Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that factual assessments and evidence evaluation are not subject to review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the company's appeal against the first-instance court's dismissal of a car damage claim. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and arguments, but the court held that evaluating facts and evidence falls within the trial court's discretionary power. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible because the court's factual findings are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court's review is limited to legal errors; the evaluation of facts, evidence, and the drawing of admissions or denials from general denials constitute the trial court's discretionary power and are not subject to appellate scrutiny.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1326/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. F. Μ. Α. Ε. Γ. Α." (πρώην "E. E. Α."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1638/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 18-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α', 666, 570-676 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) με αριθμό 1638/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας κατά της υπ' αριθ. 309/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί κατ` ουσίαν η αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου - άρθρο 6β παρ. 1 περ. β` Ν . 489/1976 "Περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτου αστικής ευθύνης", που προσετέθη με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [ΦΕΚ 100 τ.
A /14.5.2007], εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως εκάστοτε, ισχύει, εφόσον όμως η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Η ρύθμιση για την ως άνω παράβαση περιλαμβάνεται στο άρθρο 42 του ν. 2696/1999 ΚΟΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν η ανιχνευόμενη ποσότητα στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (ΑΠ 1016/2011), συμπεριλαμβανομένης της τιμής αυτής (ΑΠ 564/2014), εάν η μέτρηση γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας, και τα 0,25 χιλιοστά γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα εάν η μέτρηση γίνεται με τη συσκευή αλκοολομέτρου (ΑΠ 712/2011).
Στην περίπτωση αυτή ο νόμος ορίζει ρητά ότι η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη επέρχεται μόνον εάν η παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την πρόκληση του ατυχήματος (ΑΠ 1656/2018, ΑΠ 809/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 1497/2014) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να οφείλεται το ατύχημα σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου, αρκούσης προς τούτο και της συνυπαιτιότητας αυτού (ΑΠ 997/2014,), Αίρεται έτσι, η αμφισβήτηση, ως προς το σχετικό ζήτημα, που είχε ανακύψει στη νομολογία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της Κ 4/565/1978 Α.Υ.Ε. (ΑΠ 155/2007).
Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όμως, (η αποδοχή του οποίου μπορεί να γίνει και σιωπηρά, ήτοι, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου -ΑΠ 997/2014, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 1459/2012), δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί (ΑΠ 86/2019, ΑΠ 1031/2018, ΑΠ 450/2018, ΑΠ 564/2014).
Έτσι, ακόμη και όταν συντρέχει κάποια προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση, από την ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, μη δυνάμενος να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση, διατηρεί όμως το δικαίωμα, κατ' άρθρον 927 ΑΚ, να στραφεί κατά του ασφαλισμένου αναγωγικά, απαιτώντας ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.
Παθητικά υποκείμενα του ως άνω δικαιώματος αναγωγής είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο αντισυμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος (ΑΠ 86/2019, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 736/2014) δεδομένου ότι στο νόμο δεν γίνεται καμία διάκριση. Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 86/2019, ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 1673/2017, ΑΠ 1497/2014).
Το δικαίωμα της αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε` ΚΠολΔ, δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο ζημιωθέντα (ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 681/2014, ΑΠ 1467/2009).
Τόσο στην αυτοτελή όσο και στην παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ο ενάγων οφείλει να ισχυρισθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει το ποσοστό της ευθύνης εκάστου εκ των εναγομένων συνυποχρέων, δηλαδή τον βαθμό πταίσματος και της αιτιώδους συμβολής στην πρόκληση της ζημίας, καθορίζοντας και το ποσοστό ευθύνης.
Ο ασκών το δικαίωμα αναγωγής μπορεί να αιτηθεί την επιδίκαση κάθε ποσού προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 997/2014, ΑΠ 564/2014, ΑΠ 1995/2013) συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των δικαστικών εξόδων (ΑΠ 277/1999). Ακόμη, ενόψει του ότι οι προβλεπόμενες στο ως άνω άρθρο περιπτώσεις εξαιρέσεως της ασφάλισης, κατά την ορθότερη άποψη, συνιστούν κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, για να συντρέχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή, πρέπει η παράβαση να οφείλεται σε υπαιτιότητα των ασφαλισμένων προσώπων (ΑΠ 467/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 1068/2013).
Συμπερασματικά, εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, β) ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημιές οι οποίες προκαλούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 Ν. 2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει γ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής συμβάσεως περί εξαιρέσεως από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος (ΑΠ 1537/2018, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011) και δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του εν μέθη τελούντος οδηγού ως προς τον οποίο δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παραβάσεως του ως άνω ασφαλιστικού βάρους (ΑΠ 467/2017, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 997/2014, ΑΠ 1068/2013).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο, κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ), για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ 1 εδ α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά υπάγονται (ΑΠ 1996/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/ 1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Περαιτέρω κατ` άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 233/2020), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο , με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 02-07-2016 και περί ώρα 17:00 ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από ατυχήματα στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο σε ανώνυμη οδό εντός του χωριού Καμπάνη του Ν. Κιλκίς, με κατεύθυνση από Μάνδρες προς Πεδινό. Όταν ο εναγόμενος έφθασε στη δεξιά, προς την κατεύθυνσή του, πλευρά της άνω οδού, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις επικρατούσες συνθήκες, καθώς το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος του στο οπίσθιο τμήμα και στην οπίσθια δεξιά πλευρά του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Α. Σ., το οποίο βρισκόταν κανονικά σταθμευμένο στο αντίθετο ρεύμα πορείας της ανωνύμου οδού. Για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών η ενάγουσα κατέβαλε στον άνω ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, μετά από εξώδικο συμβιβασμό, το συνολικό ποσό των 6.500 ευρώ. Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος οδηγός, βρέθηκε να έχει καταναλώσει αλκοόλ, το οποίο μετρήθηκε με χρήση συσκευής αλκοολομέτρου σε 0,59 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 0,31 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση, ήτοι τιμές ανώτερες της επιτρεπόμενης με την υπ' αριθ. 57/23.3.2009 ΚΥΑ των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης τιμής των 0,25 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα.
Όμως αυτή η μικρή υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα, αφού δεν προκύπτει ότι απομείωσε την αντιληπτική ικανότητα του οδηγού, ούτε υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος της μέθης με την αμελή οδηγική συμπεριφορά, που επέφερε το ατύχημα.
Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η εξαίρεση της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία.
Συνεπώς η πιο πάνω ρήτρα του ασφαλιστικού συμβολαίου, για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν από τον εναγόμενο - οδηγό του ασφαλισμένου στην ενάγουσα ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν ισχύει σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης - ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Συνακόλουθα, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία (αναιρεσείουσα) που κατέβαλε την αποζημίωση στον ζημιωθέντα τρίτο, δεν δικαιούται να αξιώσει από τον εναγόμενο - ιδιοκτήτη και οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου τα καταβληθέντα από αυτήν χρηματικά ποσά και η κρινόμενη αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή από αυτόν των χρηματικών αυτών ποσών, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις και συνεπώς όλοι οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, με την οποία ομοίως είχε απορριφθεί η αγωγή αυτής. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών που επικρατούσαν κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος οδηγώντας το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο επέπεσε επί του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο οποίο προκάλεσε υλικές ζημίες. Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών, που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής (απόφασης), το Εφετείο δέχθηκε ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου οδηγού προηγούμενη μικρή κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, αφού στο αίμα του βρέθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,59 χιλιοστά του γραμμαρίου, με τη μέθοδο της αιμοληψίας, δεν συνετέλεσε ούτε συνδέεται αιτιωδώς με τη εκτροπή και πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε στο σταθμευμένο στο αντίθετο ρεύμα πορείας της ανωνύμου οδού ΙΧΕ αυτοκινήτου, εφόσον αυτή (κατανάλωση οινοπνεύματος) κρίνεται ότι δεν μείωσε την ικανότητά του οδήγησης και δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά.
Το γεγονός ότι αυτός απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και επέπεσε στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. όχημα του Α. Σ., αποδίδεται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης στην έλλειψη της προσοχής, την οποία αυτός όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις επικρατούσες συνθήκες, εξαιτίας της ολισθηρότητας του οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό στην προσβαλλόμενη απόφαση της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον αναιρεσίβλητο ως μικρής, το Εφετείο με σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ανωτέρω κατανάλωση οινοπνεύματος δεν μείωσε την ικανότητα οδήγησης του ενάγοντος, δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά και τελικά δεν συνδέεται (η κατανάλωση του οινοπνεύματος) αιτιωδώς με το ατύχημα.
Επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και της άνω ΚΥΑ είναι αβάσιμες. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις άνω παραδοχές του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η υπό μέθη οδήγηση οχήματος επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του οδηγού και συνεπώς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιδράσεως του οινοπνεύματος και του ατυχήματος, είναι απαράδεκτη, διότι η αποδιδόμενη αυτή αιτίαση, ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς.
Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονται στον πρώτο και δεύτερο αναιρετικό λόγο (ήτοι ότι η αναιρεσιβαλλόμενη παρείδε, άλλως δεν εξετίμησε προσηκόντως ότι ο αναιρεσίβλητος ετύγχανε γνώστης της περιοχής, αλλά και των επικρατουσών κυκλοφοριακών συνθηκών, ότι δεν έκανε μνεία για την ταχύτητα με την οποία έβαινε ο αναιρεσίβλητος, ότι λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, με την οποία εκινείτο, η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή, που τα εμπλακέντα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές, όπως επίσης δεν διέλαβε ουδεμία αιτιολογία για την απώλεια της προσοχής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και την, εξ αυτής, πρόκληση του ένδικου ατυχήματος), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως και της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του προπεριγραφέντος ατυχήματος και στην κρίση αυτού ότι η μικρή υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του αρθρ. 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης . Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).
Συνεπώς, για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός ή λόγος έφεσης του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσθέντος στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Άλλωστε κατά το άρθρο 261 εδ.β` του ΚΠολΔ "Εφ` όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο Δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 452/2005, 575/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμούς που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δε, ότι έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ομολογία των διαδίκων, ενώ δεν υφίσταται τέτοια και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες φωτογραφίες που κατεδείκνυαν την ταχύτητα, με την οποία εκινείτο ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί που προτάθηκαν, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις.
Ήτοι το Εφετείο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια , αφενός μεν προέβη στην εκτίμηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών που προέβαλαν οι διάδικοι, αφετέρου δε προέβη στην αξιολόγηση των προσκομισθεισών φωτογραφιών και όσων περιστατικών κατά την κρίση του προέκυπταν από αυτές. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι με την κατ` επίφαση επίκλησή του η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία αυτής πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-9-2020 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστική εταιρείας με την επωνυμία "E. F. Μ. Α. Ε. Γ. Α.", για αναίρεση της υπ` αριθ. 1638/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ