Supreme Court dismisses appeal against lower court's evaluation of evidence in inheritance dispute regarding a will.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in an inheritance dispute concerning a handwritten will. The appellant argued that the lower court improperly considered an unsubmitted sworn statement by a priest and failed to examine other evidence. The court rejected these claims, ruling that the priest's statement had been legally admitted via a supplementary submission and that the lower court's assessment of evidence falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the substantive court's evaluation of evidence, unless the court considered evidence not submitted in accordance with the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1326/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) S. L., συζύγου P. του B. και R., 2) S. P. του A. και A., 3) S. J. του P., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κοτζιά και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-8-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 4-8-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 285/2019 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 23-10-2015 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε για τους επικαλούμενους σ'αυτήν λόγους να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24-12-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος πρώτου εξαδέλφου της Ν.
Σ., να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι νόμιμη κληρονόμος σ' όλη την περιουσία του ως άνω αποβιώσαντος δυνάμει των αναφερομένων διαθηκών αυτού και να αναγνωριστεί η κληρονομική αναξιότητα των εναγόμενων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 65/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο την αγωγή κατά τις πιο πάνω βάσεις της λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτού και περαιτέρω απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που αφορά στο ότι η επίδικη διαθήκη είναι αντίθετη στην απαγόρευση του ν. 1892/1990 και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 10-1-2018 έφεσή της, με την οποία για τους αναφερόμενους σ'αυτή λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου κα κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η αγωγή.
Το Εφετείο με την 285/2019 προσβαλλόμενη απόφαση εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δεχόμενο την έφεση κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της, ως επωφελέστερη για την εκκαλούσα, ως προς το μέρος που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τη βάση της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 24-12-2014 ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία συντάχθηκε σε εκτέλεση απαγορευμένης κληρονομικής σύμβασης, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, απορρίπτοντας στη συνέχεια την αγωγή ως προς τη βάση αυτή ως μη νόμιμη, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος ως προς τα αιτήματα της αναγνώρισης της ακυρότητας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης και της κήρυξης της αναξιότητας αυτού ως κληρονόμου, καθώς και ότι η ένδικη αγωγή ως προς την βάση της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης ως αντίθετης με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1892/1990 είναι μη νόμιμη και ότι κατά τα λοιπά δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.
ΙΙ. Από το άρθρο 368 εδ.α' του ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "Σύμβαση για την κληρονομία προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη", συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από αυτήν απόλυτη ακυρότητα πλήττει συμβάσεις οι οποίες αφορούν το σύνολο της κληρονομίας ή σε ποσοστό αυτής, όχι όμως και συμβάσεις με αντικείμενο τη διάθεση ορισμένου ή ορισμένων υφισταμένων αντικειμένων της (Α.Π 1401/2019, 617/2004).
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι κληρονομικές συμβάσεις που αφορούν γενικά την μελλοντική κληρονομιά του διαθέτη, οι οποίες επιτρέπονται όταν έχουν ως αντικείμενο ειδικά ορισμένα στοιχεία της κληρονομίας και όχι ολόκληρη την κληρονομία ή ποσοστό αυτής. Κατά δε το εδαφ. β' του ως άνω άρθρου είναι άκυρη επίσης η σύμβαση με την οποία περιορίζεται η ελευθερία ως προς τις διατάξεις τελευταίας βουλήσεως, δηλαδή περιορίζεται η ελευθερία του διατιθέναι του κληρονομουμένου και ειδικότερα των πράξεων με τις οποίες ρυθμίζεται η μετά θάνατο τύχη της περιουσίας (Α.Π 1401/2019).
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι συμβάσεις που αποσκοπούν στην μεταβολή του προβλεπόμενου από το νόμο τρόπου επαγωγής της κληρονομίας, οι οποίες είναι πάντα άκυρες (βλ. Α.Π 297/2015). Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1982/1990 "1. Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων με ιθαγένεια ή έδρα εκτός των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που αφορά ακίνητα, κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή η μεταβολή του προσώπου εταίρων εταιρειών οποιασδήποτε μορφής που έχουν στην κυριότητα τους ακίνητα στις περιοχές αυτές." Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της διατάξεως αυτής, απαγορεύονται οι δικαιοπραξίες εν ζωή, εκτός από τις εκεί περιοριστικά αναφερόμενες εξαιρέσεις, με τις οποίες συνιστάται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα και αφορά ακίνητα που βρίσκονται σε μία από τις παραμεθόριες περιοχές, χωρίς τη θετική εκ των προτέρων απόφαση της διοικήσεως.
Επομένως, η απαγόρευση αυτή δεν καταλαμβάνει την διαθήκη, δηλαδή τη μονομερή μη απευθυντέα αιτία θανάτου δικαιοπραξία. Εξάλλου, από τις διατάξεις περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της διαθήκης, τόσο κατ'άρθ. 174 Α.Κ. όσο και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1782 επομ. ΑΚ, συνάγεται ότι στη σχετική αγωγή νομιμοποιείται παθητικά ο τιμημένος με την διαθήκη αυτή κληρονόμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π 4/2021,ΟλΑΠ 7/2006), καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, Ολ.Α.Π 2/2013, Ολ.Α.Π 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην πρώτη περίπτωση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόµενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα µε το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισµένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται µε πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήµατος ως µη νοµίµου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 7/2006, Α.Π 734/2013, Α.Π 700/2011).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 25/2008,ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, Α.Π 248/2021, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1938/2017).
ΙΙα. Με το πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 368 Α.Κ., σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 179 περ.1 Α.Κ, με το να κρίνει ότι η επικληθείσα με την αγωγή κληρονομική σύμβαση που είχε καταρτίσει ο κληρονομούμενος με τους πρώτη και δεύτερο εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους και ως εκτέλεση της οποίας συνέταξε την επίδικη διαθήκη, είναι έγκυρη και νόμιμη, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή της (αναιρεσείουσας), κατά το μέρος που αιτείτο την ακυρότητα της επίδικης διαθήκης του αποβιώσαντος, η οποία καταρτίστηκε σε εκπλήρωση κληρονομικής σύμβασης, επειδή η κληρονομική αυτή σύμβαση δεν αφορούσε το σύνολο της περιουσίας ή ποσοστό αυτής αλλά συγκεκριμένα στοιχεία της κληρονομίας, ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 368 εδ.β' Α.Κ., ως προς την οποία δεν συντρέχει ο πιο πάνω περιορισμός.
ΙΙβ. Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1892/1990 με το ν'απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης, ως αντίθετης στις πιο πάνω διατάξεις και εν συνεχεία να περιλάβει στις παραδοχές της ότι ο διαθέτης "προέβη στη σύνταξη της διαθήκης καθώς επιθυμούσε να μεταβιβάσει την κατοικία του και το γύρω αυτής κτήμα στην τρίτη εναγομένη" και ήδη αναιρεσίβλητη.
Οι λόγοι αυτοί προεχόντως είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται για την πληρότητά τους, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα στην αγωγή της για τη θεμελίωση των βάσεων αυτών, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την απόρριψή τους ως νόμω αβάσιμων, αν συνιστά δηλαδή ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αλλά αναφέρεται μόνο στην εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής από το Εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση δε ο ως άνω πρώτος λόγος είναι και αβάσιμος. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει ειδικότερα ότι ο κληρονομούμενος προέβη στη σύνταξη της από 24-12-2014 ιδιόγραφης διαθήκης με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, ως εκτέλεση της σύμβασης που από τα τέλη Αυγούστου 2014 είχε καταρτίσει με τους εναγομένους και συγκεκριμένα να τον φροντίζουν διαμένοντας στην οικία του διότι δεν αισθανόταν καλά στην υγεία του και σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους θα έδινε το σπίτι και το γύρω κτήμα στις ...
στην τρίτη εναγόμενη και τα χρήματά του στους εναγόμενους για τα έξοδα της κηδείας και της ταφής του και ότι περίσσευε θα έμενε σε αυτούς. Επικαλείται ότι η σύμβαση είναι άκυρη ως απαγορευμένη διότι αφορά κληρονομιά προσώπου που ζει και ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα τη διαθήκης. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τα ιστορούμενα η κληρονομική σύμβαση αφορά συγκεκριμένα στοιχεία της κληρονομιάς και όχι ολόκληρη την κληρονομιά ή ποσοστό της δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 368 ΑΚ και η τυχόν υπάρχουσα σύμβαση δεν είναι άκυρη.
Συνακόλουθα η αγωγή κατά το μέρος αυτό δεν είναι νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αυτή νόμιμη κατά το μέρος αυτό και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος δικαστηρίου, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, λόγω του μεταβιβαστκού αποτελέσματος της έφεσης, διότι είναι επωφελέστερη για την εκκαλούσα, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το μέρος αυτό της αγωγής και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή κατά το ίδιο μέρος, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη.". Με αυτά που δέχθηκε κατά τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 368 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 178 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα ο νόμος απαιτεί.
Τούτο δε διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η οποία επισκοπείται κατ'άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η επικαλούμενη σύμβαση ορθώς εκτιμήθηκε ως κληρονομική σύμβαση, καταρτισθείσα μεταξύ του κληρονομούμενου και των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, έχουσα ως αντικείμενο μελλοντική κληρονομιά, ήτοι την υπόσχεση του κληρονομούμενου ότι κατά τη σύνταξη της διαθήκης του θα ορίσει κληρονόμο του την τρίτη εναγόμενη σε μέρος της περιουσίας του και όχι σε ολόκληρη την περιουσία ή ποσοστό αυτής και ως εκ τούτου μη υπαγόμενη στην απαγόρευση του άρθρου 368 Α.Κ., τόσο ως προς το εδαφ.
α', όσο και ως προς το εδαφ. β', ενόψει του ότι δεν τίθεται και ζήτημα περιορισμού της ελευθερίας του διατιθέντος του ως άνω κληρονομουμένου. Να σημειωθεί εξάλλου, ότι ως προς το μέρος αυτό της αγωγής, η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά, τα οποία θα μπορούσαν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 179 Α.Κ ως προς την ακυρότητα ή μη της προαναφερθείσας κληρονομικής σύμβασης λόγω αντίθεσης αυτής προς τα χρηστά ήθη.
Περαιτέρω, και το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμο, καθόσον ορθά δεν εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1892/1990, η οποία, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται, δεν τυγχάνει εφαρμογής στις δικαιοπραξίες αιτία θανάτου, όπως είναι η διαθήκη, η δε προαναφερόμενη αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί επιθυμίας του ως άνω αποβιώσαντος να μεταβιβάσει το αναφερόμενο ακίνητο στην Τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δεν καθιστά νόμιμη την εν λόγω βάση της αγωγής περί ακυρότητας της διαθήκης λόγω αντίθεσης της με το νόμο 1892/1990.
ΙΙγ. Η αποδιδόμενη δε, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς το δεύτερο των εναγομένων, ο οποίος ενομιμοποιείτο παθητικά ως συμβληθείς στην άκυρη κληρονομική σύμβαση, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ουσιαστικό και όχι δικονομικό απαράδεκτο, σύμφωνα με όσα στη πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 178 ΑΚ, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη, αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο, για τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, χρησιμεύει το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ο, κατά γενική αντίληψη, χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος. Εξάλλου, για να κριθεί, αν η διάταξη τελευταίας βουλήσεως είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1712 ΑΚ προκύπτει, ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως, έκφραση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη θέλησή του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατό του, με τους περιορισμούς, όμως, των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και του άρθρου 178 ΑΚ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζουν οι παραπάνω διατάξεις, προσκρούει στα χρηστά ήθη η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι απλώς επειδή το πρόσωπο που τιμάται με αυτή είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της κατάληψης ή τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, μαρτυρούν ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση του διαθέτη, καθώς, επίσης και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη έναντι εγγυτάτων προσώπων της νόμιμης οικογένειάς του.
Επίσης, προσκρούει στα χρηστά ήθη, η διάταξη τελευταίας βουλήσεως, εάν με τον τρόπο που έγινε, συνιστά προϊόν απόλυτης ψυχικής και συναισθηματικής εξάρτησης (Α.Π 370/2017), παρά το γεγονός, βέβαια, ότι η βούληση του διαθέτη, πρέπει να είναι ανεπηρέαστη από οποιοδήποτε, έστω και έμμεσο, εξαναγκασμό, προκειμένου αυτός να ρυθμίσει, με τη διαθήκη του, κυρίως τις περιουσιακές του σχέσεις, όπως εκείνος επιθυμεί για το χρόνο μετά το θάνατό του (Α.Π 1273/2011).
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της διάταξης τελευταίας βουλήσεως ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, είναι ζήτημα νομικό, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και, συνεπώς, η σχετική κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανέλεγκτα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 850/2021, ΑΠ 754/2019 ΑΠ 403/2017).
Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, δεν είναι άκυρη, η διαθήκη, όταν έγινε για λόγους, που δεν είναι ηθικά επιλήψιμοι (ΑΠ 370/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 παρ. 1 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απειλής που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 1782 παρ.1 ΑΚ για την ακύρωση της διαθήκης που συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής, απαιτείται η απειλή να ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και επιπλέον να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα, να ήταν δε τέτοια ώστε συνεπεία της απειλής προέβη ο διαθέτης στη σύνταξη της διαθήκης, και να υφίσταται εξακολουθητικά και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι το θάνατο του διαθέτη, ώστε να μην μπορεί αυτός να την ανακαλέσει (ΑΠ 784/2016).
Η απειλή μπορεί να συντελεστεί με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο (είτε πριν είτε κατά τη σύνταξη της τελευταίας διάταξης) (ΑΠ 2189/2013) και είναι αδιάφορο αν προέρχεται από τον τιμώμενο με την ακυρώσιμη διαθήκη ή άλλο πρόσωπο. Ως απειλή νοείται η ψυχολογική βία (ΑΠ 784/2016, ΑΠ 731/2014), ενώ δεν υπάρχει απειλή αν ο διαθέτης φοβήθηκε αυθόρμητα ή η διάταξη προήλθε από πειθώ, προτροπές και πιέσεις (ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 2189/2013).
Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., κατά τον έλεγχο της ουσίας, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 19/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα (στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π 1058/2020 ΑΠ 778/2020, ΑΠ 286/2020).
Περαιτέρω λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 477/2020, Α.Π 1081/2018).
Ακόμη κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (Α.Π 1187/2019,ΑΠ 656/2018, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 827/2002).
Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 285/2019 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 3-1-2015 αποβίωσε στην οικία του στις ... ο Ν. Σ., ηλικίας 95 ετών, με αναφερόμενη στη ληξιαρχική πράξη αιτία θανάτου καρδιακή ανακοπή, υπερτασική μυοκαρδιοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια Σ.Δ. τύπου II, καρκίνο ήπατος με μεταστάσεις.
Ο θανών ήταν χήρος και άτεκνος, είχε γεννηθεί στην ... στις 22-7-1920, εργάστηκε ως ναυτικός και ήταν συνταξιούχος. Κατοικούσε στην ... τα τελευταία δώδεκα χρόνια και ζούσε μόνος, ενώ σε γειτονική οικία διέμενε η αδελφή του. Ο θανών διατηρούσε καλές σχέσεις με τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, ήταν κοινωνικός, συμμετείχε στις θρησκευτικές πανηγύρεις και λοιπές εκδηλώσεις του χωριού και της γύρω περιοχής.
Με την ενάγουσα που είναι δικηγόρος … και δραστηριοποιείται στην … με γραφείο στο ..., διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις. Ο πατέρας της τον είχε συνδράμει διότι ήταν ορφανός και έζησε επί έτη στην κατοικία τους. Μετά το γάμο του κατοικούσε στο ... στην οικία που ανήκε στη σύζυγό του, όπου εξακολούθησε να ζει μετά το θάνατο της, έχοντας δικαίωμα επικαρπίας.
Πολλές φορές η ενάγουσα τον έπαιρνε με την οικογένειά της και περνούσαν τα Σαββατοκύριακα στο εξοχικό της ενάγουσας στα .... Τα δε καλοκαίρια διέμενε στην οικία του στο .... Σ' αυτή κατοικεί από το 2003 οπότε εγκαταστάθηκε μόνιμα στην .... Κατά τους χειμερινούς μήνες συνήθως διέμενε στην … στην οικία της ενάγουσας για μικρό χρονικό διάστημα, οπότε με τη συνδρομή της τελευταίας διερευνούσε τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε λόγω της ηλικίας του.
Το 2010 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στην καρδιά λόγω στεφανιαίας νόσου (by pass) στο νοσοκομείο "Αττικό". Η ενάγουσα είχε ασχοληθεί με τον διακανονισμό της επέμβασης και τη νοσηλεία του και στην οικία της φιλοξενήθηκε για την ανάρρωσή του μέχρι την επιστροφή του στην .... Τα καλοκαίρια ο θανών είχε κοινές εξόδους σε ταβέρνες, καφενεία, πανηγύρεις και άλλες εκδηλώσεις, με την ενάγουσα και το σύζυγό της, όταν αυτοί έρχονταν στην ...
και διέμεναν στην κατοικία τους στις .... Με την ενάγουσα τηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην τραπεζική εταιρία "ΑΛΦΑ Τράπεζα ΑΕ", πρώην "Εμπορική Τράπεζα ΑΕ", στον οποίο γινόταν η κατάθεση του ποσού της σύνταξής του από τον ασφαλιστικό φορέα ΝΑΤ. Σ'αυτόν το 2003 ο Σ. προέβη σε προθεσμιακή κατάθεση 15.200 ευρώ, που έκτοτε ανανέωνε ετησίως, μη αποσύροντας τους τόκους.
Την προθεσμιακή κατάθεση που έληγε τον Ιανουάριο 2015 διέκοψε η ενάγουσα το Νοέμβριο 2014 και τα χρήματα κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό, προκειμένου να εξοφληθεί η δαπάνη νοσηλείας στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν" και οι λοιπές ιατρικές πράξεις που απαιτήθηκαν για την αντιμετώπιση της ασθένειας του Σ., όπως πιο κάτω αναφέρεται.
Στον ίδιο λογαριασμό η ενάγουσα ή ο σύζυγός της κατέθεταν χρήματα που προορίζονταν για την αμοιβή των εργαζόμενων στο αμπέλι που διατηρούσαν στην ..., ή για αγορά αναγκαίων μέσων για την καλλιέργεια και φροντίδα του (λιπάσματα, εργαλεία κλπ), όπως και για εργασίες στην οικία τους στις .... Ο δε θανών με τα χρήματα αυτά προέβαινε στις απαιτούμενες αγορές, πλήρωνε τους εργαζόμενους στο κτήμα και την κατοικία της ενάγουσας και αυτός επέβλεπε τις εργασίες.
Ήταν δε γνωστό στους συγγενείς και τους συγχωριανούς ότι ο θανών ήθελε να εγκαταστήσει την ενάγουσα μοναδική κληρονόμο της περιουσίας του. Οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι, αλβανικής υπηκοότητας, έχουν εγκατασταθεί στην ... με τα τέκνα τους, την τρίτη εναγομένη και τον υιό τους Κ. Σ. (K. S.) περί το 1998. Ο δεύτερος εναγόμενος ασχολήθηκε με γεωργικές εργασίες, απασχολούμενος σε χωράφια τρίτων, αλλά και οικοδομικές εργασίες.
Η πρώτη εναγομένη εργάστηκε σε τουριστικές επιχειρήσεις κατά την θερινή τουριστική περίοδο αρχικά σε πλύσιμο των πιάτων (λαντζιέρα) και στη συνέχεια εργάζεται ως μαγείρισσα στο εστιατόριο "..." στην ... επί χρόνια. Είναι γνωστοί με τα ελληνικά ονόματα Α. η πρώτη εναγομένη και Μ. ο δεύτερος εναγόμενος. Είναι εργατικοί και χαίρουν εκτίμησης στο χωριό.
Με τον θανόντα Ν. Σ. γνωρίστηκαν από τότε που ο ίδιος εγκαταστάθηκε μόνιμα στην .... Ανέθετε στο δεύτερο εναγόμενο να εκτελέσει τις αναγκαίες γεωργικές εργασίες σε ένα μικρό αμπέλι που διατηρούσε, όπως και τη φροντίδα των ελαιόδενδρων στο κτήμα γύρω από την κατοικία του, αλλά και εργασίες στα τρία αγροτεμάχια που είχε στην ιδιοκτησία του.
Επίσης με εντολή του εκτελούσε κάποιες μικροδουλειές ή οικοδομικές εργασίες στην κατοικία του. Η δε πρώτη εναγόμενη ασχολούνταν περιοδικά με τον καθαρισμό της κατοικίας του θανόντος. Στις 4-1-2008 ο αποβιώσας εκμίσθωσε στο δεύτερο εναγόμενο τρεις αγρούς, συνολικής έκτασης 11,192 στρεμμάτων για γεωργική εκμετάλλευση, αντί μισθώματος 500 ευρώ ετησίως, με υποχρέωσή του τελευταίου να συντηρεί τις περιφράξεις των αγροτεμαχίων και να φτιάχνει τους χαλασμένους τοίχους χωρίς αξίωση αποζημίωσης.
Οι σχέσεις τους ήταν πολύ καλές, προέβαιναν σε διάφορες εξυπηρετήσεις του θανόντος, ο δεύτερος εναγόμενος ή ο υιός του μετέφεραν τον Ν. Σ. στην πρωτεύουσα του νησιού, ..., όταν ο ίδιος επιθυμούσε να ικανοποιήσει διάφορες ανάγκες του, όπως να επισκεφθεί ιατρούς, δημόσιες υπηρεσίες, να προβεί σε αγορές φαρμάκων ή άλλων προϊόντων κλπ.
Επίσης τον μετέφεραν σε μέρη της περιοχής, όπου γίνονταν θρησκευτικές πανηγύρεις ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο δεύτερος εναγόμενος τον επισκεπτόταν συχνά στην κατοικία του, αλλά και ο Σ. πήγαινε στην οικία τους. Μάλιστα φιλοξένησε τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους στην κατοικία που διατηρούσε ο Σ.
στο ..., όταν αυτοί βρέθηκαν στην Αθήνα για κάποιες ημέρες (βλ. την 1/4-12016 ένορκη βεβαίωση της Γ. Ο. ενώπιον το Ειρηνοδίκη Πειραιά, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα). Την οικογένεια των εναγομένων γνώριζε και η ενάγουσα. Ο σύζυγός της που είναι γεωπόνος και διατηρεί στην ... αμπέλι απασχολούσε το δεύτερο εναγόμενο στις αναγκαίες εργασίες για τη φροντίδα του, κατά τη συγκομιδή των σταφυλιών και τις λοιπές εργασίες μέχρι την οινοποίηση.
Διατηρούσε δε τα γεωργικά εργαλεία και άλλα απαραίτητα για την οινοποίηση αντικείμενα μέσα σε αποθήκη που ήταν κτισμένη στο ελαιόκτημα γύρω από την κατοικία του θανόντος στις .... Επίσης του ανέθεταν διάφορες εργασίες στην κατοικία τους στις .... Επειδή ο σύζυγος της ενάγουσας εργαζόταν στην …, επικοινωνούσε με το Ν.
Σ., ο οποίος επέβλεπε τις εργασίες και πλήρωνε την αμοιβή του δευτέρου εναγόμενου από τα χρήματα που κατέθεταν στον προαναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό η ενάγουσα ή ο σύζυγός της, όπως προεκτέθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών παρά τη μεγάλη ηλικία του, ήταν σε καλή κατάσταση και μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται.
Έκανε ο ίδιος τα ψώνια του, μαγείρεμα κλπ και φρόντιζε ο ίδιος τον εαυτό του. Το καλοκαίρι του 2014 είχε συμμετάσχει στις θρησκευτικές πανηγύρεις του χωριού και της περιοχής του ..., αλλά και της ... στους ..., όπου τον μετέφερε ο δεύτερος εναγόμενος. Διανυκτέρευσε στην εκκλησία και συνέδραμε σε ελαφρές εργασίες στο τραπέζι που στήθηκε κατά το έθιμο της περιοχής.
Τον Οκτώβριο 2014 δεν αισθάνθηκε καλά και ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να τον μεταφέρει στην πρωτεύουσα του νησιού, στον καρδιολόγο Γ. Τ., που τον παρακολουθούσε από ετών. Πράγματι ο δεύτερος εναγόμενος τον μετέφερε στο γιατρό στις 21-10- 2014 όπου παραπονέθηκε για δυσφορία και οιδήματα κάτω άκρων. Στην ακτινογραφία θώρακος εμφάνισε σκίαση στη δεξιά βάση με υπεζοκωτική συλλογή σύστοιχα και έκδηλα διάμεσα στοιχεία άμφω.
Του χορηγήθηκε επιπρόσθετη διουρητική αγωγή, μάσκα με οξυγόνο και βρογχοδιασταλτικό με κορτιζόνη. Παρουσίασε βελτίωση και εκτιμώντας την καλή γενική κατάστασή του ο γιατρός του συνέστησε να μεταβεί στην Αθήνα για να εισαχθεί σε νοσοκομείο για περαιτέρω έλεγχο και παρακέντηση του υγρού. Ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού, ο Σ.
αναχώρησε την ίδια μέρα για την Αθήνα αεροπορικώς, αφού τον μετέφερε στο αεροδρόμιο ο δεύτερος εναγόμενος. Τον ανέμενε η ενάγουσα και έγινε η εισαγωγή του στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν" στις 22-10-2014. Διαγνώστηκε πνευμονία δεξιά, παραπνευμονική πλευριτική συλλογή με πιθανότητα καρκινωματώδη πλευρίτη.
Υποβλήθηκε σε κλειστή παροχέτευση πλευριτικού υγρού και έγινε χημική πλευροδεσία. Του χορηγήθηκε οξυγόνο (2 λίτρα το λεπτό), καθώς κατά την εισαγωγή του διαπιστώθηκε υποξαιμία με Ρ02=55 (φυσιολογικές τιμές 80-100) και κορεσμό οξυγόνου spΟ2=90% (φυσιολογικές τιμές>94%). Εξήλθε στις 28-10-2014, αφού η ενάγουσα ενημερώθηκε από το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου ότι ο Ν.
Σ. έπασχε από καρκίνο του ήπατος με θωρακικές μεταστάσεις και είχε μικρό προσδόκιμο ζωής. Κατά σύσταση των ιατρών η ενάγουσα δεν γνωστοποίησε στο Ν. Σ. την ασθένεια και τη σοβαρότητα της κατάστασής του. Ο τελευταίος φιλοξενήθηκε για λίγο στην κατοικία της ενάγουσας και αναχώρησε για την .... Δεν θέλησε να μείνει στην Αθήνα, όπως του προτάθηκε από την ενάγουσα, λέγοντας ότι έχει να μαζέψει τις ελιές και ότι θέλει να πεθάνει στην ....
Με την επιστροφή του στο χωριό και νοιώθοντας τις δυνάμεις του καταβεβλημένες ήρθε σε επικοινωνία με τον δεύτερο εναγόμενο και του ζήτησε να έρθει με τη σύζυγό του να μείνουν στην οικία του για να τον φροντίζουν και να τον περιποιούνται. Ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του δεν θα τους έδινε μισθό, αλλά υποσχέθηκε ότι θα έγραφε την οικία με το ελαιόκτημα γύρω από αυτή στην θυγατέρα του, τρίτη εναγόμενη.
Ο δεύτερος και η πρώτη εναγόμενοι αποδέχθηκαν την πρόταση και εγκαταστάθηκαν στην οικία του Ν. Σ.. Η πρώτη ανέλαβε τις οικιακές εργασίες και τη φροντίδα και περιποίησή του, ο δεύτερος τις εργασίες στο κτήμα (συλλογή ελαιόκαρπου, κλάδεμα κλπ), εκτελούσε τις εξωτερικές δουλειές και μετέφερε τον Σ., όπου ο τελευταίος επιθυμούσε.
Στις 24-11-2014 τον μετέφερε στο ελαιοτριβείο, όπου ο Σ. παρέμεινε για την σύνθλιψη του ελαιόκαρπου και την παραλαβή του ελαιολάδου. Ο Σ. εξακολουθούσε την επικοινωνία του με την αδελφή του, τους γείτονες και συγχωριανούς του, όπως και την τηλεφωνική επικοινωνία με την ενάγουσα. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου ο δεύτερος εναγόμενος μετέφερε τον Σ.
στα ..., στην έδρα της συμβολαιογράφου ... Ζωής Ρουσάκη. Είναι προφανές ότι η επίσκεψη στη συμβολαιογράφο έγινε για να τηρηθεί η υπόσχεση που είχε δώσει ο Σ. στο δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να αναλάβουν με τη σύζυγό του τη φροντίδα του, δηλαδή να "γράψει" την οικία και το κτήμα στην τρίτη εναγομένη. Επειδή το ακίνητο είναι σε παραμεθόριο περιοχή και η τρίτη εναγόμενη έχει αλβανική ιθαγένεια, τούτο δεν ήταν δυνατό χωρίς να προηγηθεί η άδεια της επιτροπής του ν. 1892/1990 οπότε επέστρεψαν στο χωριό.
Αυτά έγιναν γνωστά στο χωριό, όπου "ακούστηκε" ότι ο Σ. θα έδινε το σπίτι στην οικογένεια των Α.... Ειδοποιήθηκε η ενάγουσα, η οποία έφθασε στην ... με το σύζυγό της στις 16 Δεκεμβρίου 2014. Την επόμενη ημέρα μετέφεραν τον Ν. Σ. στο ιατρείο του άνω καρδιολόγου Γ. Τ.. Ο Σ. παραπονέθηκε πάλι για δυσφορία και οιδήματα κάτω άκρων.
Η ενάγουσα ενημέρωσε τον γιατρό ότι είχε γίνει παρακέντηση θώρακος και αφαίρεση αρκετής ποσότητας υγρού και ότι διαγνώστηκε με καρκίνο του ήπατος με μετάσταση στο θώρακα. Από την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε χαμηλό οξυγόνο sp02=84%, ενώ η ακτινογραφία ήταν σχεδόν ίδια με την προγενέστερη της 21-10-2014. Ο γιατρός επικοινώνησε με τον συνάδελφό του που ενήργησε την παρακέντηση στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν" για να τον ενημερώσει για τα ευρήματα της παρακέντησης.
Ο τελευταίος του ανέφερε ότι το υγρό που φαίνεται στην ακτινογραφία είναι οργανωμένο και δεν χρειάζεται άλλη παρακέντηση και συμφώνησε να συνεχιστεί συντηρητική θεραπευτική αγωγή λόγω του διαγνωσμένου καρκίνου. Χορήγησε στοv Σ. μάσκα με οξυγόνο και βρογχοδιασταλτικά με κορτιζόνη και διουρητική αγωγή.
Παρέμεινε στο ιατρείο περισσότερο από μία ώρα με οξυγόνο οπότε βελτιώθηκε η κλινική του εικόνα και η μέτρηση οξυγόνου ανήλθε στο 96%. Ο γιατρός συνέστησε στην ενάγουσα να προμηθευτούν μετατροπέα οξυγόνου από την Αθήνα ή τη Ρόδο για να χορηγηθεί η θεραπευτική αγωγή υπό μάσκα οξυγόνου και όχι από το στόμα.
Ο σύζυγος της ενάγουσας αιτήθηκε προφορικά από το Κέντρο Υγείας ... να του χορηγηθεί μετατροπέας οξυγόνου για τον ασθενή Ν. Σ. για χρήση στην οικία του, αλλά τούτο δεν κατέστη δυνατό διότι το Κέντρο Υγείας διέθετε ένα μετατροπέα σε λειτουργία για να καλύψει τις δικές του ανάγκες. Για την προμήθεια μετατροπέα από τη Ρόδο ή την Αθήνα δεν ασχολήθηκε περαιτέρω η ενάγουσα.
Η τελευταία κάλεσε στην κατοικία της στις ... τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους και τους ενημέρωσε για πρώτη φορά για την σοβαρή ασθένεια του Ν. Σ. και το μικρό προσδόκιμο της ζωής του. Τους ανακοίνωσε ότι γνωρίζει τη φήμη που κυκλοφορούσε στο χωριό για τη μεταβίβαση από τον ασθενή Σ. προς αυτούς της κατοικίας του και του κτήματος γύρω από αυτήν που η ίδια εκτιμούσε ως μη ηθικό και πρέπον και πρότεινε να τους καταβάλει η ίδια αμοιβή 1.000 ευρώ μηνιαίως εφόσον συνεχίσουν να φροντίζουν τον Σ..
Οι εναγόμενοι αναφέρθηκαν στην υπόσχεση του Σ. και αρνήθηκαν την πρότασή της συμπληρώνοντας ότι άμεσα μπορούν να φύγουν από το σπίτι. Η ενάγουσα τους ενημέρωσε ότι αυτό θα ήταν εγκατάλειψη του υπερήλικα σε ώρα ανάγκης και πως θα τους κατήγγειλε στην αστυνομία ότι τον παράτησαν, οπότε αυτοί παρέμειναν στην κατοικία του ασθενούς Σ.
μέχρι να βρεθεί τρίτο άτομο για την φροντίδα του. Η ενάγουσα με το σύζυγό της αναζήτησαν άλλα άτομα στο χωριό και στην Αθήνα για την περιποίηση και φροντίδα του ασθενούς. Πράγματι δέχθηκε να προσέχει τον ασθενή η κάτοικος του χωριού Ρ. Π., νύφη της Α. Χ., με αμοιβή 1.000 ευρώ μηνιαίως. Τούτο ανακοινώθηκε στους πρώτη και δεύτερο εναγομένους, που δέχθηκαν να διακόψουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον ασθενή Σ..
Στη συνέχεια στην κατοικία του τελευταίου, γευμάτισαν όλοι μαζί και τον ενημέρωσαν για την αλλαγή του προσώπου που θα τον φρόντιζε, αναφέροντας και την υπόσχεση μεταβίβασης της κατοικίας και του κτήματος γύρω από αυτήν στην τρίτη εναγομένη. Ο Σ. αρνήθηκε να φύγουν από την κατοικία του οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι γιατί αυτούς ήθελε να τον φροντίζουν και δήλωσε ότι είναι δική του η περιουσία, με αποτέλεσμα να υπάρξει διένεξη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας.
Οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενοι δήλωσαν ότι θα φύγουν για να μην δημιουργήσουν θέμα μεταξύ συγγενών, αλλά ο ασθενής Σ. σε κακή ψυχική κατάσταση, έκλαιγε και τους παρακάλεσε να μείνουν, διότι δεν ήθελε άλλους να τον φροντίσουν. Σε επόμενη συνάντηση της ενάγουσας και του συζύγου της στην οικία των εναγόμενων οι τελευταίοι δέχθηκαν να εξακολουθήσουν να φροντίζουν και να περιποιούνται τον ασθενή Σ.
αντί αμοιβής 1.000 ευρώ μηνιαίως, χωρίς άλλη απαίτηση, θέλοντας να αποφευχθεί οποιαδήποτε έτερη διένεξη μεταξύ της ενάγουσας και του εξαδέλφου της Σ.. Μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος παρέλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 500 ευρώ που του έδωσε η ενάγουσα. Όταν όμως ανακοίνωσε στον Σ. αυτή τη συμφωνία, αυτός απαγόρευσε στον δεύτερο εναγόμενο να πάρει χρήματα από την ενάγουσα και του ζήτησε να της τα επιστρέψει.
Επειδή η ενάγουσα αναχώρησε από την ... το πρωί της 22-12-2014, οι εναγόμενοι την ενημέρωσαν για την αρνητική θέληση του ασθενούς και αφού τους έδωσε τον αριθμό του τραπεζικού της λογαριασμού κατατέθηκε σ' αυτόν το ποσό των 500 ευρώ στις 30-12-20014 από τον υιό του ζεύγους των εναγομένων. Την ημέρα της αναχώρησης της ενάγουσας και του συζύγου της από την ..., 22-12-2014, ο ασθενής ζήτησε από τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους να τον μεταφέρουν στο κατάστημα της τραπεζικής εταιρίας "ΑΛΦΑ Τράπεζα ΑΕ" στην πρωτεύουσα του νησιού, όπου τηρούσε τον προαναφερόμενο κοινό με την ενάγουσα τραπεζικό λογαριασμό.
Πράγματι εισήλθε με την πρώτη εναγόμενη στο κατάστημα, όντας γνωστός από ετών στους υπαλλήλους, την Μ. Ν. και Ε. Β.. Κάθισε στο γραφείο της Μ. Ν. και ζήτησε να ανπκατασταθεί η συνδικαιούχος ενάγουσα με την πρώτη εναγομένη. Η υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, αλλά θα έπρεπε να ανοίξει καινούργιο λογαριασμό, κοινό με την πρώτη εναγομένη.
Του εξήγησε επίσης ότι στην περίπτωση αυτή μόνο η πρώτη εναγομένη θα μπορούσε να αναλάβει όλα τα χρήματα, η ενάγουσα δεν θα μπορούσε. Της απάντησε ότι γνωρίζει τι θέλει να κάνει και αυτό επιθυμεί να πράξει. Επίσης ζήτησε να μεταφέρει στο νέο λογαριασμό όλο το ποσό που υπήρχε στον προηγούμενο και να τον κλείσει.
Η υπάλληλος του εξήγησε ότι ο προηγούμενος λογαριασμός δεν είναι δυνατόν να κλείσει διότι σ' αυτόν κατατίθεται το ποσό της σύνταξής του. Ο θανών κατανόησε το λόγο που δεν ήταν δυνατό να κλείσει ο προηγούμενος λογαριασμός και επανέλαβε το αίτημά του να μεταφερθεί το ποσό αυτού στον νέο λογαριασμό. Τότε η υπάλληλος ενημέρωσε το διευθυντή του καταστήματος για το αίτημα, γνωστοποιώντας σ' αυτόν ότι η αρχική συνδικαιούχος (ενάγουσα) ήταν συγγενής του Σ., ενώ η νυν (πρώτη εναγόμενη) είναι αλβανικής καταγωγής που διέμενε στο χωριό ...
για πολλά χρόνια. Με σύσταση του διευθυντή προκειμένου να μπορέσουν να μείνουν μόνοι με τον Σ., χωρίς την παρουσία της πρώτης εναγομένης ζητήθηκε από την τελευταία να προσκομίσει δικαιολογητικά για την πιστοποίηση των στοιχείων της και αυτή αναχώρησε από το τραπεζικό κατάστημα. Κατά το χρόνο της παραμονής του θανόντος στο κατάστημα ο διευθυντής επικοινώνησε τηλεφωνικά με δυο πελάτες της τράπεζας, κατοίκους του χωριού ..., "καλούς πελάτες" κατά την εκτίμησή του, ζητώντας πληροφορίες για την πρώτη εναγόμενη.
Ενημερώθηκε ότι πρόκειται για οικογένεια ήσυχη και εργατική. Κατά το χρόνο της παραμονής του θανόντος στο κατάστημα και παρά τις θετικές πληροφορίες ο διευθυντής συζήτησε με το Σ. για τα αιτήματά του προς την τράπεζα σχετικά με τα χρήματα και μάλιστα του απευθύνθηκε λέγοντας "Ό,τι μου πεις, αν μου πεις ότι συμβαίνει ο,τιδήποτε θα σε βοηθήσω.
Είτε θες να εμποδίσω τη διαδικασία είτε να ανοίξω ένα λογαριασμό, είτε να φέρω την αστυνομία, ο,τιδήποτε". Η απάντηση του Σ. ήταν : "όχι παιδί μου, είμαι εντάξει. Αυτό θέλω. Ξέρω τι κάνω. Η Φ. είναι εντάξει και δεν θέλω να της πεις τίποτε". Η πρώτη εναγόμενη επέστρεψε χωρίς να μπορέσει να συλλέξει όλα τα δικαιολογητικά.
Έτσι επανήλθαν την επόμενη ημέρα η πρώτη εναγομένη με τον Σ.. Ο τελευταίος έμεινε πάλι μόνος στο τραπεζικό κατάστημα διότι έλειπε κάποιο έγγραφο. Η υπάλληλος Μ. Ν. ενήργησε για την πιστοποίηση των στοιχείων του Σ., ο οποίος με ευκολία ενθυμήθηκε και δήλωσε το όνομα του λογιστή του για να ενημερώσει την υπάλληλο για τα φορολογικά του στοιχεία.
Με την επάνοδο της πρώτης εναγομένης και πριν γίνει η μεταφορά του ποσού από τον αρχικό λογαριασμό στον νέο που είχε ανοιχθεί με δικαιούχους τον θανόντα και την πρώτη εναγόμενη, ο διευθυντής εκ νέου επισήμανε στον Σ. ότι με τη μεταφορά του χρηματικού ποσού στο νέο λογαριασμό η ενάγουσα δεν θα μπορεί να τον εξυπηρετεί, ότι αν χρειαστεί φάρμακα, νοσηλεία κλπ μόνο η πρώτη εναγόμενη θα μπορεί να τον εξυπηρετήσει, ακόμη και στο θάνατό του για την ταφή του.
Η απάντηση του Σ. ήταν: "Παιδί μου ξέρω τι κάνω. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Σε ευχαριστώ". Στη συνέχεια έγινε η μεταφορά του χρηματικού ποσού στον νέο κοινό λογαριασμό. Ήδη το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας η ενάγουσα είχε ενημερώσει τηλεφωνικά τον διευθυντή του τραπεζικού καταστήματος ότι ο Σ. έχει προβλήματα υγείας και χρειάζεται οξυγόνο και όταν δεν οξυγονώνεται έχει παραισθήσεις και ζάλη.
Τις επόμενες ημέρες ο Σ. εξακολούθησε την θεραπεία που του είχε συσταθεί, χωρίς μετατροπέα οξυγόνου. Συνέχιζε να δέχεται τη φροντίδα και περιποίηση των πρώτης και δεύτερου των εναγόμενων. Τον επισκεπτόταν η αδελφή του κάθε μέρα (βλ την 1493/17-12-2015 ένορκη βεβαίωση της Π. - Ε. Φ., θυγατέρας της αδελφής του θανόντος, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα) και οι γείτονες του, το ζεύγος Σ.
και δεχόταν τις τηλεφωνικές κλήσεις της ενάγουσας. Επίσης τον επισκέφθηκε ο Κ. Ν., κατόπιν επίμονου αιτήματος του ασθενούς, που το είχε ζητήσει αρχικά από την θυγατέρα του Μ. Ν., υπάλληλο στην ΑΛΦΑ τράπεζα και κατόπιν από τη σύζυγό του επιτακτικά και κλαίγοντας, αφού ο ίδιος ο ασθενής κάλεσε το τηλέφωνο της κατοικίας του Κ.
Ν.. Κατά την επίσκεψη ο ασθενής Σ. ανακοίνωσε στον Κ. Ν. ότι θα έγραφε τη διαθήκη του την οποία θα του παρέδιδε κλειστή για να την παραδώσει στον Αρχιμανδρίτη Κ.. Πράγματι στις 24-12-2014 ο ασθενής Σ. συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη, την έθεσε σε φάκελο που έκλεισε, έξω από τον οποίο έγραψε "Πάτερ Κ.ς". Στις 26-12-2014 το πρωί μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας ...
αναφέροντας αδυναμία σίτισης και λήψης υγρών, έχοντας ήδη λάβει μεγάλη ποσότητα γάλακτος. Ανέφερε δύσπνοια, βήχα με λευκή απόχρεμψη, κολλώδους σύστασης. Δεν είχε πυρετό, διάρροια, εμέτους, ξηρότητα γλώσσας και ερυθρά χροιά. Διενεργήθηκε ακρόαση χωρίς ιδιαίτερα ευρήματα, ο ασθενής έλαβε εισπνεόμενα, οξυγόνο 4 λίτρα ανά λεπτό, και συστήθηκε περαιτέρω έλεγχος και αντιμετώπιση βάσει και του ιστορικού του.
Από την εξέτασή του εμφάνισε ταχυκαρδία, υπερτροφία κοιλίας RΒΒ δεξιού σκέλους, αρτηριακή πίεση: 136/92mm/Ηg, σφίξεις: 83/λεπτό, θερμοκρασία: 35,7, οξυγόνο: 88%. Επανήλθε στην κατοικία του και σε τηλεφωνική επικοινωνία με την ενάγουσα στις 27, 28 Δεκεμβρίου 2014 της ζήτησε να τον συγχωρήσει αν την στενοχώρησε σε κάτι και της είπε "ξέρεις πόσο σε αγαπώ δεν θα σε αδικήσω, έφτιαξα τα πράγματα όπως πριν", όπως αναγράφεται στην υπό κρίση αγωγή (σελ. 22).
Εξακολούθησε να δέχεται επισκέψεις από την αδελφή του και τους γείτονες (Σ.). Επίσης τον επισκέφθηκε ο Κ. Ν. κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης του ασθενούς Σ. διότι είχε συντάξει τη διαθήκη του και του την παρέδωσε σε κλειστό φάκελο, επί του οποίου ανέγραφε "Πάτερ Κ.ς". Επίσης του ζήτησε να ειδοποιήσει τον πατέρα Κ.
διότι ήθελε να εξομολογηθεί. Ο Κ. Ν.ς μετέβη στην εκκλησία του Ιερού Ναού ... για να παραδώσει τη διαθήκη στον Αρχιμανδρίτη Κ., σύμφωνα με την επιθυμία του διαθέτη. Ο Αρχιμανδρίτης Κ.ς αρνήθηκε να την παραλάβει και παρέμεινε στα χέρια του Κ. Ν. (βλ. την από 6-10-2018 ένορκη εξέταση του Κ. Ν. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα).
Όμως λόγω του επίμονου αιτήματος του ασθενούς Σ. να τον επισκεφθεί, ο Αρχιμανδρίτης Κ.ς μόλις επέστρεψε από ολιγοήμερη απουσία του στην Αθήνα, πήγε τις πρωινές ώρες της 3ης Ιανουάριου 2015 στην κατοικία του ασθενούς Σ., ο οποίος του ζήτησε να εξομολογηθεί. Εξαιτίας της μυστικότητας του μυστηρίου της εξομολόγησης, ο ιερέας ζήτησε από τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους να απομακρυνθούν, όπως και έκαναν και τελέστηκε το μυστήριο της εξομολόγησης.
Ο ασθενής Σ. εξομολογήθηκε "ειλικρινώς και με ευκολία και διαπίστωσα ότι είχε σώας τας φρένας" όπως καταθέτει ο Αρχιμανδρίτης Κ.ς στην από 24-10-2018 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του δόκιμου Ειρηνοδίκη ..., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, 3-1-2015, ώρα 15:00, ο Σ. αποβίωσε. Η ενάγουσα προέβη αυθημερόν σε τηλεφωνική καταγγελία στο αστυνομικό τμήμα ...
και περιπολία αυτού στις 21:30 της ίδιας ημέρας συναντήθηκε με την πρώτη εναγόμενη και το δεύτερο εναγόμενο διερευνώντας ποιος κατέχει τα κλειδιά της οικίας του θανόντος. Από την περιπολία ρωτήθηκε η αδελφή του θανόντος Ε. Φ. για να παραλάβει τα κλειδιά, αλλά αυτή αρνήθηκε να τα παραλάβει δηλώνοντας ότι δεν θέλει να αναλάβει τέτοιες ευθύνες.
Η δε οικία του θανόντος ήταν κλειστή, όπως βεβαιώνεται στο από 7-1-2015 απαντητικό έγγραφο του αστυνομικού τμήματος ... με θέμα την αναφορά εποχούμενης περιπολίας της 3-1-2015. Στις 10-1-2015 επιδόθηκε στους εναγομένους η από 9-1-2015 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας με την οποία καλούσε τους εναγομένους εκτός άλλων να της επιστρέφουν τα χρήματα του τραπεζικού λογαριασμού της τραπεζικής εταιρίας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", να της παραδώσουν τα κλειδιά της οικίας και της αποθήκης, να απόσχουν της χρήσης αυτών, να απόσχουν από οποιαδήποτε υλική και νομική πράξη (όπως δημοσίευση διαθήκης, αποδοχή κληρονομιάς κλπ).
Μετά το θάνατο του Σ. ο Κ. Ν.ς επικοινώνησε με το δικηγόρο του Μιχαήλ Ιωαννίδη, που τον συμβούλευσε να προβεί στην δημοσίευσή της διαθήκης. Ο Κ. Ν.ς την παρέδωσε στη θυγατέρα του Α. Ν.., που εργάζεται στον άνω δικηγόρο και αυτή προέβη στην κατάθεση αίτησης για τη δημοσίευση της διαθήκης στο Ειρηνοδικείο ....
Συγκεκριμένα δημοσιεύτηκαν τρεις διαθήκες του θανόντος. Με αίτηση της ενάγουσας δημοσιεύτηκε στις 9-1-2015, στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας η από 6-7-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος Ν. Σ. και συντάχθηκε το 1/9-1-2015 πρακτικό του δικαστηρίου αυτού. Η διαθήκη ήταν χειρόγραφη, έφερε ημερομηνία και υπογραφή, προσκομίστηκε χωρίς φάκελο, με το εξής περιεχόμενο (τηρώντας την ορθογραφία του διαθέτη): "Η Διαθήκη μου Εγώ ο Ν.
Σ. του Ι. συνταξιούχος, κάτοικος ..., χορίον ..., έχω σώας τα φρένας επιθυμώ να κανονίσω τα της περιουσίας μου μετά το θάνατό μου δηλώνω ότι ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου που έχει συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Αφαρά και εγκαθιστώ και ονομάζω νεότερο μου και μοναδικό κληρονόμο την εξαδέλφη μου Φ Κ.
του Ι. και Ε. δικηγόρο Αθηνών στην οποία και μόνο να περιέλθει όλη μου η κινητή και ακίνητη περιουσία που θα βρεθεί μετά το θάνατο μου. Την διαθήκη μου αυτήν την έγραψα με το χέρι μου στο σπίτη μου στην ... και στο χορίον ... και ημερομηνίαν 6ην Ιουλίου 2003 Ο διαθέτης Ν. Σ..". Με αίτηση της συμβολαιογράφου ... Ζωής Ρουσάκη δημοσιεύτηκε στις 13-2-2015 στο Ειρηνοδικείο ...
η από 5-7-2003 μυστική διαθήκη του θανόντος Ν. Σ. και συντάχθηκε το 4/13-2-2015 πρακτικό του δικαστηρίου αυτού. Η διαθήκη εντός σφραγισμένου φακέλου ήταν χειρόγραφη με το εξής περιεχόμενο (τηρώντας την ορθογραφία του διαθέτη): "Η Διαθήκη μου Εγώ ο Ν. Σ. του Ι. συνταξιούχος, κάτοικος ..., που εγώ γεννήθηκα στο ... και έχω σώας τα φρένας επιθυμώ να κανονίσω τα της περιουσίας μου μετά το θάνατό μου δηλώνω ότι ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου που έχει συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Αφαρά και εγκαθιστώ και ονομάζω νεότερο μοναδική μου κληρονόμο την εξαδέλφη μου Φ.
Κ. Α. δικηγόρο Αθηνών στην οποία και μόνο να περιέλθει όλη μου η κινητή και ακίνητη περιουσία που θα βρεθεί μετά το θάνατο μου. Την διαθήκη μου αυτήν την έγραψα με το χέρι μου στο σπίτι μου ευρισκόμενο στο ... κατά ημερομηνίαν 5 Ιουλίου 2003 και την υπογράφω Ο διαθέτης Ν. Σ..". Τέλος με αίτηση της Α. Ν. του Κ. δημοσιεύτηκε στις 13-2- 2015 η από 24-12-2014 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος Ν.
Σ. και συντάχθηκε το 1/13-2-2015 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου .... Η διαθήκη περιεχόταν σε σφραγισμένο φάκελο, στο εξωτερικό του οποίου ήταν γραμμένες οι λέξεις "πάτερ Κ.ς", ήταν χειρόγραφη, με το εξής περιεχόμενο (τηρώντας την ορθογραφία του διαθέτη): "Η Διαθήκη μου 24-12-2014 Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Σ. Ν.
του Ι. και της Π. γενηθής το έτος 1920 - κάτοικος ... .... Αποφασίζω και πραγματοποιώ την διαθύκη μου έχων σώας τα φρένας. Αφήνω εις την αγαπημένη μου J... του S.... P.... και της L... το σπίτι μου στις ... με τα 7 στρέμματα χωράφι το οποίο θα πάρη μετά τον θάνατό μου. Στην εξαδέλφη μου Φ. Κ. του Ι. και της Ε. στην οποία αφήνω ένα οικόπεδο μου που βρίσκεται στα ....
Όλα τα υπόλοιπα περιουσιακά μου στοιχεία τα αφίνω στην ... ... που είναι τα εξής: Ένα αγροτεμάχιο 8 στρεμμάτων στην θέσην ανεμόμηλοι 2) χωράφι στους Εύρους με σταύλο 6 στρεμμάτων. Ότι χρήματα στην Τράπεζα ALFA BANK μετά το θάνατό μου να τα πέρνη η S... L.... Αλη μου διαθήκη εάν υπάρχει είναι άκυρη. Ν, Σ.". Από το άνω περιεχόμενο των διαθηκών συνάγεται ότι με την τελευταία από 24-12-2014 ιδιόγραφη διαθήκη ο διαθέτης Ν.
Σ. ανακάλεσε τις προηγούμενες διαθήκες και όρισε να περιέλθουν σε καθένα από τους αναφερόμενους κληρονόμους του τα άνω προσδιορισμένα ειδικά αντικείμενα της περιουσίας του. Συγκεκριμένα να περιέλθει η οικία και το γύρω κτήμα στην τρίτη εναγόμενη, στην ενάγουσα ένα οικόπεδο στα ... στην εκκλησία της ... ...
η υπόλοιπη περιουσία του, δύο αγροτεμάχια, 8 και 6 στρεμμάτων αντίστοιχα, το δε χρηματικό ποσό που θα υπάρχει μετά το θάνατό του στον τραπεζικό του λογαριασμό να περιέλθει στην πρώτη εναγομένη. Η εκκαλούσα με τον έβδομο λόγο της έφεσης, επαναφέροντας σχετικό ισχυρισμό της αγωγής προβάλει ότι ο θανών κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε έλλειψη της συνείδησης των πραττομένων και δεν μπορούσε να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή του διότι υπέφερε από υποξαιμία (μη λήψη αναγκαίας ποσότητας οξυγόνου με αποτέλεσμα τη μη οξυγόνωση των οργάνων του εγκεφάλου και του σώματος) σε συνδυασμό με τα λοιπά προβλήματα της υγείας του, σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρδιακή ανεπάρκεια, έχοντας υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς by pass.
Οι ισχυρισμοί της δεν αποδεικνύονται βάσιμοι. Κατά την επίσκεψη του ασθενούς στον θεράποντα ιατρό του Τ. Γ. στις 17-12-2014, με τη παρουσία της ενάγουσας και του συζύγου της, δεν διαπιστώθηκε ότι ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης. Ο ίδιος δήλωσε στον ιατρό τα συμπτώματα που ένοιωθε "παραπονούμενος πάλι για δυσφορία και οιδήματα κάτω άκρων", όπως αναφέρεται στο από 13-3-2015 ιατρικό ιστορικό του ιατρού.
Κατά δε την επίσκεψη στο Κέντρο Υγείας ... στις 26-12-2014 ο ίδιος ο ασθενής Σ. ανέφερε τα συμπτώματα αδυναμία σίτισης και λήψης υγρών, "..όμως ανέφερε λήψη μεγάλης ποσότητας γάλακτος. Ανέφερε δύσπνοια, βήχα με λευκή απόχρεμψη, κολλώδους σύστασης", όπως ρητά αναγράφεται στην 293/12-3-2015 ιατρική βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ....
Επίσης στις ένορκες βεβαιώσεις της προαναφερόμενης υπαλλήλου της τραπεζικής εταιρίας "ΑΛΦΑ Τράπεζα ΑΕ" Μ. Ν., του Ε. Β. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... και την ένορκη κατάθεση του διευθυντή του καταστήματος Ε. Θ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (697/5- 10-2015 πρακτικά συνεδρίασης αυτού), οι οποίοι συνομίλησαν με τον ασθενή στις 22 και 23-12-2014 στο κατάστημα της τράπεζας στην ..., βεβαιώνουν ότι ο θανών, επικοινωνούσε καλά μαζί τους, είχε πνευματική διαύγεια και δεν ήταν σε σύγχυση.
Το ίδιο βεβαιώνει ο ιερέας που εξομολόγησε τον ασθενή λίγες ώρες πριν το θάνατό του, όπως και ο Κ. Ν.ς που τον επισκέφθηκε δυο φορές, προ και μετά τη σύνταξη της διαθήκης και παρέλαβε αυτή κατά παράκλησή του ασθενούς. Επίσης οι γείτονες και συγγενείς, όπως η αδελφή του ασθενούς που τον επισκεπτόταν καθημερινά - όπως βεβαιώνεται στην 1493/17-12-2015 ένορκη βεβαίωση της Π. - Ε.
Φ. - δεν αναφέρουν ότι βρισκόταν σε σύγχυση και ότι δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή ότι αδυνατούσε να λειτουργήσει ελεύθερα τη βούλησή του. Εξάλλου η ίδια η ενάγουσα επικαλείται στην υπό κρίση αγωγή (σελ. 22) ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ αυτής και του θανόντος στις 27, 28 Δεκεμβρίου 2015, ο τελευταίος της ζήτησε να τον συγχωρέσει αν την στενοχώρησε σε κάτι, λέγοντας "ξέρεις πόσο σε αγαπώ, δεν θα σε αδικήσω, έφτιαξα τα πράγματα όπως ήταν πριν", όπως προεκτέθηκε, χωρίς να διαφαίνεται οποιαδήποτε κατάσταση σύγχυσης ή έλλειψη πνευματικής διαύγειας του θανόντος κατά την τηλεφωνική επικοινωνία τους.
Επισημαίνεται ότι στον θανόντα στις 17-12-2014 διαπιστώθηκε χαμηλό οξυγόνο sp02=84% και στις 26-12-2014 88%, κατά δε την εισαγωγή του στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν είχε διαγνωστεί υποξαιμία με Ρ02=55 (φυσιολογικές τιμές 80-100) και κορεσμό οξυγόνου sρΟ2=90%(φυσιολογικές τιμές >94%), όπως εκτίθεται στο από 13-3-2015 ιατρικό ιστορικό του ιατρού Γ.
Τ., την ιατρική βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ... και την από 12-10-2017 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Θ. Π.. Δεν διαπιστώνεται αισθητή διαφορά ως προς το οξυγόνο μεταξύ της κατάστασης του ασθενούς κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, που δεν αμφισβητείται ότι είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων και κατά τις ημερομηνίες που έγιναν οι λοιπές δυο διαγνώσεις.
Όσα αναφέρονται στην από 12-10-2017 ιατρική γνωμάτευση του Θ. Π., ειδικού ψυχιάτρου και την από 31-12-2018 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή Ν. Κ., ότι λόγω της χρόνιας υποξαιμίας και της : ψυχολογικής κατάστασης στην οποία περιέρχονται τα άτομα που πάσχουν από νόσο τελικού σταδίου ο ασθενής Σ. "δε διέθετε ορθολογική βούληση και κρίση που να του επιτρέπει να διαμορφώσει ελεύθερα τη δήλωση τελευταίας βουλήσεως στις 24-12-2014" και ότι ο ασθενής σε παρατεινόμενη υποξαιμία "αντιμετωπίζει περιοδική ή μόνιμη κατάσταση σύγχυσης, αβεβαιότητας και αποπροσανατολισμού" αντίστοιχα, δεν επαληθεύονται στην περίπτωση του θανόντος.
Ο τελευταίος δεν εμφάνισε τέτοια σημεία (έλλειψη ορθολογικής βούλησης και κρίσης, σύγχυση, αποπροσανατολισμό κλπ) με τα πρόσωπα που συναντήθηκαν μαζί του, ήρθαν σε επικοινωνία και συζήτησαν με αυτόν στο ενδιαφέρον χρονικό διάστημα, όπως προεκτέθηκε. Κατανοούσε τους άλλους και απαντούσε λογικά, εξέφραζε τη βούλησή του ελεύθερα και ορθά και δεν ήταν σε σύγχυση.
Ο ίδιος δεν είχε μάθει ότι έπασχε από καρκίνο σε τελικό στάδιο και ότι είχε μικρό προσδόκιμο ζωής και η ψυχολογική του κατάσταση δεν είχε επιβαρυνθεί από αυτή την πληροφορία. Συνακόλουθα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης ο ασθενής Σ. είχε την ικανότητα για τη σύνταξή της είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική κατάσταση που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.
Με τον ίδιο λόγο η εκκαλούσα προβάλλει ότι οι εναγόμενοι είναι ανάξιοι να κληρονομήσουν τον θανόντα διότι δεν ενδιαφέρθηκαν για αυτόν, δεν τον φρόντιζαν, δεν προμηθεύτηκαν μετατροπέα οξυγόνου από Αθήνα ή Ρόδο, όπως είχε συστήσει ο θεράπων ιατρός του ασθενούς Γ. Τ. κατά τη διάγνωσή του στις 17-12-2014, προκειμένου να επισπευσθεί ο θάνατός του και ότι εξαφάνισαν νεώτερη της 24-12-2014 διαθήκης του θανόντος.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται παραμέληση του ασθενούς από τους εναγόμενους με σκοπό το θάνατό του. Οι μαρτυρικές καταθέσεις (οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν για την παρούσα δίκη και οι λοιπές επικαλούμενες και προσκομιζόμενες που συντάχθηκαν για άλλες δίκες μεταξύ των διαδίκων, όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων (12/11-3-2015 ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., 697/2-10-2015 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 65/20-10-2016 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), το ιατρικό ιστορικό που συνέταξε ο θεράπων ιατρός Γ.
Τ. και τη βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ..., δεν επιβεβαιώνουν παραμέληση και μη φροντίδα του θανόντος από τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους. Ως προς το μετατροπέα οξυγόνου οι τελευταίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να προβούν στην προμήθειά του από Αθήνα ή Ρόδο, καθώς μέχρι 23-12- 2014 μόνο η ενάγουσα, ως συνδικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε ο θανών στην ΑΛΦΑ Τράπεζα, είχε τη δυνατότητα να αναλάβει από αυτόν το λογαριασμό το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την αγορά του, καθώς το Κέντρο Υγείας ...
αδυνατούσε να τον χορηγήσει, όπως προεκτέθηκε. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών συνέταξε έτερη διαθήκη, μεταγενέστερη της από 24-12-2014. Επομένως ο άνω ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν αποδεικνύονται ουσιαστικά βάσιμοι. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια με αιτιολογία που συμπληρώνεται όπως ανωτέρω, δεν έσφαλε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε ο σχετικός έβδομος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Στη συνέχεια με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και όγδοο λόγους της έφεσης η εκκαλούσα, επαναφέροντας σχετικούς ισχυρισμούς της υπό κρίση αγωγής, υποστηρίζει ότι η επίδικη διαθήκη ήταν αποτέλεσμα απειλών, εκβίασης, κατόπιν πιέσεων εκ μέρους των εναγόμενων σε βάρος του θανόντος και απομόνωσης από τους συγγενείς του.
Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν συνάγεται ότι σε βάρος του ασθενούς έλαβαν χώρα απειλές και εκβίαση από τους εναγομένους προκειμένου να διαθέσει την κατοικία του στις ... και το κτήμα γύρω από αυτήν στην τρίτη εναγομένη. Η τελευταία δεν είχε καμία σχέση με την περιποίηση του ασθενούς, εργαζόταν και επισκεπτόταν την οικία του θανόντος διότι οι γονείς της διέμεναν σ' αυτή.
Ο μάρτυρας Α. Ν., που είναι σύζυγός της ενάγουσας, καταθέτει ως αυτόπτης ότι η τελευταία ανέθεσε τη φροντίδα του ασθενούς Σ. στους πρώτη και δεύτερο εναγόμενους με την επιστροφή του στην .... Ότι μετά την επίσκεψη στο γιατρό στις 17-12-2014 κάλεσαν στην κατοικία τους στις ... τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους και τους πληροφόρησαν για την κατάσταση της υγείας του Σ.
και το μικρό προσδόκιμο της ζωής του. Οι άνω εναγόμενοι δήλωσαν ότι θέλουν το σπίτι και αν δεν το πάρουν θα φύγουν, συμφώνησαν δε να περιμένουν μέχρι να βρεθεί άλλο άτομο για να φροντίζει τον ασθενή. Σε συνάντησή τους στην κατοικία του Σ., παρουσία του μάρτυρα, τον εκβίασαν λέγοντας "Αν δεν πάρουμε το σπίτι, εμείς θα φύγουμε", μάλιστα έπαιρναν τα πράγματά τους και αυτός έκλαιγε.
Την επόμενη ημέρα οι εναγόμενοι άλλαξαν συμπεριφορά και δέχθηκαν να παραμείνουν με αμοιβή 1.000 ευρώ το μήνα (βλ. 65/20-10-2016 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σελ. 10 και 697/2-10-2015 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών φύλ. 3). Η κατάθεσή του ανατρέπεται από τις καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων που καταθέτουν ότι ο ασθενής Σ.
πρότεινε στον δεύτερο εναγόμενο να αναλάβουν με την πρώτη εναγομένη τη φροντίδα και περιποίησή του και αντί αμοιβής αυτός θα "έγραφε" την κατοικία και το γύρω κτήμα στη θυγατέρα τους, τρίτη εναγομένη. Μέχρι την άφιξη της ενάγουσας στην ... η ίδια δεν είχε ασχοληθεί με την ανάγκη συνεχούς φροντίδας του ασθενούς από τρίτο πρόσωπο.
Πληροφορούμενη από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις των συγχωριανών της ότι οι εναγόμενοι μετέφεραν τον Σ. στην συμβολαιογράφο, στην πρωτεύουσα του νησιού, ταξίδεψε στην ..., όπως η ίδια αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή (σελ. 4). Όπως προεκτέθηκε, ο ασθενής Σ. αρνήθηκε να αλλάξει φροντιστές και έτσι να αθετήσει την υπόσχεσή του, δημιουργήθηκε διένεξη μεταξύ της ενάγουσας και του ασθενούς που δήλωσε ότι είναι δική του η περιουσία.
Οι δε εναγόμενοι, για να αποφευχθεί άλλη διένεξη μεταξύ των συγγενών, δέχθηκαν να τους καταβάλει η ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως για τις υπηρεσίες τους στον ασθενή. Έτσι δεν προέβησαν σε απειλές και εκβιασμούς σε βάρος του Σ., ότι θα έφευγαν και θα τον άφηναν αβοήθητο, για να τον εξαναγκάσουν να μεταβιβάσει την κατοικία του και το γύρω κτήμα στην τρίτη εναγομένη.
Ο Σ. ήθελε να τηρήσει την υπόσχεσή του και έδωσε εντολή στον δεύτερο εναγόμενο να επιστρέφει τα χρήματα που του είχε δώσει η ενάγουσα. Ο ίδιος δε προέβη σε σύνταξη της επίδικης διαθήκης καθώς επιθυμούσε να μεταβιβάσει την κατοικία του και το γύρω αυτής κτήμα στην τρίτη εναγόμενη και τούτο δεν ήταν δυνατό με δικαιοπραξία εν ζωή χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του ν. 1892/1990.
Τη διαθήκη παρέδωσε ο ίδιος στον Κ. Ν., όπως προαναφέρθηκε. Εάν ο διαθέτης είχε δεχθεί απειλές και εκβιασμούς και είχε εξαναγκαστεί να συντάξει την άνω από 24-12-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, είχε τη δυνατότητα να την καταστρέψει, ή να ζητήσει από τον Κ. Ν. ή τους άλλους επισκέπτες του (την αδελφή του, το ζεύγος των γειτόνων του) να την καταστρέψουν, εάν δεν αντιπροσώπευε την πραγματική βούλησή του.
Μάλιστα μπορούσε να δηλώσει στον Αρχιμανδρίτη Κ. ότι η διαθήκη ήταν προϊόν απειλών και εκβιασμού και να ζητήσει να μην δημοσιευτεί, καθώς έμειναν μόνοι στην κατοικία του κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης. Όμως δεν προέβη σε καμία παρόμοια ενέργεια ή δήλωση, αλλά ο ίδιος ειδοποίησε τον Κ. Ν. για να του παραδώσει την διαθήκη με προορισμό τον Αρχιμανδρίτη Κ..
Εξάλλου εάν ήταν αληθές ότι είχαν υπάρξει τοιαύτες απειλές και εκβιασμοί από τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους σε βάρος του ασθενούς δεν αιτιολογείται ότι η ενάγουσα τους εμπιστεύτηκε την περαιτέρω φροντίδα του λόγω της επιθυμίας αυτού, αφού συνήθως τέτοιας ποιότητας άνθρωποι ήταν πιθανό να επαναλάβουν τις ίδιες απειλές και εκβιασμούς.
Περαιτέρω στις ένορκες βεβαιώσεις 1149/13-7-2018 και 909/21-7-2015 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά η μάρτυρας Κ. Π. βεβαιώνει ότι στις αρχές Δεκεμβρίου 2014 ο ασθενής Σ. της εμπιστεύτηκε ότι τον εκβιάζουν οι ... να τους δώσει το σπίτι του και ότι "Μου λένε ότι αν δεν τους γράψω το σπίτι θα φύγουνε θα με παρατήσουνε μόνο μου και φοβάμαι μην τους χάσω.
Τι θα γίνω μόνος μου αφού έχω την ανάγκη τους;". Επίσης η μάρτυρας Ά. Λ. βεβαιώνει ότι η ίδια η πρώτη εναγόμενη, γνωστή ως Α. στο χωριό, της είπε σε τηλεφωνική επικοινωνία "αν δεν πάρω το σπίτι θα φύγω και θα τον παρατήσω μόνο του" (βλ. τις ένορκες βεβαιώσεις 61ε/28-12-2015 ενώπιον το Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας και 373/9-7-2018 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορωπίου).
Οι καταθέσεις τους δε είναι αξιόπιστες, καθώς δεν αιτιολογείται ότι για τον αναφερόμενο εκβιασμό και τις απειλές που κατά την μάρτυρα δεχόταν ο ασθενής Σ. από την πρώτη και δεύτερο εναγόμενους πληροφόρησε τη μάρτυρα Π. Κ. που κατοικούσε στον Πειραιά, χωρίς ποτέ να έχει "ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα, με την οποία είχε ιδιαίτερη σχέση, ή την αδελφή του που κατοικούσε στο χωριό σε όμορη οικία και τον επισκεπτόταν καθημερινά, (βλ.
την 1493/17-12-2015 ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας της εν μάρτυρος Π. - Ε. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα), οι οποίες είχαν την δυνατότητα να τον συνδράμουν να αντιμετωπίσει τις απειλές και τους εκβιασμούς. Όπως προεκτέθηκε, ο ίδιος ο Σ. υποσχέθηκε στο δεύτερο εναγόμενο να γράψει το ακίνητο στην τρίτη εναγομένη αντί των υπηρεσιών που θα του προσέφεραν αυτός και η πρώτη εναγομένη.
Αλλά και σε περίπτωση που εκτιμηθεί ως αληθινή η δήλωση της πρώτης εναγόμενης ενώπιον της μάρτυρος Ά. Λ., "αν δεν πάρω το σπίτι θα φύγω και θα τον παρατήσω μόνο του", από αυτή δεν συνάγεται ότι ασκήθηκαν πράγματι σχετικές απειλές και εκβιασμοί σε βάρος του ασθενούς Σ.. Επίσης στις έτερες ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν για τη δίκη αυτή και τις λοιπές μεταξύ των διαδίκων, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, οι μάρτυρες αναφέρονται σε φήμες που "λέγονταν" και "ακούγονταν" στο χωριό, τις οποίες και οι ίδιοι άκουσαν και έμαθαν πως οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι απειλούσαν τον Σ.
ότι αν δεν τους δώσει το σπίτι θα φύγουν και θα τον παρατήσουν αβοήθητο, προκαλώντας σ' αυτόν φόβο διότι ένοιωθε αδύναμος. Κανείς δεν προσδιορίζει τα συγκεκριμένα πρόσωπα που μετέφεραν τις φήμες, παρά γενικά και αόριστα καταθέτουν ότι τις άκουσαν. Για το λόγο αυτό οι καταθέσεις τους δεν κρίνονται πειστικές.
Τέλος ο ασθενής Σ. δεν είχε απομονωθεί από τους συγγενείς και συγχωριανούς του, δεχόταν επισκέψεις της αδελφής και των γειτόνων του και επικοινωνούσε τηλεφωνικά με την ενάγουσα, όπως προεκτέθηκε. Περαιτέρω με τους ίδιους λόγους έφεσης η ενάγουσα στηρίζει τον ισχυρισμό της ότι η διαθήκη συντάχθηκε καθ' υπαγόρευση, με απειλές και εκβιασμούς σε βάρος του διαθέτη στη διαφορετικότητα του κειμένου της διαθήκης σε σχέση με τις δυο προηγούμενες όπως την μνεία του έτους γέννησης και όχι του τόπου σύνταξης της διαθήκης, τη μη αναφορά ως προς την περιέλευση της κινητής περιουσίας του θανόντος, την αναγραφόμενη ακυρότητα των προηγουμένων διαθηκών, αντί ανάκληση αυτών, την αναγραφή των τιμημένων, πρώτης και τρίτης των εναγομένων, με τα αλβανικά τους ονόματα σε λατινική γραφή, την κατάλειψη δυο αγροτεμαχίων στο ναό της ... ..., ενώ ο θανών ποτέ δεν είχε καλές σχέσεις με την εκκλησία και την κατάλειψη στην ενάγουσα οικοπέδου στα ..., όπου ποτέ δεν είχε οποιαδήποτε ιδιοκτησία ο θανών.
Από τις άνω διαφοροποιήσεις της σύνταξης της επίδικης διαθήκης ως προς τις προηγούμενες, τις εσφαλμένες αναφορές και τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων σε εκκλησία, αντίθετα προς προγενέστερες αντιλήψεις του διαθέτη, όπως επικαλείται η ενάγουσα, δεν συνάγεται ότι ο ασθενής συνέταξε την επίδικη διαθήκη σε καθεστώς απειλών και εκβίασης σε βάρος του από τους πρώτη και δεύτερο εναγόμενους.
Οι επικαλούμενες διαφοροποιήσεις του κειμένου της επίδικης διαθήκης ως προς τις προγενέστερες μπορούν να αιτιολογηθούν λόγω του χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει, διότι οι προηγούμενες διαθήκες είχαν συνταχθεί τον Ιούλιο 2003 . Ο θανών γνώριζε το όνομα και επώνυμο του δευτέρου εναγόμενου, μάλιστα το είχε χρησιμοποιήσει παλαιότερα (βλ.
το από 4-1-2008 μισθωτήριο αγρού, που προαναφέρθηκε) και ως παλαιός ναυτικός γνώριζε τη λατινική γραφή. Επίσης ο ίδιος συμμετείχε στις θρησκευτικές πανηγύρεις του χωριού και της περιοχής και άσχετα με τις αντιλήψεις του για τον κλήρο (βλ. ιδιόχειρο σημείωμα αυτού, σατυρικό για τον κλήρο, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα σχ. 14), αυτός επίμονα ζήτησε να δει τον Αρχιμανδρίτη Κ.
για να εξομολογηθεί, ενέργεια που δεν χαρακτηρίζει άνθρωπο ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με την εκκλησία ή τη θρησκεία. Μάλιστα τον ίδιο ιερέα είχε επιλέξει για να του παραδώσει την επίδικη διαθήκη. Τέλος από τη διάταξη ότι στην ενάγουσα να περιέλθει οικόπεδο στα ..., όπου ο θανών δεν είχε ποτέ μεταγραμμένη ακίνητη περιουσία, δεν συνάγεται ότι η διαθήκη είναι αποτέλεσμα απειλών και εκβιασμών των πρώτης και δευτέρου των εναγομένων σε βάρος του διαθέτη.
Ενόψει των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η σύνταξη της επίδικης διαθήκης ήταν αποτέλεσμα απειλών και εκβίασης εκ μέρους των πρώτης και δευτέρου των εναγομένων και ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, με αιτιολογία που συμπληρώνεται όπως ανωτέρω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι άνω σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Στη συνέχεια η εκκαλούσα με τους ένατο, δέκατο και δέκατο πέμπτο λόγους της έφεσης, προβάλλει ότι με τις διατάξεις υπέρ της πρώτης και τρίτης των εναγομένων έλαβαν δυσανάλογα προς την προσφορά τους ανταλλάγματα, ενήργησαν με βάση οργανωμένο σχέδιο να υφαρπάσουν την περιουσία του διαθέτη αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επαναφέροντας σχετικούς ισχυρισμούς της υπό κρίση αγωγής.
Όπως προαναφέρθηκε όταν ο Σ. επέστρεψε στην ... στις αρχές Νοεμβρίου 2014, αισθανόμενος καταβεβλημένες τις δυνάμεις του ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να αναλάβει με τη σύζυγό του τη φροντίδα του και υποσχέθηκε να "γράψει" την κατοικία και το γύρω κτήμα στην τρίτη εναγομένη. Από την εγκατάστασή του στην ...
γνώριζε την οικογένεια των εναγόμενων, τους είχε εκτιμήσει, απασχολούσε το δεύτερο εναγόμενο στις εργασίες του κτήματος και σε εξυπηρετήσεις, όπως και τον υιό της οικογένειας και στην καθαριότητα της οικίας την πρώτη εναγομένη. Η εκτίμησή του ήταν τέτοια που φιλοξένησε το ζεύγος των εναγόμενων στην οικία που διατηρούσε στο ....
Τους συμπαθούσε και προτιμούσε αυτούς για τη φροντίδα του, αλλά ήταν επίσης έντιμος και ήθελε να τηρήσει την υπόσχεσή του. Όταν υποσχέθηκε να "γράψει" μέρος της ακίνητης περιουσίας του στην τρίτη εναγόμενη σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που θα του πρόσφεραν οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι, οι τελευταίοι και ο ίδιος δεν γνώριζαν ότι έπασχε από καρκίνο του ήπατος με θωρακικές μεταστάσεις ότι και είχε μικρό προσδόκιμο ζωής.
Ο θανών δεν το έμαθε ποτέ, αλλά διαισθανόμενος ότι το τέλος του δεν ήταν μακριά, από τα μέσα Δεκεμβρίου 2014 ενήργησε για να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του, να τηρήσει την υπόσχεσή του προς τους πρώτη και δεύτερο εναγόμενους με τη σύνταξη της διαθήκης, αλλά και να εξομολογηθεί. Ως προς τη δυσαναλογία της αξίας της καταλειπόμενης στην τρίτη εναγομένη ακίνητης περιουσίας προς τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν' στον θανόντα από τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους πρέπει να επισημανθεί ότι στην από 12-2-2015 δήλωση φόρου κληρονομιάς που κατέθεσε η ενάγουσα στην ΔΟΥ Ρόδου, η αντικειμενική αξία της οικίας (36 τμ) ορίστηκε σε 2.183,33 ευρώ, του εκτός σχεδίου αγροτεμαχίου όπου είναι κτισμένη σε 3.240 ευρώ και των επίπλων σε σκευών σε 180,78 ευρώ και συνολικά 5.604,11 ευρώ, χωρίς να αναφέρεται η εμπορική αξία των ακινήτων, ούτε αποδείχθηκε στην παρούσα δίκη.
Ο Σ. εκτός του μικρού ποσού του μισθού του που ήταν επαρκής για την αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του, του χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό που χρησίμευε για τις έκτακτες ανάγκες, όπως την πληρωμή της νοσηλείας του στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν", δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει μισθό στους φροντιστές του, πρώτη και δεύτερο εναγόμενους, για τις υπηρεσίες που του προσέφεραν.
Για το λόγο αυτό προέβη στην προαναφερόμενη πρόταση προς αυτούς, μόνο για την οικία και το κτήμα γύρω από αυτή, ενώ την έτερη ακίνητη περιουσία του στην ... κατέλιπε στο ναό της ... .... Δεν διαπιστώνεται ανηθικότητα στη δικαιοπραξία σύνταξης της διαθήκης, καθώς ο διαθέτης προτίμησε να τηρήσει την υπόσχεση του στον δεύτερο εναγόμενο για τις προσφερόμενες σ' αυτόν υπηρεσίες, εκτιμούσε την οικογένεια των εναγομένων που ήταν ήσυχοι και εργατικοί, χωρίς να έχουν μέχρι τότε αποκτήσει δική τους κατοικία και ο ίδιος θέλησε και πρότεινε να εξασφαλίσει την θυγατέρα τους, σύμφωνα με τις προγενέστερες αντιλήψεις και ισχύοντα και στην πατρίδα μας έθιμα για την αποκατάσταση των θήλεων τέκνων (προίκα κλπ).
Δεν είναι ανήθικη η κατάλειψη μέρους της περιουσίας του στην πρώτη (το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού) και τρίτη εναγόμενες, αντί της τιμημένης με τις προγενέστερες διαθήκης ενάγουσας - πρώτης εξαδέλφης του, με την οποία είχε ιδιαίτερες σχέσεις και τον φρόντιζε και ενδιαφερόταν για αυτόν τα προηγούμενα χρόνια, ενώ οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενοι τον φρόντισαν τους τελευταίους δυο μήνες της ζωής του.
Ούτε φυσικά για το λόγο ότι στην ... δεν συνηθίζεται να αφήνονται πατρογονικές περιουσίες σε εξωτικούς. Επισημαίνεται ότι η απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου του ναού της ... ... να αποποιηθεί την κληρονομιά του Σ. λήφθηκε ομόφωνα επειδή οι συγγενείς του διαθέτη ενημέρωσαν τον πατέρα Κ. - πρόεδρο του εκκλησιαστικού συμβουλίου - ότι αμφισβήτησαν το κύρος της διαθήκης και ότι θα εμπλακούν και αυτοί σε δικαστικούς αγώνες (βλ.
το από 4 Μαΐου 2015 πρακτικό του εκκλησιαστικού συμβουλίου του ναού). Επομένως δεν διαπιστώνεται αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της πρώτης και τρίτης των εναγομένων ή του διαθέτη προς την ενάγουσα με τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που όμοια έκρινε δεν έσφαλε, με αιτιολογία που συμπληρώνεται, όπως ανωτέρω, ώστε οι άνω σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή δεν προβάλλεται έτερος λόγος, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατά το μέρος που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης ως κληρονομικής σύμβασης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος αυτό και αφού δικαστεί η αγωγή κατά το ίδιο μέρος ν'απορριφθεί αυτή. Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Ν. Σ., κατά την σύνταξη στις 24-12-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του, με την οποία εγκατέστησε σε συγκεκριμένα στοιχεία της κληρονομιάς του, κληρονόμους του την τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη και την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, είχε συνείδηση των πραττομένων και την ικανότητα να προβεί στη σύνταξη της επίδικης διαθήκης και δεν βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησης του.
Επίσης, δέχθηκε ότι η σύνταξη της διαθήκης αυτής δεν ήταν αποτέλεσμα απειλών, εκβίασης και ψυχολογικής και συναισθηματικής εξάρτησης από τους εναγόμενους και δεν αντιβαίνει τα χρηστά ήθη και τέλος ότι οι εναγόμενοι δεν αποδείχθηκαν ανάξιοι να κληρονομήσουν τον πιο πάνω διαθέτη.
ΙΙΙα. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου και τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 178,179, 368 και 1710,1712-1715, 1716, 1763-1768, 1782 και 1784 Α.Κ., με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι η επίδικη διαθήκη δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη ούτε ότι είναι προϊόν εκβιάσεως και απειλών και ότι συνετάγη σε εκτέλεση και εκπλήρωση της κληρονομικής συμβάσεως και των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο κληρονομούμενος με αυτήν τις οποίες θεωρούσε, νόμιμες, δεσμευτικές και έγκυρες γι' αυτόν και τις οποίες ήθελε να τηρήσει και να μην αθετήσει, ενώ η κληρονομική σύμβαση ήταν παράνομη, ανήθικη και άκυρη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, στηριζόμενος επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η επικληθείσα με την αγωγή κληρονομική σύμβαση, ήταν άκυρη, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή ήταν έγκυρη, ενώ, δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση ακυρότητας της ένδικης από 24-12-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος.
Εξάλλου, η επιχειρούμενη με τους λόγους αυτούς προβολή αυτοτελών ισχυρισμών περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης, καταρτισθείσας σε εκπλήρωση άκυρης ως αντιβαίνουσας τα χρηστά ήθη κληρονομικής σύμβασης, την οποία ο διαθέτης θεωρούσε ισχυρή και δεσμευτική για τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν εξαιτίας της απόλυτης εξάρτησής του από τους εναγόμενους και των απειλών και εκβιάσεων που δεχόταν από αυτούς, είναι απαράδεκτη κατ'άρθ. 562 του Κ.Πολ.Δ..
Τούτο δε διότι οι ισχυρισμοί αυτοί με το πιο πάνω περιεχόμενο δεν προτάθηκαν με την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει τόσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, κα σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
ΙΙΙβ. Κατά το δεύτερο μέρος των λόγων αυτών, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των προαναφερομένων άρθρων 178,179 και 1782 Α.Κ με το να δεχθεί ότι η σύνταξη της επίδικης διαθήκης δεν ήταν αισχροκερδής ούτε αποτέλεσμα απειλών και εβιαστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των εναγομένων εις βάρος του κληρονομούμενου.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 178,179 και 1782 Α.Κ και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής που προεκτέθηκε, διέλαβε πλήρεις σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εγκυρότητας της πιο πάνω διαθήκης, η σύνταξη της οποίας δεν συνιστά προϊόν απειλής και εκβίασης εις βάρος του διαθέτη, εκ μέρους των κληρονομουμένων, ούτε και διαπιστώθηκε συμπεριφορά τόσο των εναγομένων όσο και του κληρονομουμένου αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν αυτοτελώς το αποδεικτικό της πόρισμα και το απορριπτικό διατακτικό της. Δεν συνιστά δε έλλειψη αιτιολογίας η επικαλούμενη ως προς το δυσανάλογο της αντιπαροχής καταλειπόμενο ποσό στην πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη των 17.870 ευρώ σε σχέση με την προσφερόμενη από αυτήν παροχή, ήτοι την επί δύο μήνες φροντίδα του κληρονομούμενου, καθόσον είναι πλήρεις οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι οι εναγόμενοι φρόντιζαν τον κληρονομούμενο και τον περιποιούντο και δεν διαπιστώθηκε ότι η διαθήκη ήταν προϊόν ψυχολογικής ή συναισθηματικής εξάρτησης, εξαναγασμού και απειλών.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.11 β' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη, την από 24.10.2018 ένορκη κατάθεση του αρχιμανδρίτη Κ.
Μ. ενώπιον του δόκιμου Ειρηνοδίκη ..., που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτής με τις προτάσεις της ίδιας (αιρεσείουσας) ενώπιον του Εφετείου, αφού δεν είχε προσκομίσει ούτε επικαλεσθεί την ένορκη αυτή βεβαίωση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι έγινε παραδεκτά επίκληση της εν λόγω ένορκης κατάθεσης στην από 14-1-2019 προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίσθηκε η από 24-10-2018 ένορκη εξέταση του αρχιμανδρίτη Κ.
από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα προς ανταπόδειξη των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων ότι ο θανών παρέδωσε την επίδικη διαθήκη στον ως άνω αρχιμανδρίτη. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), όπως και οι επικαλούμενες ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 4-8-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 285/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ. η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 2-9-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείβλητων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-8-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 285/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ