Supreme Court dismisses divorce appeal as inadmissible because the marriage was already dissolved by the other party's acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision, ruling it inadmissible due to lack of legal interest. The Court of Appeal had already granted the divorce based on the respondent's acceptance of the marriage breakdown, which was the sole legal consequence sought by both parties. Since the marriage was dissolved, the appellant had no standing to challenge the procedural dismissal of their appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1439 para. 1 Civil Code; Art. 559 para. 14 Code of Civil Procedure: An appeal in a divorce case is inadmissible if the marriage has already been dissolved by the other party's acceptance, as the legal interest to challenge the procedural dismissal no longer exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1326 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1326/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Ελένη Ρεκλείτου-Σπετσέρη.
Της αναιρεσιβλήτου : Ψ, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αργυρής Χαραλαμποπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.03.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 06.06.2004 όμοια της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3774/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 259/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12.04.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 24.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από του αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν παρά το νόμο το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ.1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο τους εναγομένους ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού.
Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει, υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.
Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (Κ.Πολ.Δ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, τα δε ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής.
Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ' αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατ' άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζονται, όμως, τον ίδιο λόγο-αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (Α.Π. 1301/2005, Α.Π 669/2005).
Τέλος, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψή του δε συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73 και 532 Κ.Πολ.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 259/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με την από 29-3-2004 και με αριθ.
έκθ. Κατ. 2681/2004 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο ενάγων-εναγόμενος και ήδη εκκαλών ζήτησε τη μεταξύ αυτού και της εναγομένης - ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης λύση υφιστάμενου γάμου, επικαλούμενος ότι από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο της συζύγου του επήλθε ισχυρός κλονισμός των σχέσεων τους, ώστε βάσιμα πλέον η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αυτόν.
Εξάλλου η εναγομένη - ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 6-6-2004 και με αριθ. εκθ. κατ. 4884/2004 αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ζήτησε τη λύση του γάμου της με τον ήδη εκκαλούντα, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του, επικαλούμενη ότι και για εκείνη βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης με τον εναγόμενο θα είναι αφόρητη.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, δέχθηκε την αγωγή της ήδη εφεσίβλητης και απάγγελλε τη λύση του γάμου των διαδίκων. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονείται τώρα ο εκκαλών, με τους στο εφετήριο διαλαμβανόμενους λόγους, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, έτσι ώστε να απορριφθεί η αγωγή της εφεσίβλητης, να γίνει δεκτή η δική του αγωγή και να απαγγελθεί η λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων, εξαιτίας λόγων που αφορούν το πρόσωπο της εφεσίβλητης.
Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθ' όσον η έννομη συνέπεια, δηλαδή η λύση του γάμου, που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι και στην οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει ήδη επέλθει με την παραδοχή από την εκκαλουμένη της αγωγής διαζυγίου της εφεσίβλητης, που έχει το ίδιο αντικείμενο και αίτημα με την αντίθετη αγωγή του εκκαλούντος.
Το γεγονός ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον εκκαλούντα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του, δεν έχει καμία δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις του, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον για άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αφού από τις αιτιολογίες αυτές δεν ιδρύεται δεδικασμένο.
Πράγματι, το ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε εξαιτίας γεγονότων που συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο του εκκαλούντος δεν έχει άλλη έννομη συνέπεια γι' αυτόν πέρα από την επιδιωκόμενη και από αυτόν λύση του γάμου. Όπως δε αναφέρθηκε στη δίκη διαζυγίου θέμα υπαιτιότητας που μπορεί να έχει περαιτέρω έννομες συνέπειες (για τον ενδεχόμενο αποκλεισμό του δικαιώματος διατροφής) δεν τίθεται πλέον.
Το θέμα αυτό ανακύπτει και κρίνεται μόνο στη δίκη για διατροφή (άρθρα 1442 επ. Α.Κ.), δεδομένου ότι μόνο εκεί αναπτύσσει έννομες συνέπειες άρθρ. 1444 παρ. 1 Α.Κ.)". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αντίδικής του και της, με αριθμό 3774/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία, όπως δέχεται το Εφετείο, μετά παραδοχή, της από τη διάταξη του άρθρου 1439 Α.Κ., αγωγής της αναιρεσίβλητης έλυσε, με διαζύγιο, το γάμο τους για λόγο αναφερόμενο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την αντίθετη αγωγή του τελευταίου.
Η απόρριψη αυτή, προφανή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε κήρυξη απαραδέκτου, αφού το Εφετείο δεν εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, αλλά αρκέστηκε μόνο στην διακρίβωση της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του εκκαλούντος να ασκήσει έφεση κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης. Ενόψει αυτών, το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων.
Άρα ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, ύστερα από εκτίμησή του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 του Κ,.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, έστω και εάν από τον αναιρεσείοντα οι συγκεκριμένες αιτιάσεις φέρονται και ιδρύουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ατελέσφορα όμως.
Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 259/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ