Legislator Case Law & Legislation
1326/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to prove installment payments as required by contract terms.

Case Number 1326/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's eviction order, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court erred by rejecting evidence of partial payment of the property price, which was contractually required to be proven only by written receipts or bank deposits. The court found the lower court violated procedural rules regarding burden of proof and the evidentiary weight of the contract, ruling that the appellant failed to meet the specific evidentiary requirements set by the agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 516, 523, 527, 441, 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must examine new substantive claims raised by the appellant in the appeal if they were not presented at the first instance, provided they are relevant to the dispute, and the lower court cannot arbitrarily shift the burden of proof regarding contract terms without justification.

Keywords

AI generated
appeal admissibility burden of proof contractual evidence installment payments eviction proceedings Code of Civil Procedure retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Articles 516, 523, 527 of the Code of Civil Procedure
Article 441 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1326 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1326/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία- Ελένη Σαρρή -Κεραμέως.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. θυγ. Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8874/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1012/2005, 1011/2006 μη οριστικές και 1217/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων και εκδόθηκε η 329/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο εξέδωσε την 387/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή α) του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του και β) του τετάρτου λόγου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 516, 523 και 527 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο πρωτοδίκως νικήσας ενάγων δικαιούται, ως εφεσίβλητος, να προβάλει στην κατ' έφεση δίκη πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως.

Πλην όμως, την ευχέρεια αυτήν έχει, όταν προβάλλει τούτους κατά την πρώτη συζήτηση της εφέσεως, δεν δύναται δε να προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς σε μεταγενέστερες συζητήσεις, οι οποίες γίνονται κατόπιν αποφάσεως η οποία εκδίδεται από το Εφετείο επί της εφέσεως και με την οποία τάσσονται αποδείξεις, αδιαφόρως εξαφανίσεως ή μη της πρωτόδικης αποφάσεως, καθόσον διαφορετικά, η εφαρμογή της ως άνω αρχής θα εξηρτάτο από το τυχαίο περιστατικό της εξαφανίσεως της εκκαλουμένης όταν τάσσονται αποδείξεις, δεδομένου ότι, όταν το Εφετείο τάσσσει αποδείξεις, μπορεί να μην εξαφανίσει την εκκαλουμένη.

Στις μεταγενέστερες της πρώτης συζητήσεις επί της εφέσεως, μπορεί ο εφεσίβλητος να προβάλει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, μόνον εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κοινά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., άν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πρίν από την αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πρίν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Το στάδιο από το οποίο αρχίζει η διαδικασία αυτή προσδιορίζεται από την ως άνω διάταξη. Κατ' αρχήν δηλαδή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς στην κατά τον χρόνο της τελευταίας συζητήσεως υπάρχουσα κατάσταση. Η πριν από την αναιρεθείσα απόφαση διαδικασία ενώπιον του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Επομένως, από τον προσδιορισμό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση του σημείου εκκινήσεως της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής καθορίζονται και οι δικονομικές δυνατότητες αφ' ενός των διαδίκων (π.χ. για την προβολή νέων ισχυρισμών, την διεξαγωγή νέων αποδείξεων, την άσκηση αντεφέσεως κ.ο.κ.) και αφ' ετέρου του δικαστηρίου.

Η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών, ως και η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδείξεων κρίνονται κατά τις γενικές διατάξεις περί εφέσεως (άρθρα 527 και 529 Κ.Πολ.Δ.). Το ίδιο ισχύει και για την προβολή προσθέτων λόγων εφέσεως και για την άσκηση αντεφέσεως, εφόσον η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής συζήτηση είναι η πρώτη και υπάρχει η νόμιμη προθεσμία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα νομίμως επισκοπούμενα δικόγραφα, ήτοι την αγωγή της αναιρεσίβλητης και τις επ' αυτής εκδοθείσες αποφάσεις του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη 'άσκησε κατά του αναιρεσείοντος, πρώην συζύγου της, αγωγή περί συμμετοχής στα αποκτήματα.

Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, πλήν των άλλων, α') ότι η συμβολή της εναγούσης στην επαύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου των ήτο, σε ποσοστό, κατώτερη του 1/3, β') ότι για την απόκτηση ενός συγκεκριμένου ακινήτου του ώφειλε υπόλοιπο τιμήματος από 25.620.256 δρχ. Και γ') ότι ο ίδιος είχε συμβάλει στην επαύξηση της περιουσίας της εναγούσης τουλάχιστον κατά το 1/3, ότι ως εκ τούτου είχε ανταπαίτηση κατά της εναγούσης και ζητούσε να συμψηφισθούν οι εκατέρωθεν απαιτήσεις.

Επί της αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθ. 8874/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, η οποία απέρριψε τις ενστάσεις του εναγομένου και δέχθηκε μερικώς την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι έφεση και εξεδόθησαν από το Εφετείο Θεσ/νίκης α') οι μη οριστικές υπ' αριθ. 1018/2005 και 1011/2006 αποφάσεις, με τις οποίες ετάχθησαν αποδείξεις (πραγματογνωμοσύνη και εξέταση μαρτύρων αντιστοίχως) και β') η υπ' αριθ. 1217/2007 οριστική απόφαση, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή, αφού 1) αναγνωρίσθηκε η συμβολή της εναγούσης σε ποσοστό 1/4 και του εναγομένου σε ποσοστό 1/5 στην επαύξηση της περιουσίας των εκατέρωθεν και 2) έγινε δεκτή η ένσταση συμψηφισμού του εναγομένου και αναγνωρίσθηκε υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην ενάγουσα 243.387 €.

Την απόφαση αυτήν ο εναγόμενος προσέβαλε με αίτηση αναιρέσεως και εξεδόθη η υπ' αριθ. 329/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποίαν αναιρέθηκε, ρητώς, μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου, επειδή: 1) συμπεριέλαβε στην περιουσία του εναγομένου- αναιρεσείοντος και ακίνητο, το οποίο δεν είχε συμπεριλάβει στην αγωγή της η αναιρεσίβλητη, 2) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του παθητικού της περιουσίας του (25.620.255 δρχ.) και 3) δέχθηκε συμβολή του εναγομένου στα αποκτήματα της εναγούσης σε ποσοστό 1/5 και συμψηφισμό του ανάλογου ποσού, ενώ η ενάγουσα δεν είχε υποβάλει σχετική ένσταση, με την οποία να ισχυρίζεται, ότι η συμβολή του εναγομένου στην δημιουργία της περιουσίας της ήτο κάτω του 1/3.

Η υπόθεση επανήλθε προς εκδίκαση στο Εφετείο Θεσ/νίκης, το οποίο με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του (387/2011): 1) Εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, 2) απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί του χρέους των 25.620.255 δρχ. κατ' ουσίαν, καίτοι εδέχθη ότι τούτο προκύπτει από συμβόλαιο, 3) δέχθηκε ένσταση προβληθείσαν το πρώτον από την ενάγουσα στο παρόν στάδιο, περί συμμετοχής του εναγομένου στην δημιουργία των αποκτημάτων της σε ποσοστό μικρότερο του 1/3, ήτοι 1/5 και 4) δέχθηκε μερικώς την αγωγή και ανεγνώρισε, ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα 215.887,75 €.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο έκρινε δεκτή την ένσταση της εναγούσης- αναιρεσίβλητης περί μικρότερης του 1/3 συμμετοχής του εναγομένου- αναιρεσείοντος στην δημιουργία των αποκτημάτων εκείνης, την οποία η τελευταία επρότεινε για πρώτη φορά στο Εφετείο κατά την εν λόγω συζήτηση και ενώ είχε προηγηθεί η έκδοση δύο μη οριστικών αποφάσεων, οι οποίες δεν ανηρέθησαν, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι του αριθμού 8 ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και κατά τον αριθμό 13 του ιδίου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 441 Κ.Πολ.Δ., "1. Τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. 2. Όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 ισχύουν και για όσα αναφέρονται αφηγηματικά στο έγγραφο, εφόσον έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του εγγράφου.

Όσα δεν έχουν άμεση σχέση θεωρούνται ως αρχή έγγραφης απόδειξης". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: " Ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με την από 8/7/2004 έφεση του, ισχυρίζεται ότι, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, όφειλε ως υπόλοιπο τιμήματος, καταβαλλομένου σε δόσεις, για την αγορά του διαμερίσματος της οικοδομής επί των οδών ..., στον πωλητή - εργολάβο αυτού, το ποσό των 25.620.256 δραχμών, το οποίο συνεπώς πρέπει να αφαιρεθεί από την, κατά τον ίδιο χρόνο, υφιστάμενη περιουσία του.

Προς επίρρωση αυτού προσκομίζει αντίγραφο της .../21-12-1992 συμβολαίου αγοράς του ακινήτου, σύμφωνα με όρο του ποίου, το από 36.000.000 δραχμές υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος [Μέρος του οποίου αποτελεί το προαναφερόμενο ποσό], συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον -εναγόμενο στην πωλήτρια εργολάβο εταιρία " Ι.

Κ. ΚΑΙ Σία Ο.Ε.", σε 18 ετήσιες δόσεις των 2.000.000 δραχμών καθεμιάς, της πρώτης καταβλητέας στις 20 Δεκεμβρίου 1993, των δε υπολοίπων, των εν συνεχεία κατά σειρά ετών, κατά την ίδια ημερομηνία και ποσό 1.620.256 δραχμών στις 20 Δεκεμβρίου 2011. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν ευρίσκει κάποιο αξιόλογο και πειστικό έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό και είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι, σύμφωνα με όρο του ίδιου συμβολαίου, η καταβολή των άνω δόσεων συμφωνήθηκε να αποδεικνύεται μόνο με έγγραφες αποδείξεις υπογεγραμμένες από την πωλήτρια εργολάβο εταιρία, ή με παρακατάθεση των αντίστοιχων ποσών αυτών [δόσεων] στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου.

Τέτοιες όμως αποδείξεις ούτε επικαλείται ότι κατέχει, ούτε προσκομίζει ο εναγόμενος, προς απόδειξη της τήρησης του άνω όρου, περί τμηματικής καταβολής της οφειλής, που ασφαλώς θα υπήρχαν. σε περίπτωση τέτοιας καταβολής, η οποία [τήρηση όρου] άλλωστε δεν δικαιολογείται από την πολύ καλή οικονομική κατάσταση του εναγομένου, ενώ εξάλλου- κανένας από τους μάρτυρες ανταπόδειξης που εξετάστηκαν δεν κατέθεσε κάτι σχετικό".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., αφού το αναφερόμενο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 441 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι πάντων, ακόμη και για τα αναφερόμενα σε αυτό σχετικά με την εξόφληση με δόσεις του τιμήματος, καθόσον και το τμήμα αυτό της συμβάσεως έχει άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του συμβολαίου, το δε δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν, χωρίς να αποδείξει την αναλήθεια των διαλαμβανομένων στο συμβόλαιο ανταποδεικτικώς η αναιρεσίβλητη και με την αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την εξόφληση των δόσεων του τιμήματος, επιρρίψαν έτσι το βάρος της αποδείξεως για την αλήθεια του περιεχομένου του συμβολαίου στον αναιρεσείοντα.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος είναι βάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει, κατά παραδοχήν α') του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του και β') του τετάρτου λόγου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης ως εκ τούτου της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 387/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ