Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment and allows appeal against non-appealable judgment regarding civil litigation costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the lower court's decision while allowing the municipality's request to annul the same decision. The appellants argued for the annulment of a judgment that had already been annulled by the Supreme Court in a previous instance. The court ruled that the appellants' appeal was without object because the primary basis of the lawsuit had been definitively declared unlawful, necessitating the retention of the case for a new trial on the appeal. Conversely, the municipality's appeal was allowed because it targeted a specific, non-appealable portion of the judgment regarding default interest, which the court annulled and ordered the appellants to pay the municipality's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; When an appealable judgment is annulled, the case is retained for a new trial if the primary basis of the lawsuit has been definitively declared unlawful, and appeals against non-appealable portions are allowed if they target specific legal errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1326/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
(Α)Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Π., κατοίκου ... Μεσσηνίας, 2) Ε. Ρ. του Ν., κατοίκου ... Καλαμάτας, 3) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ... Μεσσηνίας, 4) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ... Μεσσηνίας και 5) Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ... Μεσσηνίας, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινας Μεταξά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλαμάτα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Δημητρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
(Β) Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλαμάτα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Δημητρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Β. του Π., κατοίκου ... Μεσσηνίας, 2) Ε. Ρ. του Ν., κατοίκου ... Καλαμάτας, 3) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ... Μεσσηνίας, 4) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ... Μεσσηνίας και 5) Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ... Μεσσηνίας, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινας Μεταξά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-05-2010 αγωγή των ήδη (Α)αναιρεσειόντων-(Β) αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 59/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 49/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το (Β) αναιρεσείον-(Α) αναιρεσίβλητο με την από 23-12-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 941/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση από άλλο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 6/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεσή της ζητούν οι (Α) αναιρεσείοντες με την από 12-09-2018 αίτησή τους και το (Β) αναιρεσείον με την από 12-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Η πληρεξούσια των (Α) αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των (Β) αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από α) 12-09-2018 και με αριθμό κατάθεσης 30/2018 και β) 12-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 31/2018 αιτήσεις αναίρεσης κατά της 6/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 573, 246 ΚΠολΔ).
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες-αναιρεσίβλητες άσκησαν κατά του (πρώην) Δήμου Άριος και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας την από 20-05-2010 και υπ'αριθμ. καταθ. 125/31-5-2010 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο Δήμο δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας, στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage), που υπεγράφησαν μεταξύ των ιδίων αφενός και του εναγομένου Δήμου και του ΟΑΕΔ αφετέρου, οι μεν πρώτη και δεύτερη εξ αυτών από 01-12-2007 μέχρι 31-05-2009 και κατόπιν παράτασης της διάρκειας του προγράμματος από 01-06-2009 έως 31-05-2010, οι δε τρίτη και τέταρτη εξ αυτών από 11-12-2007 μέχρι 11-06-2009 και κατόπιν της ως άνω παράτασης από 12-06-2009 μέχρι 11-06-2010, ενώ η πέμπτη εξ αυτών από 02-01-2008 έως 02-07-2009 και ακολούθως από 02-07-2009 έως 01-07-2010.
Ότι στα πλαίσια των ως άνω συμφωνητικών παρείχαν στον εναγόμενο, από τη θέση στην οποία η καθεμία εξ αυτών τοποθετήθηκε τις υπηρεσίες τους, εργαζόμενες καθημερινά, κατά πλήρες ωράριο, υπό τις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο των προϊσταμένων τους, με αποτέλεσμα η παρεχόμενη από αυτές εργασία να φέρει εξ αρχής όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (χρόνος και τόπος εργασίας, συγκεκριμένα καθήκοντα), καθώς με αυτή εξυπηρετήθηκαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δήμου.
Ζήτησαν δε, μετά τον νόμιμο περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι ο Δήμος Άριος οφείλει να καταβάλει σε αυτές τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή για κάθε μία χρηματικά ποσά, σύμφωνα με τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, που καθορίζουν τους όρους αμοιβής του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ, τα οποία ανάγονται σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, καθώς η αμοιβή που τους καταβαλλόταν καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς τους ανερχόταν στο ποσό των 30 € ημερησίως για τις δύο πρώτες εξ αυτών και στο ποσό των 25 € ημερησίως για τις λοιπές, ενώ ουδέποτε κατέβαλε επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές μη ληφθείσης άδειας, με τον εκάστοτε ισχύοντα μεταξύ ιδιωτών τόκο υπερημερίας, από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της.
αγωγής, λόγω της ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως, για την περίπτωση ακυρότητας της μεταξύ τους σύμβασης, αν ήθελε θεωρηθεί ότι μεταξύ αυτών και του εναγομένου υπήρξε απλή σχέση εργασίας, να αναγνωρισθεί ότι έχει την υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε από την παροχή της εργασίας τους, συνισταμένη στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους που το εναγόμενο θα απασχολούσε με τα ίδια προσόντα, τους οποίους θα προσλάμβανε με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για την άσκηση των ίδιων καθηκόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Επί της άνω αγωγής, ερήμην του τότε Δήμου Άριος (εναγόμενου), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 59/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας (διαδικασία εργατικών διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο (πρώην) Δήμος Άριος οφείλει να καταβάλλει στις ενάγουσες νομιμοτόκως τα ποσά των 26.991,55 ευρώ, 25.394,05 ευρώ, 23.787,30 ευρώ, 25.517,30 ευρώ και 25.882,45 ευρώ, αντίστοιχα.
Κατά της άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας: α) Ο Δήμος Καλαμάτας, ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως στη θέση του καταργηθέντος Δήμου Άριος, ως καθολικός διάδοχος αυτού, άσκησε την από 07-06-2011 και υπ' αριθμ. καταθ. 87/2011 έφεσή του, με την οποία προσέβαλε αυτή κατά τα μέρη και κεφάλαια που έγινε δεκτή η αγωγή και β) Οι ενάγουσες άσκησαν δια των ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας κατατεθεισών προτάσεών τους αντέφεση ως προς τα απορριφθέντα κεφάλαια της αγωγής τους των διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την υπ' αριθμ. 49/2013 απόφασή του, δίκασε επί των άνω εφέσεως και αντεφέσεως, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 59/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δίκασε την από 20-05-2010 αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και αναγνώρισε την υποχρέωση του Δήμου Καλαμάτας να καταβάλει σε κάθε μία από τις ενάγουσες τα ποσά των 29.921,00 ευρώ, 28.110,00 ευρώ, 26.382,00 ευρώ, 28.325,00 ευρώ και 28.794,00 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο.
Κατά της υπ' αριθμ. 49/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ο Δήμος Καλαμάτας άσκησε την από 27-12-2013 και υπ' αριθμ. καταθ. 13/2013 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 941/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 49/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς την κύρια βάση της και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε από τον Άρειο Πάγο η υπόθεση, δίκασε την έφεση του Δήμου Καλαμάτας και την αντέφεση των εναγουσών κατά της υπ' αριθμ. 59/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, έγινε δεκτή η έφεση του Δήμου Καλαμάτας, απορρίφθηκε η αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως μη νόμιμη, και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο μόνο ως προς την μη εξετασθείσα από αυτό επικουρική βάση της αγωγής, που στηριζόταν στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017).
4. Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχει το στοιχείο της παροχής εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο εργαζόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μόνο αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ, που προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, η οποία δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Επίσης, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στο μαθητευόμενο μισθό κατώτερο από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευσή του.
Τέλος, οι συμβληθέντες με γνήσια σύμβαση μαθητείας δεν δικαιούνται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ούτε δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας που δικαιούνται εκ του νόμου οι συνδεόμενοι με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1213/2019, ΑΠ 1482/2019, ΑΠ 1395/2019, ΑΠ 1256/2018, ΑΠ 1472/2018).
5. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 6/2018 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, που παραπέμφθηκε ενώπιόν του:
Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 31220/17- 7- 2007 (ΦΕΚ 1399/Β/6-8-2007) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2041/26-6-207 απόφαση του ΔΣ Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) 8000 ανέργων ηλικίας 22-40 ετών σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ά και Β' βαθμού διάρκειας 18 μηνών, διαιρούμενο σε δυο φάσεις της πρώτης διάρκειας 1 μηνός, με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και της δεύτερης διάρκειας 17 μηνών, που αφορούν τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι η χρηματοδότηση του προγράμματος σύμφωνα με την ως άνω ΚΥΑ θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ. Ότι στα πλαίσια της ως άνω ΚΥΑ καταρτίστηκαν μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγομένου Δήμου Άριος αφενός και των εναγουσών αφετέρου συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' Βαθμού συνολικής διάρκειας 18 μηνών, με ισχύ για μεν τις α' και β' των εναγουσών από 01-12-2007 έως 31-05-2009, για δε τις γ' και δ' ενάγουσες από 11-12-2007 έως 11-06-2009, ενώ για την ε' ενάγουσα από 02-01-2008 έως 02-06-2009.
Ότι κατά τα συμφωνητικά αυτά το μεν εναγόμενο - "φορέας υλοποίησης" - ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τις ενάγουσες σε συγκεκριμένη θέση για χρονικό διάστημα 18 μηνών, ενώ οι ενάγουσες αποδέχθηκαν την τοποθέτηση τους στη θέση αυτή και ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη φάση του προγράμματος απασχολούμενες επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως.
Ότι ο υπεύθυνος φορέας (ΟΑΕΔ) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στις ενάγουσες για κάθε ημέρα, που θα απασχολούνταν στο φορέα υλοποίησης- εναγόμενο και όχι πλέον των 22 ημερών, το μήνα, το ποσό των 30 ευρώ μικτά, εφόσον αυτές ήταν κάτοχοι πτυχίων ΑΕΙ-ΤΕΙ ή ισότιμου τίτλου αποδοχών, ή το ποσό των 25 ευρώ μικτά, εφόσον αυτές ήταν απόφοιτοι TEA, ΕΠΑ, TEE Β' κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή ισότιμου τίτλου σπουδών. Ότι με την υπ' αριθμ. 17948/540/8-7-2009 ΚΥΑ των ως άνω υπουργών (ΦΕΚ 1516/Β/ 24-7-2009), που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2425/20/19-5-2009 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, η διάρκεια του ως άνω προγράμματος παρατάθηκε για 12 ακόμη μήνες μετά το πέρας των 18 μηνών, έτσι ώστε η διάρκεια όλων των συμφωνητικών συνεργασίας, που είχαν υπογράψει για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, ακόμη και αυτών των οποίων η διάρκεια των 18 μηνών είχε λήξει πριν την δημοσίευση της τροποποιητικής αυτής ΚΥΑ, να παραταθεί για 12 επιπλέον μήνες.
Ότι, κατόπιν τούτου, η ισχύς των παραπάνω συμφωνητικών συνεργασίας των εναγουσών μετά τη λήξη τους παρατάθηκε έως τις 31-05-2010 για τις α' και β' των εναγουσών, έως την 11-06-2010 για την γ' ενάγουσα και έως τις 02-07-2010 για την δ' ενάγουσα. Ότι αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί η μεν πρώτη στο τμήμα οικονομικών υπηρεσιών, οι δε λοιπές στο διοικητικό τομέα, παρείχαν ανελλιπώς και πραγματικά τις υπηρεσίες τους καθόλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο από τη θέση, που η κάθε μία τοποθετήθηκε, απασχολούμενες σε αυτόν 7 ώρες ημερησίως.
Ότι, όπως ήδη έχει λεχθεί, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας που είχαν υπογράψει, ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, σύμφωνα με τις οποίες και τις παρεχόμενες από τις ενάγουσες υπηρεσίες, είχαν προσληφθεί ως μαθητευόμενες, με σκοπό την απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης και εργασιακής εμπειρίας, στα πλαίσια του άνω αναφερομένου εκπαιδευτικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού.
Ότι επί των ως άνω συμβάσεων δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο και την καταβολή δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας.
Ότι επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι επίδικες συμβάσεις των εναγουσών είχαν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (17-04-2001) και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, και ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να αποδώσει στις εναγόμενες, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την παροχή της εργασίας τους, συνισταμένη στην αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα, τους οποίους θα προσλάμβανε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας για την άσκηση των ιδίων καθηκόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Η ωφέλεια δε αυτή, αποτιμώμενη, συνίσταται στο μισθό, που θα κατέβαλε ο εργοδότης, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως εργασίας σε άλλον μισθωτό, του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία, υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις, που θα εδικαιούτο αυτός, αν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαίτερων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του εργαζομένου, που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως.
Ότι η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες ΣΣΕ και ΔΑ, ενώ ο εργαζόμενος σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δικαιούται ευθέως από το νόμο και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας και τα επιδόματα των εορτών.
Ότι, επομένως, οι ενάγουσες δικαιούνται τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών, καθώς και τα οφειλόμενα ποσά για επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές μη ληφθείσης αδείας, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας των συμβάσεών τους, καθώς αυτές αμείβονταν από το εναγόμενο σε όλη τη διάρκεια του ανωτέρω χρονικού διαστήματος με το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως η α', ως κάτοχος πτυχίου ΤΕΙ και 25 ευρώ ημερησίως οι λοιπές. Ότι στην πρώτη και στη δεύτερη ενάγουσα οφείλονται συνολικά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας 25.394,05 ευρώ στην κάθε μία, στην τρίτη, την τέταρτη και την πέμπτη ενάγουσα συνολικά από 23.787,30 ευρώ στην κάθε μία. Τα ποσά αυτά, ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την 59/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, αναγνώρισε ότι οφείλονται σε κάθε ενάγουσα.
6. Με την κρίση του αυτή το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, εφόσον υπήγαγε ως προς τις συνθήκες πρόσληψης και απασχόλησης των εναγουσών στην υπηρεσία του εναγομένου Δήμου στη νομική έννοια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας, στην οποία δεν δημιουργούνται υπέρ του μαθητευόμενου αξιώσεις από την εργατική νομοθεσία, αλλά ούτε και από τον αδικιαιολόγητο πλουτισμό, εσφαλμένα στη συνέχεια δέχθηκε κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ότι υφίσταται απλή σχέση εργασίας μεταξύ των διαδίκων (παρά την ανωτέρω παραδοχή ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση μαθητείας) και έτσι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 904 του ΑΚ και 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 και επιδίκασε στις ενάγουσες τα πιο πάνω ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αφού αυτές δεν δικαιούνται άλλα ποσά, πλην των ανωτέρω συμφωνηθέντων, αναλόγως των τυπικών προσόντων τους, ποσών των 25 και 30 ευρώ ως ημερήσια αποζημίωση.
Συνεπώς, η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο συναφής μ' αυτήν μόνος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του εναγομένου Δήμου, είναι βάσιμος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει της υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση."
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου Δήμου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση ως προς την κύρια βάση της αγωγής, η οποία είχε κριθεί βάσιμη κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών Δήμος επεδίωκε την απόρριψή της, κατά το μέρος που έγινε δεκτή.
Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η κύρια βάση της αγωγής έχει κριθεί αμετάκλητα ως μη νόμιμη. Επομένως, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της, που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη στο σύνολο της, δηλαδή και κατά την μη εξετασθείσα πρωτοδίκως επικουρική της βάση, με την οποία επιχειρείται στήριξη της στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Εξάλλου, όσον αφορά την από 12-09-2018 αναίρεση των εναγουσών, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο των τόκων υπερημερίας, ενόψει της αναίρεσης αυτής στο σύνολό της καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου η έρευνα της βασιμότητας των λόγων της και πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέρος του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3463/2010.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες της από 12-12-2018 αναίρεσης στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα επίσης κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν.3463/2006 , σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-09-2018 αίτηση των Δ. Β., Ε. Ρ., Ε. Ν., Ε. Π. και Κ. Χ. για αναίρεση της 6/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Δέχεται την από 12-10-2018 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Καλαμάτας κατά της 6/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της εφέσεως. Δέχεται αυτή.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Απορρίπτει την ένδικη, από 20-5-2010 και με αριθμό κατάθεσης 125/2010, αγωγή.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα Δήμο εξακόσια (600) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ