Supreme Court dismisses appeal against judgment for unjust enrichment due to missing legal elements and lack of direct transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second instance judgment regarding a claim for unjust enrichment. The appellant argued that the lower court misinterpreted the law by failing to consider forged checks and the lack of a commercial transaction, asserting that no legal cause existed for the payment. The court rejected these arguments, ruling that the appeal failed to establish the necessary legal prerequisites for unjust enrichment, specifically the absence of a direct transfer of assets and the lack of a valid contractual or tortious basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 et seq. of the Civil Code; The claim for unjust enrichment requires a direct transfer of assets without legal cause, which is absent when the transferor retains the right to claim restitution or when the underlying transaction is invalid due to forgery or lack of commercial connection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1326/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπακογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Ε. Λ. του Λ., κατοίκου .... Ο πρώτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-1-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από την με αριθμό 11612/26.4.2010 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άμφισσας ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω απ' αυτήν πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο Τμήμα η δικάσιμος που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας και ο Εισηγητής - Δικαστής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004).
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (Ολ.ΑΠ 294/1981).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν υπάρχουν νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της έννοιας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997) ή όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999).
Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ βλ. και ΑΠ 59/1994, ΑΠ 59/1994, ΑΠ 324/1995) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων αναιρεσείων εκθέτει ότι: α) το έτος 1996, εξέδωσε δύο επιταγές ευκολίας, τις οποίες ο ίδιος υπέγραψε και συμπληρώθηκαν η μεν πρώτη, ως προς το ποσό (αριθμητικώς και ολογράφως) ως προς την ημερομηνία (30-10-96) και τον λήπτη (Ν.
Μ.-πρώτο αναιρεσίβλητο) από τον Ν. Μ. ο οποίος τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ε. Λ. (δεύτερο εναγόμενο-δεύτερο αναιρεσίβλητο) και αυτός στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΛΑΣΤΙΚΩΝ Α.Ε. ΠΕΤΖΕΤΑΚΗΣ Α.Ε." και η δεύτερη ως προς το ποσό (αριθμητικώς και ολογράφως) και την ημερομηνία από τον πιο πάνω δεύτερο εναγόμενο.
Ο τελευταίος, στη συνέχεια, πλαστογράφησε την υπογραφή του ενάγοντος στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης και την μεταβίβασε στην ίδια εταιρεία β) η εταιρεία αυτή εμφάνισε τις επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή εμπρόθεσμα, αλλά αυτές δεν πληρώθηκαν, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια γ) μετά από έκδοση δικαστικής απόφασης, ο ενάγων υποχρεώθηκε ως εκδότης των επιταγών να καταβάλει στην κομίστρια τα ποσά των πιο πάνω επιταγών αχρεωστήτως, μετά την έκδοση σε βάρος του σχετικής τελεσίδικης απόφασης.
Ζήτησε δε να του καταβληθεί από τους εναγόμενους-αναιρεσίβλητους το παραπάνω ποσό κατά το οποίο αυτοί έγιναν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι, σε βάρος του. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, πλην άλλων, ότι δεν υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό υπέρ του αναιρεσείοντος στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 60 του ν.5960/1933, εφ' όσον δεν μνημονεύεται στην αγωγή, αν ο ενάγων μπορούσε να ικανοποιηθεί με βάση την υποκειμενική σχέση που τον συνδέει με κάποιον "...
από τους εκ της επιταγής υπευθύνους ...". Ο αναιρεσείων, προβάλλει, ήδη, ότι ουδέν σχετικό διέλαβε στην αγωγή του, και κακώς, το Εφετείο, ερεύνησε την πιο πάνω βάση της αγωγής, κρίνοντας, έτσι, για "πράγματα", τα οποία δεν προτάθηκαν. Όμως σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν, δεν πρόκειται πράγματι για λήψη υπόψη μη προταθέντων "πραγμάτων", όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά το δικαστήριο κρίνοντας την νομική βασιμότητα της αγωγής, υπήγαγε, πλήν άλλων, τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στην αγωγή σε διάφορο κανόνα δικαίου από εκείνο που έκρινε ο ενάγων, ως άλλωστε, εδικαιούτο να πράξει.
Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία η κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτήν (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2007).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1439/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της 2) η νομική κρίση της προβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής, και 3) το ερμηνευτικό η υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται, να αναφέρονται με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005). Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος.
Επί επιταγής η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πάντως, είναι επικουρική απέναντι στην απαίτηση του κομιστή από τη βασική σχέση. Η προϋπόθεση αυτή, μάλιστα, πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Δηλαδή, όταν υπάρχει ιδρυόμενη από το νόμο, ευθύνη, όπως εκείνη από αδικοπραξία, αποκλείεται να συντρέχει και ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 907/2003).
Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας την νομική βασιμότητα της αγωγής, διέλαβε τα ακόλουθα: "κατά τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α ΑΚ οι προϋποθέσεις της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: η πραγματοποίηση πλουτισμού του λήπτη, η επέλευση αυτού από την περιουσία ή σε βάρος άλλου, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, δηλαδή η έλλειψη νόμιμης αιτίας του (όπως στην περίπτωση παροχής αχρεώστητης) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της επιβάρυνσης του δικαιούχου.
Κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης ο πλουτισμός του λήπτη πρέπει να επέλθει απευθείας από την περιουσία του βλαβέντος, χωρίς την παρεμβολή της περιουσίας τρίτου προσώπου που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό. Μόνο όταν το παρεμβαλλόμενο τρίτο πρόσωπο ενήργησε την παροχή όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά εξαιτίας της ιδιότητας του από την περιουσία άλλου, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή έχει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί νόμιμοι όροι, εκείνος για λογαριασμό του οποίου έγινε η καταβολή.
Εξάλλου, η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής της σύμβασης ή από την αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 1440/2000 ΕλλΔνη 42.731).
Η κρινόμενη αγωγή, με το περιεχόμενο, που προαναφέρθηκε δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν περιέχει τα στοιχεία εκείνα, που απαιτεί ο νόμος, όπως αναλύθηκε παραπάνω στη νομική σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, προκειμένου να εγερθεί η εκ της επιταγής αγωγή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν αναφέρεται ο λόγος της έκπτωσης του ενάγοντα, κομιστή των επιταγών από το δικαίωμα της αξιώσεως του εκ της επιταγής, λόγω παραμελήσεως της προθεσμίας εμφανίσεως ή συνεπεία παραγραφής.
Αλλά δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στις διατάξεις 904 επ. του ΑΚ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διότι, για το νόμιμο αυτής, πέραν του ότι η αγωγή αυτή έχει επικουρικό χαρακτήρα και ασκείται μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, πράγμα που στην αγωγή δεν αναφέρεται, επιπλέον δεν υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση και άρα πλουτισμός των εναγομένων από την καταβολή των χρημάτων σε αυτούς από τον ενάγοντα χωρίς νόμιμη αιτία.
Τέλος πρέπει ως ανεξαρτήτως του ότι ναι μεν με την αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται αορίστως ότι πρόκειται περί επιταγών ευκολίας, περαιτέρω όμως δεν καθορίζει στην αγωγή του ποια είναι η σχέση, που τον συνδέει με τους εναγομένους, αναφορικά με τις επιταγές αυτές, ώστε να μπορεί ο ίδιος να ζητά το ποσό των επιταγών ή να είναι υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν.
Ο αναιρεσείων, ήδη, προβάλλει πως κατέβαλε, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του ποσά αχρεωστήτως και, κατά συνέπεια, ουδέν άλλο έπρεπε να αναφέρει, εφ' όσον διέλαβε ότι: α) οι επιταγές πλαστογραφήθηκαν και διακινήθηκαν παράνομα και β)δεν τον συνέδεε κάποια εμπορική συναλλαγή με τους αναιρεσίβλητους, αλλά είχε, απλά, εκδώσει επιταγές ευκολίας.
Κατά ταυτά, υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία, της διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ. από την προσβαλλόμενη απόφαση, Όμως καίτοι ο αναιρεσείων κάνει λόγο για πλαστογραφημένες επιταγές και παράνομη διακίνησή τους, δεν διαλαμβάνει στο δικόγραφό του, ούτε, μέχρι τώρα, εκθέτει για ποιο λόγο δεν άσκησε την από την αδικοπραξία αγωγή και, εφ' όσον λείπουν οι γι' αυτήν προϋποθέσεις, ότι αυτές δεν υπήρχαν πλέον, ώστε ν' ασκηθεί, απ' ευθείας η από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.
αγωγή. Άρα ορθά ερμήνευσε το νόμο η πληττόμενη απόφαση και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του η δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.1.2009 αίτηση του Δ. Κ., για αναίρεση της με αριθμό 159/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος την δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ