Supreme Court overturns labor contract duration ruling, mandating indefinite term conversion for permanent needs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeal's decision regarding the employment status of bus drivers for a public transport company. The court found that the drivers, who filled permanent operational needs, were legally bound to indefinite-term contracts rather than fixed-term ones following the implementation of specific labor regulations. Consequently, the court reversed the lower court's judgment and remanded the case for further proceedings with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 of PD 81/2003; Art. 8 para. 3 of Law 2112/1920: Where successive fixed-term employment contracts cover permanent and continuous business needs, the presumption of indefinite-term conversion applies if the total duration is less than twenty-four months.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1326/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ... και 2) Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσαπλάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7467/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημει-ώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, και την απόρριψη αυτού κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και του δευτέρου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσι-βλήτων την απόρριψη και καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των ΚΤΕΛ, τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπωλειακώς) της επιβατικής δια λεωφορείων συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης (μεταφοράς) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών.
Με το Π.Δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ)", που ισχύει από 20-8-1994, ορίζεται : α) στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των ΚΤΕΛ, αστικών και υπεραστικών και ορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, στο άρθρο 2 παρ. (1 και) 5 ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του ΚΤΕΛ (που λειτουργεί με βάση το ΝΔ 102/1973) διακρίνεται σε:
α) τακτικό και β) έκτακτο - τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ - έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται για εκτέλεση ορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (π.χ. εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας κ.λ.π.), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ.ε' και στ', ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το Δ.
Σ. του ΚΤΕΛ χωρίς διαγωνισμό, για την αντιμετώπιση δε έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ, μετά από έγκριση του οικείου Νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντα του έκτακτου προσωπικού. Όμοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 6, 7 και 5 του Π.Δ. 257/1989, που ίσχυσε από 1-7-1989 μέχρι 15-4-1991, και τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ.5, 6 και 7 και 5 του Π.Δ. 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994.
Με το άρθρο 5 του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ" - που ισχύει από 20-8-1994 καθορίζονται οι όροι πρόσληψης και τακτικού και έκτακτου προσωπικού του ΚΤΕΛ, ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο (που είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του Δ.Σ.
του ΚΤΕΛ και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσλαμβάνεται από το Δ. Σ. χωρίς διαγωνισμό και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις μπορεί το Δ.Σ. του ΚΤΕΛ να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση εντός διμήνου (άρθρο 6 ΠΔ 229/1994). Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π.
Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του ΚΤΕΛ που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό είναι ακυρώσιμες (αρθρ.9 του Ν.Δ.102/1973), ενώ συνεπά-γονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 Π.Κ., για τους παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994.
Συνεπώς ο εργαζόμενος στο ΚΤΕΛ, που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, δεν μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες, ότι η τέτοια για ορισμένο χρόνο πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφ' όσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του έκτακτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ' εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.
Περαιτέρω, το άρθρο 8 παράγραφος 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1037 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στον έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου, Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή επιλογής), η παράλειψη του εθνικού να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CΕS, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5).
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 5, του π.δ. 81/2003, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, ότι: "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 3.
Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεών των, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες ... 5.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των ΠΔ 81/2003, και 164/2004, καθώς και την 23-8-2004 που άρχισε η ισχύς του ΠΔ 180/2004 (ΟΛ.ΑΠ 20/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα, εξής: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν στην αναιρεσείουσα που αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, διεπομένη από τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού της (πδ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων-Γ.Κ.Π-ΚΤΕΛ), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμέ-νου χρόνου που συνήφθησαν στις 18-4-2002 και 9-1-2002 αντιστοίχως με ίδια ημερομηνία έναρξης και λήξης στις 31-10-2002" και 30-6-2002 αντιστοίχως, ως εισπράκτορες των λεωφορείων που η αναιρεσείουσα διαθέτει στην εκμετάλλευση της και προκειμένου να καλύψουν τις έκτακτες ανάγκες αυτής και προς αναπλήρωση των αδειούχων μισθωτών αυτής, των κωλυομένων να εργασθούν λόγω ασθενείας, πειθαρχικής τιμωρίας ή ημερών ανάπαυσης (ρεπό) και λοιπών αναγκών του μόνιμου προσωπικού της, έναντι νομίμων αποδοχών που καθορίζονται με διαιτητικές αποφάσεις, σύμφωνα με την προϋπηρεσία του καθενός, τα οικογενειακά βάρη κλπ.
Οι συμβάσεις αυτές ορισμένου χρόνου (εξαμηνιαίας διάρκειας) ανανεώθηκαν στη συνέχεια. Συγκεκριμένα οι αναιρεσίβλητοι με ανανεούμενες συμβάσεις εργάσθηκαν, ο πρώτος από 18-4-2002 έως 31-10-2002,από 1-11-2002 έως 30-4-2003,από (7-6-2003 έως 6-12-2003, από 7-12-2003 έως 6-6-2004 και από 14-6-2004 έως 13-12-2004. Ο δεύτερος εργάσθηκε από 9-1-2002 έως 30-6-2002 από 1-7-2002 έως 31-12-2002, από 1-1-2003 έως 31-12-2003 και από 6-4-2004 έως 31-12-2004.
Οι αναιρεσίβλητοι, τυπικά προσλήφθηκαν ως έκτακτο προσωπικό, στην πραγματικότητα παρείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα ως εισπράκτορες στα λεωφορεία της ανάλογα με το πρόγραμμα της κίνησης των τελευταίων, όπως και οι τακτικοί εισπράκτορες. Εργάζονταν δηλαδή 6 ή 7 ημέρες την εβδομάδα και τις Κυριακές, μερικές φορές χωρίς ρεπό και υπερωριακά, η δε φύση της εργασίας τους ήταν η ίδια με αυτή των τακτικών εισπρακτόρων.
Τουτέστιν οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας για έκδοση των εισιτηρίων στα λεωφορεία της, ανάλογα με την κίνηση των δρομολογίων τους, επειδή οι ανάγκες της δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν από το μόνιμο προσωπικό της που κατά το παραπάνω διάστημα ήταν 13 τακτικοί εισπράκτορες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν επαρκούσαν.
Στις 13-12-2004 και 31-12-2004 αντιστοίχως για τον κάθε αναιρεσίβλητο, που έληγαν οι τελευταίες άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου αυτών, η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε σε αυτούς ότι παύει να δέχεται τις υπηρεσίες τους λόγω της λήξης του ορισμένου χρόνου τους. Όμως, η διαγραφόμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι αυτή της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό και πρέπει να αναγνωρισθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης αυτής, αφού στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της προαναφερόμενης οδηγίας με τα μνημονευθέντα π.δ., καθώς και την προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2004 διοικητική ενώπιον του ΑΣΕΠ διαδικασία, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους αντιμετωπίζεται βασικά με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 του Συντάγματος ως ισοδύναμο νομοθετικό μέσο.
Από το γεγονός ότι ο Κανονισμός των ΚΤΕΛ, που έχει ισχύ νόμου, προβλέπει διαφορετική διαδικασία για την πρόσληψη του τακτικού ή έκτακτου προσωπικού, με συνέπεια ο εργαζόμενος που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 π.δ. 229/1994, να μη μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο η εκκαλούμενη απόφαση ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 5 του π.δ 81/2003, το οποίο ισχύει από 2-4-2003 (ΦΕΚ Α 7/2-4-2003), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 180/2004 (ΦΕΚ Α 160/23-8-2004), ως εφαρμοστέο δίκαιο κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, εφόσον οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του π.δ. (άρθρο 5 παρ.5).
Τούτο αποτελεί εφαρμοστέο δίκαιο και τώρα, εφόσον ίσχυε και κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Όμως, ανεξαρτήτως τούτου, και της ενσωμάτωσης της κοινοτικής οδηγίας με το παραπάνω π.δ στην ελληνική έννομη τάξη, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή των συμβάσεων ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ.3 ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ,25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο μέσο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου.
Έτσι, οι αναιρεσίβλητοι που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας, υπαγόμενοι στο πρόγραμμα των δρομολογίων των λεωφορείων της, απασχολούμενοι υπό τις εντολές και οδηγίες αυτής και των οργάνων της, τα οποία καθόριζαν τον τόπο, τρόπο και χρόνο της εργασίας τους, υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με αυτές, συνδέονταν πράγματι με την αναιρεσείουσα με την έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σχέσης, αλλά και λόγω της μετατροπής των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων σε σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 π.δ 81/2003, που εναρμόνισε την εσωτερική έννομη τάξη με τις διατάξεις της παραπάνω κοινοτικής οδηγίας.
H συμπεριφορά της αναιρεσείουσας που αρνήθηκε τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων, αποτελεί καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων, εφόσον έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις της εργατικής νομοθεσίας για έγγραφο τύπο και την καταβολή αποζημίωσης, η οποία (καταγγελία) είναι άκυρη, επομένως δεν είναι βάσιμα ότι για τη σύμβαση ορισμένης διάρκειας δεν απαιτείται καταγγελία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επικύρωσε την εκκληθείσα 321/2005 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το χρόνο ισχύος του π.δ. 81/2003 (2-4-2003). Κρίνασας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 του ΠΔ 81/2003, καθόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας, μετά τη θέση σε ισχύ του ως άνω διατάγματος (3-4-2003) είναι μικρότερη των 24 μηνών και συνεπώς επί των συμβάσεων αυτών δεν τυγχάνει εφαρμογής το τεκμήριο της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ως άνω π.δ/τος 81/2003, σύμφωνα με το οποίο, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια την μετατροπή αυτών με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τ' ανωτέρω, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 του π.δ. 81/2003, 8 παρ. 3 ν.2112/1920, και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7467/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ