Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling administrative preconditions were met and appeal inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Chamber's decision regarding a public construction contract dispute. The appellant argued the lower court failed to examine specific procedural requirements and misidentified the enforceable administrative act. The court ruled that the appellant had already satisfied the mandatory administrative preconditions and that the appeal lacked a valid legal basis for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12, 13 of Law 1418/1984; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Administrative preconditions for public works appeals are substantive law; appeals against decisions rejecting claims as vague or illegal are inadmissible without factual review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1326/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε., που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καλλιέρου.
Των αναιρεσιβλήτων: κοινοπραξίας με την επωνυμία ... Α.Ε. που .... ... Πολεοδομική ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, ως και των επιμέρους μελών αυτής 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ... Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Λιαροστάθη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 19/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 12-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 2ου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ρυθμίζουσες την ακολουθητέα προδικασία διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1, 3 του ν. 1418/1984, όπως κωδικοποιήθηκαν με το άρθρα 76 και 77 του ν. 3669/2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" (ΦΕΚ Α 116), παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ενώπιον του Εφετείου φέρεται η προκαλούμενη διαφορά από πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας εκτελούμενου δημόσιου έργου και της Προϊσταμένης Αρχής, που προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, με προσφυγή του τελευταίου, αφού προηγουμένως τηρηθεί η διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία, δηλαδή, αφού ασκηθούν, επί ποινή απαραδέκτου, τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές δύο επάλληλα ενδικοφανή μέσα της ενστάσεως και της αιτήσεως θεραπείας (ΑΠ 653/2010).
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διατάξεως του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναιρέσεως, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΑΠ 903/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διατύπωσε εσφαλμένα τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του και συγκεκριμένα ότι, απορρίπτοντας τα προδικαστικά αιτήματα της αναδόχου κοινοπραξίας με το σκεπτικό ότι η επίδικη εργολαβική σύμβαση, στην οποία εφαρμόζεται η νομοθεσία περί δημοσίων έργων, είναι ιδιωτική, οπότε δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, έκρινε α) ότι το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον αυτών είναι πάντοτε αγωγή με αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό οφειλής και παρεμπιπτόντως ακυρότητας ή ακυρωσίας κατά το αστικό δίκαιο πράξεων του εργοδότη σχετικών με την επίμαχη οφειλή και β) ότι ενδεχόμενη απόφαση της διοικήσεως επί σχετικής αιτήσεως θεραπείας εξετάζεται παρεμπιπτόντως ως προς το κύρος της (ως διοικητική πράξη) από τα πολιτικά δικαστήρια.
Με τον τρόπο αυτό, όπως ισχυρίζεται, προσέδωσε στους κανόνες δικαίου των άρθρων 12 και 13 §§ 1 και 3 του Ν.1418/1984 έννοια διαφορετική από την αληθή, ήτοι ότι δεν απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου τήρηση προδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής στο εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έννοια της διατάξεως του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του δεν ιδρύει, αυτή και μόνη, σχετικό λόγο αναιρέσεως, αν δεν συνέχεται με την ουσιαστική του κρίση, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού διαπιστώνεται ότι το Εφετείο, ερευνώντας την ουσία της υποθέσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάνθηκε ότι έχει τηρηθεί η ενδικοφανής προδικασία των άρθρων 76-77 του ως άνω κωδικοποιημένου νόμου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος, αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογία σχετικά με το εάν επιδόθηκε στον Υπουργό Υποδομών αντίγραφο του αποδεικτικού εμπρόθεσμης επίδοσης της αίτησης θεραπείας προς την αναιρεσίβλητη, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 76 §§ 9 και 10 του Ν. 3669/2008 και επομένως δεν αποφάνθηκε ως προς το κύρος της αιτήσεως θεραπείας, ζήτημα που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος ως προς το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο πριν χωρήσει στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, εξέτασε την κατά νόμο τήρηση όλων των σταδίων της ενδικοφανούς προδικασίας δεχόμενο ότι "η ενδικοφανής προδικασία των άρθρων 76-77 του ν. 3669/2008 έχει τηρηθεί όσον αφορά τα προσήκοντα σε προσφυγή αιτήματα, που αφορούν τις προσβαλλόμενες φερόμενες ως βλαπτικές για την προσφεύγουσα πράξεις και τεκμαιρόμενες δια παραλείψεως αποφάσεις ...", σαφώς δέχθηκε ότι τηρήθηκε και η ως άνω προϋπόθεση.
Κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η μόνη παραδεκτά προσβλητέα με προσφυγή εκτελεστή πράξη ήταν ο 2ος ΑΠΕ και το 1ο ΠΚ ΤΜΝΕ, τα οποία η αναιρεσίβλητη υπέγραψε χωρίς επιφύλαξη, και ότι το έγγραφο επιστολή της Διευθύνουσας υπηρεσίας της, το οποίο στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, γεγονός που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, πλην όμως παρέλειψε να κηρύξει άκυρη την προσφυγή.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν συνδέεται με αποδεικτικό επί της ουσίας πόρισμα, σε κάθε περίπτωση δε και αν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο διότι δεν περιλαμβάνεται στους επιτρεπόμενους από το άρθρο 77 παρ. 6 του ν. 3669/2008 αναιρετικούς λόγους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ε.ΥΔ.Α.Π. ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2013 αποφάσεως του |Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ