Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment on breach of contract and evidence issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a breach of contract and property sale. The appellants argued that the lower court erred in evaluating evidence and failed to order specific proofs, but the court found these claims baseless. The court ruled that the second instance judgment correctly relied on the evidence presented at the first instance trial and did not require a separate ruling on evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a second instance judgment is valid if it properly evaluates evidence presented at the first instance without requiring a separate ruling on evidence, and appeals based on alleged procedural omissions in this regard are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1326/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "RELIEF LAND ENTERPRISES LIMITED", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Τέκου.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΕΡΜΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ-ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΡΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριέττα Γεωργούλη.
Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής, τον λόγο έλαβε και η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27-4-2001 αγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 5802/2004 μη οριστική, 3012/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 407/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατά της 3012/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσιβλήτου, απαγγέλθηκε η διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή δικαιοπραξίας (πωλήσεως). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 15/12) β) επίκληση προθέσεως βλάβης (δια της μεταβιβάσεως) του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003, ΑΠ 661/2015).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/12, ΑΠ 1495/09). Τούτο όμως τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 998/2019, ΑΠ 935/2014, ΑΠ 880/10).
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 8, 14 ΚΠολΔ, συνδυαστικά αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έκρινε ορισμένη, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό τους που είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφεραν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου, την κατ' αυτών αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία ,αυτή, επικαλούμενη συνδρομή των από τις διατάξεις των άρθρων 939-942 ΑΚ προβλεπομένων προϋποθέσεων, ζήτησε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών των, με πρόθεση βλάβης αυτής (αναιρεσιβλήτου) γενομένων από τον πρώτο (αναρεσείοντα), προς τη δεύτερη (αναιρεσείουσα), η οποία τελούσε σε γνώση της παραπάνω προθέσεώς της, απαλλοτριώσεων των μοναδικών της περιουσιακών στοιχείων, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο του ένδικου ως άνω δικογράφου λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς και εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της αιτουμένης διαρρήξεως προϋποθέσεων, όσον αφορά, ειδικότερα, την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τόσο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης αυτών όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, λαμβάνοντας έτσι υπόψη και πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε κατ` εκτίμηση στην υπό κρίση αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, τα ακόλουθα : 'Οτι έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά της εταιρείας ''Ε. Σ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε'' ποσού 16.373.588 δραχμών ( ήδη 4.051,61 ευρώ ) πλέον τόκων και εξόδων, ως υπόλοιπο τιμήματος πώλησης εμπορευμάτων, τα οποία είχε πωλήσει και παραδώσει σ' αυτή.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) ως ομόρρυθμο μέλος αυτής, αν και γνώριζε ότι υφίστατο η παραπάνω οφειλή και ο ίδιος ενεχόταν προς εξόφλησή της, εις ολόκληρον μετά της ως άνω εταιρείας, μεταβίβασε, με αιτία την πώληση, δυνάμει των υπ` αριθμ. …/….-12-1997 και …/…-12-1997 συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, δύο ακίνητα, προς τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, η οποία εδρεύει στη … της …, αντί τιμήματος 99.569.373 και 125.946.504 δραχμών αντιστοίχως, όσο και η αντικειμενική τους αξία για το καθένα και το οποίο είναι το ήμισυ της πραγματικής αξίας αυτών αντιστοίχως.
Ότι, μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις, ο πρώτος εναγόμενος στερείται οιουδήποτε άλλου εμφανούς περιουσιακού στοιχείου, για την ικανοποίηση της απαίτησής της. Ότι τις ως άνω μεταβιβάσεις ενήργησε δολίως, προς βλάβη της, γεγονός, που γνώριζε, κατά την κατάρτιση των επιδίκων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία (δεύτερη αναιρεσείουσα), στην κυριότητα της οποίας και περιήλθαν τα ως άνω ακίνητα.
Ζήτησε δε η ενάγουσα, με βάση το ιστορικό αυτό, να διαρρηχθούν οι ως άνω δικαιοπραξίες, ως καταδολιευτικές και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την αναμεταβίβαση των ακινήτων στον αναιρεσείοντα, άλλως και σε περίπτωση αρνήσεώς της να θεωρηθεί ως γενομένη, κατ` άρθρο 949 KΠολΔ, με την τελεσιδικία της απόφασης.
Με βάση το ως άνω ιστορικό και αίτημα το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, περιέχουσα όλα τα αναγκαία κατ` άρθρο 216 παρ. 1 KΠολΔ για το ορισμένο του δικογράφου της στοιχεία και νόμιμη, ως προς το πρώτο αίτημά της, ακολούθως δε αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα ως προς το ορισμένο της αγωγής με αριθμό 3012/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκανε δεκτή την αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσία.
Ειδικότερα: στην υπό κρίση αγωγή, ειδικά ως προς το στοιχείο της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αναφέρεται η αξία αυτών κατά τον χρόνο κατάρτισης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, η οποία ανέρχεται στο ποσό της αντικειμενικής αυτών αξίας, όσο και η εμπορική αυτών αξία, η οποία ανέρχεται στο διπλάσιο της αντικειμενικής, κατά τον αυτό χρόνο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει του ότι ουδεμία διαφοροποίηση αναφέρεται ως προς αυτό, όπως κυριαρχικώς εκτίμησε το περιεχόμενο της αγωγής το Εφετείο.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή, α) δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να προταθούν (αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωθέντων) και β) ορθά δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως όφειλε κατά τους αναιρεσείοντες, με αποδοχή του περί αοριστίας της ισχυρισμού τους.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του KΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του KΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 KΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 KΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκα υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).
Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 KΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ` άρθρο 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 865/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, λόγο της αίτησης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 10 KΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Συγκεκριμένα ότι δέχτηκε ως αληθή τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι η αντικειμενική και εμπορική αξία των ακινήτων, είναι η αναφερόμενη ( μόνο διηγηματικώς ) στην ένδικη αγωγή, ακολούθως δε, θεώρησε ότι η αξία ισχύει και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αν και εκ μέρους τους αυτό αμφισβητήθηκε με σχετικό ισχυρισμό που προέβαλαν τόσο με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό αλλά και ενώπιον του Εφετείου με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους, α) χωρίς προηγούμενη απόφαση, στερώντας αυτούς από το κατ' άρθρον 345 δικαίωμά τους προς ανταπόδειξη, β) χωρίς την προσκόμιση αποδείξεων κατέληξε στην ανωτέρω κρίση και έτσι παρέβη θεμελιακή δικονομική αρχή καθόσον δεν απεφάνθη σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν στη δίκη, αφού θεώρησε ως αληθινά πράγματα, τα οποία δεν συνήγε από διεξαχθείσα στη δίκη απόδειξη.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτήν ρητή βεβαίωση ( 2η σελίδα του 5ου φύλλου ), " από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που δόθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 13ης Μαίου 2004, οι οποίες περιέχονται στα 5802/2004 πρακτικά συνεδρίασης του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, με τις προτάσεις τους της κατ' έφεση δίκης, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς ωστόσο κάποιο από αυτά να παραλειφθεί, κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο...".
Ειδικότερα δε ως προς το στοιχείο της αξίας των ακινήτων, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πραγματική εμπορική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατά τον χρόνο άσκησης αλλά και συζήτησης της αγωγής ( εν προκειμένω της πρώτης συζήτησης, κατά τη δικάσιμο στις 13-5-2004, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της, αλλά εξέδωσε μη οριστική απόφαση, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας, ( βλ.
ΑΠ 1061/2013 Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος ), ανερχόταν του μεν, υπό στοιχ. α' ακινήτου σε 199.138.746 δραχμές ( ήδη 584.413 ευρώ ), του δε υπό στοιχ. β', αφαιρουμένης της αξίας της επικαρπίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου, σε 251.893.008 δραχμές ( ήδη 739.231,13 ευρώ ), όπως εκθέτει στην αγωγή η ενάγουσα. Οι άνω αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν, ειδικά, από τους εναγομένους, αποδεικνύονται από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού δεν είναι σύνηθες ακίνητο ( το β' απαλλοτριωθέν ), αξίας 125.946.504 δραχμών, να εξασφαλίζει, σύμφωνα με τα εγγεγραμμένα επ' αυτού βάρη, απαιτήσεις άνω των 200.000.000 δραχμών ".
Επομένως το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω ουσιαστική του κρίση.
Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ειδικότερα και το περιεχόμενο των επί μέρους αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ως και οι επί μέρους σκέψεις του δικαστηρίου, βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση του. Επομένως δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και ο τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 6 του KΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 ν. 3994/2011, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, χωρίς να απαιτείται η έκδοση απόφασης περί αποδείξεων. Το ίδιο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 KΠολΔ. Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 KΠολΔ, επειδή το Εφετείο, που δίκασε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις, με την έκδοση προδικαστικής απόφασής του, επί του ως άνω αναφερόμενου θέματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 8-2-2019 αίτηση αναιρέσεως της 407/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο ( άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ( άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2019 αίτηση των 1) Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ Ο.Ε", με έδρα τον Πειραιά 2) Της εταιρείας με την επωνυμία "RELIEF LAND ENTERPRISES LIMITED", με έδρα τη Λευκωσία Κύπρου, για αναίρεση της 407/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ