Supreme Court dismisses civil suit against bank for casino bond, ruling it is a public law administrative matter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's civil lawsuit against Bank of America regarding a bond issued for a casino license. The court held that the bond issuance was a necessary step in a public administrative procedure, creating a public law relationship rather than a civil one. Consequently, the civil courts exceeded their jurisdiction by adjudicating the matter, and the case was remitted to the administrative courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(4) and 580(1) of the Code of Civil Procedure; The issuance of a guarantee bond by a bank for participation in a public tender constitutes a public law relationship, meaning disputes arising therefrom fall under the jurisdiction of administrative courts, not civil courts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1327 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1327/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Υπουργό Ανάπτυξης, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αικατερίνη Γρηγορίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)Της Τράπεζας "BANK OF AMERICA NATIONAL TRUST AND SAVINGS ASSOTIATION", που εδρεύει στον Άγιο Φραγκίσκο των ΗΠΑ και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., 2)Της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "LADY LUCK ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και των μελών αυτής ήτοι: α) Της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΡΤΟ ΡΙΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, μέλος της προαναφερομένης Κοινοπραξίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ανδρικόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις β) Της εταιρείας με την επωνυμία "LADY LUCK GAMING CORPORATION", που εδρεύει στο Λας Βέγκας της Πολιτείας της Νεβάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, μέλος της προαναφερομένης Κοινοπραξίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Μητσίδη και γ)Της εταιρεία με την επωνυμία "KENNY CONSTRYCTION COMPANY", που εδρεύει στο Σικάγο της Πολιτείας Ιλλινόις των ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα, μέλος της προαναφερομένης Κοινοπραξίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαπολίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-12-1994 και 11-4-1995 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, την από 25-4-1995 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 30-9-1999 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3832/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7685/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 2 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του προτεινόμενου, για έλλειψη δικαιοδοσίας, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 εδ.
γ' Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παράγραφοι 1 και 3 του Συντάγματος, όπως οι διατάξεις αυτές είχαν πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, προκύπτει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δημιουργούνται με την άσκηση αγωγής, εφόσον η αξίωση, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με την άσκηση της αγωγής, πηγάζει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου (πρβλ ΑΕΔ 2/1993).
Επί των πράξεων των διοικητικών αρχών, ακυρωτικές ή, κατά περίπτωση, διοικητικές διαφορές ουσίας δεν προκαλεί κατά την έννοια του άρθρου 95 του Συντάγματος κάθε μία από τις πράξεις αυτές που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς διοικητικής πράξης από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο εκείνη, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση επιδιώκει δημόσιο σκοπό (ΑΕΔ 2/1993).
Περαιτέρω δε, ενόψει της αρχής του ενιαίου της εκδικάσεως των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια που καθιερώνεται με τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις η εκδίκαση των διαφορών ουσίας που γεννώνται με την άσκηση αγωγής υπάγεται στα δικαστήρια αυτά (δηλαδή στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια) ακόμη και όταν ενάγων είναι το Δημόσιο ή νπδδ και εναγόμενος είναι ιδιώτης ή νπιδ, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι η αξίωση, της οποίας η ικανοποίηση επιδιώκεται με την αγωγή, πηγάζει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου που δημιουργείται μεταξύ άλλων, από μονομερή διοικητική πράξη.
Και ναι μεν ο Ν. 1406/1983 στο άρθρο 2 αναφέρεται στα της ασκήσεως προσφυγής και αγωγής μόνο κατά του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ όχι δε και κατά ιδιωτών, ενώ και ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2717/1999, στα άρθρα 63, 65 και 71 αναφέρεται επίσης στην άσκηση αγωγής αντίστοιχα κατά του Δημοσίου ή άλλων νπδδ, οι διατάξεις όμως αυτές αναφέρονται στο συνήθως συμβαίνον και δεν αποκλείουν την από μέρους των διοικητικών δικαστηρίων επίλυση διαφορών που δημιουργούνται από την άσκηση αγωγής του Δημοσίου ή των λοιπών νπδδ κατά ιδιώτη ή νπιδ όταν με την αγωγή επιδιώκεται η ικανοποίηση αξιώσεως προερχόμενης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου (πρβλ.
ΣτΕ 1622/2003, 1052/2004 επταμ.). Περαιτέρω, ο Ν. 2206/1994 "Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, έλεγχος καζίνων" προέβλεψε στο άρθρο 1 παρ. 1 τη χορήγηση δώδεκα αδειών λειτουργίας επιχειρήσεων καζίνων σε όλη τη χώρα, από τις οποίες μία στο Νομό Αχαΐας. Οι άδειες λειτουργίας παραχωρούνται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού, ύστερα από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενεργείται από επταμελή επιτροπή (παρ. 7).
Ο διαγωνισμός προκηρύσσεται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού (παρ. 14). Περαιτέρω το άρθρο 2 του νόμου καθορίζει τον τρόπο διενεργείας του διαγωνισμού σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο επιλέγονται όσοι υποψήφιοι κρίνονται κατάλληλοι από άποψη ήθους, εμπειρίας, επάρκειας και διαφάνειας της χρηματοδότησης. Στο δεύτερο στάδιο της επιλογής βαθμολογούνται οι προσφορές, από επταμελή επιτροπή, ως προς τα προβλεπόμενα από το νόμο κριτήρια, το δε πρακτικό της επιτροπής υποβάλλεται στον Υπουργό Τουρισμού για τη χορήγηση της άδειας.
Οι αποφάσεις της επιτροπής υπόκεινται μόνο σε έλεγχο νομιμότητας από τον Υπουργό. Εξάλλου τα άρθρα 3 και 4 του νόμου ρυθμίζουν τον κρατικό έλεγχο της λειτουργίας των επιχειρήσεων καζίνων που ασκείται από την επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού, η οποία λειτουργεί και ως όργανο εποπτείας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διεξαγωγή του προβλεπόμενου από αυτές διαγωνισμού κατατείνει, μεταξύ άλλων, στην παραχώρηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καζίνου.
Η πράξη κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού συνιστά τη διοικητική άδεια που επιτρέπει την ίδρυση και διέπει τη λειτουργία της επιχείρησης καζίνου. Η δραστηριότητα αυτή, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, υπόκειται στην εξουσιαστική δράση της Διοίκησης που εκδηλώνεται με την έκδοση μονομερών διοικητικών πράξεων.
Έτσι ο νόμος, καθόσον αφορά την επιχείρηση καζίνου προβλέπει την έκδοση μονομερούς εκτελεστής πράξης που ολοκληρώνει τη διοικητική διαδικασία της παραχώρησης (ΣτΕ 2403/1997 Ολομ.). Κατά συνέπεια, η χορήγηση από Τράπεζα εγγυητικής επιστολής σε πρόσωπο που συμμετέχει σε διαγωνισμό για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας καζίνου αποσκοπεί στην εξασφάλιση του Δημοσίου ότι ο δικαιούχος της άδειας θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, από την παραχώρηση δηλαδή της πιο πάνω διοικητικής άδειας, η οποία, όπως έχει εκτεθεί, επιτρέπει την ίδρυση και διέπει τη λειτουργία της επιχείρησης καζίνου.
Πρόκειται επομένως, για παρεπόμενη σχέση, η οποία, ως εκ της υποκείμενης σχέσης που εξυπηρετεί, είναι και αυτή έννομη σχέση δημοσίου δικαίου (πρβλ ΣτΕ 3543/2003 Ολομ.). Ενόψει δε του χαρακτήρα της σχέσεως αυτής ως παρεπόμενης σχέσης δημοσίου δικαίου, δεν ασκεί επιρροή από απόψεως δικαιοδοσίας, το γεγονός ότι η εγγυητική επιστολή συνιστά σύμβαση που προσομοιάζει προς τη σύμβαση εγγυήσεως που ρυθμίζουν οι διατάξεις των άρθρων 874 επ.
του ΑΚ. Οποιαδήποτε λοιπόν διαφορά γεννάται από τη σχέση αυτή και ιδίως από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (πρβλ. ΑΕΔ 14/2003). Επομένως αγωγή του Δημοσίου που στρέφεται κατά ιδιώτη και με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση αξιώσεως που γεννήθηκε από την κατάπτωση εγγυητικής επιστολής εκδοθείσης υπέρ ιδιώτη για συμμετοχή του σε διαγωνισμό με αντικείμενο την χορήγηση άδειας λειτουργίας καζίνου κατά τον Ν. 2206/1994, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (βλ.
και ΣτΕ 3493/2005, 3494/2005 που δέχθηκαν τα ίδια για όμοιες αγωγές του Ελληνικού Δημοσίου).
ΙΙ.- Από τα διαδικαστικά δικόγραφα της υποθέσεως τα οποία παραδεκτώς εξετάζονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τη διερεύνηση του λόγου αναιρέσεως περί ελλείψεως δικαιοδοσίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19.12.1994 κύρια αγωγή, καθώς και την από 11.4.1995 συμπληρωματική [διευκρινιστική] αυτής, κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑNK OF AMERICA NATIONAL TRUST AND SAVINGS ASSOCIATION" στις οποίες εκτίθεται, δέχθηκε δε και το Εφετείο, ότι με την 920/30.5.1994 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού προκηρύχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2206/1994, διεθνής πλειοδοτικός διαγωνισμός για παραχώρηση δέκα αδειών λειτουργίας καζίνων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και μία στο νομό Αχαΐας.
Ο τρόπος διενέργειας του διαγωνισμού σε δύο στάδια και η κατάθεση των εγγυητικών επιστολών και των χρηματικών προσφορών των υποψηφίων ως προϋπόθεση συμμετοχής στα στάδια του διαγωνισμού καθορίζονταν στο άρθρο 2 του ν. 2206/1994 και εξειδικεύονταν στα άρθρα 5 και 7 της υπουργικής αποφάσεως 920/1994 (διακήρυξη του διαγωνισμού), ενώ στα άρθρα 8 και 9 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως καθορίζονταν τα κριτήρια αξιολόγησης και ο τρόπος κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού.
Η κοινοπραξία με τον τίτλο LADY LUCK PATRAS, υπέβαλε στην Επιτροπή Διαγωνισμού Καζίνων την από 5.8.1994 προσφορά της για την προαναφερόμενη χορήγηση άδειας λειτουργίας στο νομό Αχαΐας. Για λογαριασμό της ως άνω κοινοπραξίας, η MIDLAND BANK PLC και η εναγόμενη τράπεζα BANK OF AMERICA εξέδωσαν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τις ....και .....
εγγυητικές επιστολές, ποσού 100.000.000 δρχ. η καθεμία που ήταν αναγκαίες προκειμένου η κοινοπραξία να συμμετάσχει στο α' στάδιο του διαγωνισμού. Στη συνέχεια, η προαναφερόμενη κοινοπραξία, προκειμένου να συμμετάσχει στο β' στάδιο του διαγωνισμού, κατέθεσε την ..... εγγυητική επιστολή της εναγόμενης BANK OF AMERICA, ποσού 2.000.000.000 δρχ.
Με την από 12.10.1994 απόφαση της Επιτροπής Διαγωνισμού, η εν λόγω κοινοπραξία κηρύχθηκε πλειοδότρια για το καζίνο του νομού Αχαΐας και ο Υπουργός Τουρισμού με έγγραφό του ανακοίνωσε την επιλογή της και την προσκάλεσε να καταθέσει το ποσό της οικονομικής της προφοράς εντός δεκαημέρου από την αποστολή του εγγράφου αυτού, προκειμένου να εκδοθεί η προβλεπόμενη από το νόμο υπουργική απόφαση για τη χορήγηση της άδειας.
Η ανωτέρω κοινοπραξία δεν κατέθεσε το ποσό μέσα στην αρχική προθεσμία των 10 ημερών, ούτε όμως και μέχρι τις 24.3.1995, χρονολογία έως την οποία παρατάθηκε η προθεσμία με διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Τουρισμού. Εν τω μεταξύ, ο Υπουργός Τουρισμού επειδή η κοινοπραξία δεν κατέθεσε το ποσό μέσα στην αρχική προθεσμία των 10 ημερών, ήτοι μέχρι την 21.11.94, με το .....
έγγραφό του ζήτησε από την εναγόμενη BANK OF AMERICA την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των δύο δισεκατομμυρίων δρχ., η οποία όμως με την από 28.11.1994 επιστολή της ισχυρίστηκε ότι δεν είχε επέλθει η κατάπτωση, αφενός μεν διότι το έγγραφο του Υπουργού δεν συνοδευόταν από όλα τα συμφωνημένα αποδεικτικά έγγραφα, αφετέρου δε διότι είχε λήξει ο χρόνος ισχύος της εγγυητικής επιστολής.
Ενόψει αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε με την ένδικη από 19.12.1994 αγωγή του όπως συμπληρώθηκε με την από 11.4.1995 [συμπληρωματική -διευκρινιστική] αγωγή που επακολούθησε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη BANK OF AMERICA να του καταβάλει το άνω ποσό των δύο δισεκατομμυρίων δρχ., νομιμοτόκως από τις 23.11.1994. Με την 3832/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αγωγές αυτές [κύρια και συμπληρωματική] συνεκδικάστηκαν:
α) με την από 25.4.1995 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου η εναγόμενη BANK OF AMERICA κατά της κοινοπραξίας "LADY LUCK PATRAS" και των μελών της, ήτοι των εταιρειών 1. "ΠΟΡΤΟ ΡΙΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" 2. "LADY LUCK GAMING CORPORATION" και 3. "KENNY CONSTRUCTION COMPANY" [ήδη αναιρεσιβλήτων] και β) την από 30.9.1999 πρόσθετη υπέρ της προσεπικαλούσας παρέμβαση του μέλους της κοινοπραξίας "LADY LUCK GAMING CORPORATION", και απορρίφθηκαν οι μεν αγωγές του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως νομικά αβάσιμες, η δε προσεπίκληση, παρεμπίπτουσα αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση, ως άνευ αντικειμένου ενόψει της απόρριψης των αγωγών.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του Δημοσίου και επικύρωσε την κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως. Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, οι διαφορές που γεννώνται από την άσκηση αγωγής εκ μέρους του Δημοσίου και επιδιώκουν την ικανοποίηση αξιώσεώς του που πηγάζει από κατάπτωση εγγυητικής επιστολής η οποία δόθηκε για συμμετοχή σε διαγωνισμό με αντικείμενο τη χορήγηση αδείας λειτουργίας καζίνου είναι διοικητικές, και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Τούτο δε, γιατί η χορήγηση εγγυητικής επιστολής από Τράπεζα σε ιδιώτη για να συμμετάσχει σε τέτοιο διαγωνισμό συνιστά παρεπόμενη έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αφού εξυπηρετεί την υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου, τη συμμετοχή δηλαδή στη διοικητική διαδικασία του διαγωνισμού, η οποία καταλήγει στην έκδοση μονομερούς διοικητικής πράξεως όπως είναι η άδεια λειτουργίας καζίνου.
Έτσι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, και συνεπώς ιδρύεται ο από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που προτείνεται παραδεκτά με την εισήγηση.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πια με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και την επικυρωθείσα από αυτήν απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει το ίδιο σφάλμα, και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή. Ενόψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και η επικυρωθείσα από αυτήν 3832/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθούν οι ανωτέρω αναφερόμενες αγωγές. Τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης ενώπιον των Δικαστηρίων των δύο βαθμών, καθώς και του παρόντος Δικαστηρίου πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της δυσχέρειας του ανωτέρω νομικού ζητήματος και του δυσερμηνεύτου των σχετικών διατάξεων (ΚΠολΔ 179 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις αποφάσεις 7685/2003 του Εφετείου Αθηνών και 3832/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί των από 19.12.1994 και 11.4.1995 αγωγών (κύριας και συμπληρωματικής αντιστοίχως) του Ελληνικού Δημοσίου κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑNK OF AMERICA NATIONAL TRUST AND SAVINGS ASSOCIATION".
Απορρίπτει αυτές. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ