Legislator Case Law & Legislation
1327/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and inadmissible evidence regarding construction contract liability.

Case Number 1327/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by nine appellants against a second-instance judgment concerning a construction accident. The appellants argued that the lower court improperly considered a declaration made after the accident to prove a transfer of rights, while also citing vague statutory grounds for reversal. The court ruled that the lower court correctly relied on witness testimony and that the post-accident declaration was admissible in labor proceedings despite lacking tax authority approval. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the four original respondents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 K.Pol.D.; Art. 226 para. 4 items b and c K.Pol.D.; The Supreme Court reviews ex officio the legality of summons if the respondent is absent, and a declaration of the case on the docket serves as valid summons for all parties without further notification.

Keywords

AI generated
appeal procedure inadmissible evidence labor dispute construction contract legal costs witness testimony post-accident declaration

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 K.Pol.D.
Art. 226 para. 4 items b and c K.Pol.D.
Art. 559 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1327 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1327/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: .....(αναφέρονται 9 ονόματα). Οι 1η και 2ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μπριντάκη και οι 3η, 4ος, 5ος, 6ος, 7η, 8η και 9ος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Των αναιρεσίβλητων: 1) ..... 2)....., 3) ......, 4) ....., 5) Χ1 και 6)Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος, 3ος και 4η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Ο 5ος καθώς και το 6ο αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2001 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 4-10-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί η εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση επιδόθηκε νομοτύπως, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ του Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 εδ β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή ή δικάσιμο διάδικος, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου ....., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίση αναιρέσεως με την επ'αυτού πράξη ορισμού δικασίμου για την 1-11-2005 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, σε κάθε ένα από τους αναιρεσιβλήτους Χ1 και Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ).

Κατά τη συνεδρίαση του Τμήματος στη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υποθέσεως, με αίτηση των αναιρεσειόντων αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (4-4-2006), για την οποία δεν απαιτείτο νέα κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο για τη μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί, κατά την ως άνω νέα δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε προς συζήτηση κατά τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσίας τους. Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1, 309 εδ.

α, 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ. Δ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος της προσβαλλομένης απόφαση δικαστηρίου, είναι δε τελεσίδικη εκείνη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επι της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση υποθέσεως , που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (Ολ. ΑΠ 16/1990). Επίσης από την ίδια πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 4 και 558 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιας από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτούς και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για τους άλλους ομοδίκους (Ολ.

ΑΠ. 902 και 744 1982), ενώ ως προς τους άλλους ομοδίκους η απόφαση εφόσον είναι μη οριστική όπως συμβαίνει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της στρεφομένης και εναντίον τους εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως καθ' όσον απευθύνεται και κατά της υπ' αριθμ. 395/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οι κατά της οποίας εφέσεις των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων και του εναγομένου ήδη πέμπτου αναιρεσιβλήτου, μετ' εξέταση της ουσίας ως προς όλους τους εναγομένους αναιρεσιβλήτους, πλην του εξ αυτών έκτου ΙΚΑ, απορρίφθηκαν με την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 449/2001 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη όσον αφορά όλους τους αναιρεσιβλήτους, πλην του εξ αυτών ΙΚΑ.

Η ίδια αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, τόσον καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 449/2001 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, γιατί η απόφαση αυτή, όπως από την ίδια προκύπτει, ως προς τον διάδικο αυτόν είναι μη οριστική, αφού γι' αυτόν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως των αναιρεσειόντων, η οποία και μόνο ( όχι και η συνεκδικασθείσα έφεση του πέμπτου αναιρεσιβλήτου) απευθυνόταν εναντίον του, όσον και καθόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 395/ 2000 αποφάσεως του μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, διότι αφενός μεν από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει (ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται) ότι η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε και στη γραμματεία του τελευταίου αυτού δικαστηρίου (αρθρ. 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφετέρου δε η πρωτόδικη αυτή απόφαση κατά το χρόνο καταθέσεως του αναιρετηρίου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού εκκρεμούσε η κατ' αυτής έφεση των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που απευθυνόταν εναντίον του.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 566 παρ. 1 και 573 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου άνω Κώδικα θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικώς, για να είναι ορισμένο ςλό λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφόσον τούτο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο η διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων σ'αυτή, το κατά την εκδοχή του πραγματικό μέρος της υποθέσεως και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προίόν ερμηνευτικού η υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπροσθέτως να εκτίθενται με πληρότητα οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές του δικαστηρίου δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996).Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με το να κρίνει ότι οι τέσσερις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων ούτε με την ιδιότητα των συνιδιοκτητών της οικοδομής ούτε βάσει σχέσεως προστήσεως με τον υπαίτιο του πιο κάτω ατυχήματος εργολάβο της ανακαινίσεως αυτής πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ως μη επιφυλάξαντες για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και εποπτεία των οικοδομικών εργασιών, έχουν υπαιτιότητα για το εργατικό ατύχημα, που έλαβε χώρα στην ανωτέρω οικοδομή, κατά το οποίο πέθανε από ηλεκτροπληξία ο κατονομαζόμενος σύζυγος, πατέρας γιός και αδελφός αντιστοίχως, των αναιρεσειόντων, που εργαζόταν στην οικοδομή αυτή, και εντεύθεν δεν ενέχονται για την αγωγική απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων, αλλά και με το να δεχθεί κατά ένα μέρος μόνο την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό ως προς τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων εργολάβο, διότι δήθεν ανυπαίτιος του ατυχήματος ήταν και ο θανών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5, 20 παρ.

παρ. 9 και 34 παρ. 2- 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, 1,2, 3 και 16 παρ. 1 του κωδικοποιημένου ν. 551/1915, 2,3,4 και 7 του ν. 1396/1983, 37 του . πδ. 778/1980, 37 και 90 του π.δ. 1073/1981 και 300, 922, 932,662, 681-688 και 691 του ΑΚ. Όμως, στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται και μάλιστα με πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας σχετικώς με τις συνθήκες υπο τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, την συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και τους όρους της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που αυτά κατάρτισαν για την ανακαίνιση της οικοδομής, καθώς και τη συμπεριφορά του θανόντος κατά το ατύχημα, στα οποί α(περιστατικά) στήριξε τη φερομένη ως εσφαλμένη, κρίση του, αλλά μόνο η έννοια, που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, τα κατά την εκδοχή τους περιστατικά ως προς τα ανωτέρω ζητήματα και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόντα ερμηνευτικού και υπαγωγικού σφάλματος.

Με βάση, λοιπόν, αυτό το περιεχόμενο του αναιρετηρίου του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι πιο πάνω λόγοι της αναιρέσεως, οι οποίοι, έτσι πρέπει ν' απορριφθούν, ενόψει της ανωτέρω αοριστίας τους, ως απαράδεκτοι. Ο ίδιος, ως άνω πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως προς την αιτίαση για την απόρριψη από την προσβαλλομένη απόφαση της αγωγικής απαιτήσεως των αναιρεσειόντων περί αποζημιώσεώς τους για τη ζημιά που υπέστησαν από τον θάνατο κατά το ως άνω εργατικό ατύχημα, του συγγενούς τους, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα, της πιο πάνω αγωγικής απαιτήσεως, αλλά απέρριψε ως αόριστη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο αυτό, για την κρίση του δε αυτή δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο καμμιά συγκεκριμένη πλημμέλεια.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.

Έτσι, στην ειδική αυτή διαδικασία λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, καθώς και έγγραφα που δεν έχουν θεωρηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ, διότι η ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 16 εδ. α' του ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κλπ», η οποία ορίζει ότι συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, δεδομένου ότι θεσπίστηκε, όπως και ο τίτλος του νόμου αυτού αναφέρει, για την περιστολή της φοροδιαφυγής, δεν αποκλείει την εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δ., η οποία ως ειδικότερη εκείνης, εξακολουθεί να ρυθμίζει το παραδεκτό στην πιο πάνω ειδική διαδικασία ως αποδεικτικού μέσου του μη θεωρημένου από τη ΔΟΥ εγγράφου. Δεν λαμβάνονται όμως, καθόλου υπόψη, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εγγραφές δηλώσεις τρίτων, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας συντάχθηκαν, προ η κατά της δίκης ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε αυτή, γιατί έτσι γίνεται καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 339 και 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν πως δίδονται οι μαρτυρίες των τρίτων στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (εξέταση ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ή με ένορκες ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου βεβαιώσεις μετά από κλήτευση προ 24 ωρών του αντιδίκου).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.ΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Η περίπτωση αυτή συντρέχει, όταν το αποδεικτικό μέσο απαγορεύεται είτε γενικώς είτε στη συγκεκριμένη υπόθεση και δη είτε βάσει του νόμου είτε βάσει συμβάσεως.

Εν προκειμένω, με τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ. Δ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το εφετείο, για την παραδοχή του αρνητικού της αποδιδομένη με την αγωγή των αναιρεσειόντων στους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους υπαιτιότητας για το προαναφερομενο εργατικό ατύχημα ως προστήσαντες τον υπαίτιο αυτού εργολάβο της οικοδομής πέμπτο αναιρεσίβλητο ισχυρισμού αυτών περί του ότι δεν είχαν διατηρήσει για τον εαυτό τους, αλλά είχαν μεταβιβάσει στον πέμπτο αναιρεσίβηλτο εργολάβο το δικαίωμα διευθύνσεως και εποπτείας του έργου ανακαινίσεως αυτής, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από 11-7-1997 δήλωση-βεβαίωση του άνω εργολάβου περί λήψεως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο του αναφερομένου χρηματικού ποσού για εκτελεσθείσας στην οικοδομή προ του ατυχήματος εργασίες, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού τους, το οποίο, όμως, αποδεικτικό μέσο, ήταν κατά το νόμο ανεπίτρεπτο, διότι η εν λόγω δήλωση-βεβαίωση είχε συνταγεί μετά το ατύχημα, για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην αναγείσα με την ως άνω αγωγή δίκη και δεν είχε θεωρηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος α)ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το δικαστήριο της ουσίας την κρίση του για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και την εντεύθεν ανυπαρξία σχέσεως προστήσεως μεταξύ αυτών και του πέμπτου αναιρεσιβλήτου εργολάβου στήριξε, κατά ρητή βεβαίωσή του, στις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στα πλαίσια της διενεργηθείσης για το θάνατο του εργαζομένου προανακρίσεως, όχι δε και στην επίμαχη δήλωση-βεβαίωση, την οποία, όπως επίσης ρητώς στη συνέχεια διαβεβαιώνει, έλαβε υπόψη για το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών της οικοδομής και του πέμπτου αναιρεσιβλήτου εργολάβου σύμβασης περιλάμβανε και την καθαίρεση των μεσοτοίχων της οικοδομής κι επομένως και εκείνου, στον οποίο υπήρχε ο πίνακας διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, που έπληξε του θανόντα, γεγονός, που είχε αμφισβητήσει ο τελευταίος, β)ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση επιπλέον διότι η ανωτέρω δήλωση βεβαίωση, μολονότι δεν είχε υποβληθεί για θεώρηση στην αρμόδια ΔΟΥ, αποτελεί παραδεκτό αποδεικτικό μέσο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάστηκε η υπόθεση, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κι έτσι νομίμως την έλαβε υπόψη το δικαστήριο.

Κατά συνέπεια πρέπει ο ως άνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως ν' απορριφθεί. Επειδή οι αναιρεσείοντες, με το αναιρετήριο, στην αρχή (σελ. 3 προβάλλουν κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αιτιάσεις και από τους αριθμού 8,10,12,17,19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. χωρίς όμως να της προσάπτουν συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν τους εκ των αριθμών αυτών λόγους αναιρέσεως.

Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι εντελώς αόριστες και πρέπει ν' απορριφθούν. Επειδή μετά ταύτα πρέπει ν'απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2003 αίτηση των ........ και λοιπών περί αναιρέσεως των αποφάσεων με αριθμούς 395/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και 449/2001 του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων ........., τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ για όλους αυτούς.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006 και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ