανήκαν στην εναγομένη και σε πελάτη της αντίστοιχα, όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αυτόν, από τον οποίο θα αποδεικνύονταν η συμμετοχή και η υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης στην πρόκληση της σε βάρος του ζημίας, καθόσον αν αυτή "δεν είχε ουδεμία ανάμειξη στην προαναφερόμενη αδικοπραξία, θα είχε σπεύσει να πράξει οτιδήποτε δυνατό και απαραίτητο, προκειμένου να διευθετήσει με εσωτερικές διαδικασίες του εν λόγω προκύψαν πρόβλημα".

Όμως ο ισχυρισμός αυτός, που φέρεται ότι αγνόησε το εφετείο, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αλλ' επιχείρημα του αναιρεσείοντος για την επιστήριξη της άποψής του, ότι στην αδικοπραξία που τέλεσε εις βάρος του ο πρώτος εναγόμενος είχε συμμετοχή και η αναιρεσίβλητη εταιρία.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176 και 183 του Κ.πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-205 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 5231/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ