Legislator Case Law & Legislation
1325/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to bank's failure to verify borrower's creditworthiness.

Case Number 1325/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the Debtors' Fund against a First Instance Court order regarding debt restructuring. The debtors argued that the bank failed to conduct necessary creditworthiness checks, violating specific procedural requirements under the relevant law. The court accepted this argument, ruling that the bank's omission constituted a valid ground for appeal and ordered the case to be retried by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 3 of Law 3869/2010: The court held that a First Instance Court order in debt restructuring proceedings is subject to appeal if the financial institution failed to verify the borrower's creditworthiness as required by law.

Keywords

AI generated
debt restructuring proceedings creditworthiness verification appeal admissibility financial institution duty procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, sub-paragraph b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1325 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1325/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. ΑΕ" και ήδη "Τ. E. Α. «Ε. και δ.τ. «E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ρούσσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας.

Εκδόθηκε η 76/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 27-7-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/29-7-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 76/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 14-3-2017, ενώ η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 29-7-2021, ήτοι εντός τεσσάρων ετών, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως ανεστάλη δυνάμει των ΚΥΑ:

Δ1α/Γ.Π.οικ. 71342/6.11.2020 (Β' 4899/6.11.2020), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 76629/28.11.2020 (Β' 5255), με αριθμό Δ1α/Γ Π.οικ 78363/5.12.2020 (Β' 5350), με αριθμό Δ1α/ΓΠ οικ. 80189/12.12.2020 (Β' 5486), με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 1293/8.1.2021, με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 3060/15.1.2021 (Β' 89), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 4992/22.1.2021 (Β' 186) με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 6877/29.1.2021 (Β' 341) [όπως επανακυκλοφόρησε διορθωμένη στο ΦΕΚ στις 31-1-2021] με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 8378/5.2.2021 (ΦΕΚ Β' 454/5.2.2021), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/10-2-2021 (Β' 534), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 12639/26.2.2021 (Β' 793/27.2.21), με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 13805/3.3.2021 (Β' 843/3.3.2021), με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 14453/5.3.2021 (Β' 895/6.3.2021), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 16320/12.3.2021 (Β' 996/13.3.2021), αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/19.3.2021 (Β' 1076/20.3.2021), με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.3.2021 (Β' 1194/27.3.2021), Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/2.4.2021 (Β' 1308/ 3.4.2021), Δ1α/Γ.Π.οικ. 22439/9.4.2021 (Β' 1441/10.4.2021), το εν λόγω δε χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 5.4.2021, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 1, περ.

α' του Ν. 4790/2021 (όπως αυτό ερμηνεύθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4792/2021), δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες ασκήσεως των ενδίκων μέσων και, παραλλήλως, παρέχονται επιπλέον 10 ημέρες από τον νόμιμο χρόνο λήξεως της προθεσμίας, όπως αυτή ανεστάλη - Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας την από 11-8-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 66/11-8-2015) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτηση, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ.

E. E. Α.Ε.", ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προς τους ως άνω πιστωτές του, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές, επί 48 μήνες, ποσού 132 ευρώ, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος και επέβαλε στον αιτούντα, για την διάσωση της κύριας κατοικίας του, την καταβολή στο αναιρεσείον ποσού 218,6 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις και για χρονικό διάστημα είκοσι ετών.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικώς το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπομένης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ιδίου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολομ. Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον, παραθέτοντας συνοπτικώς τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικώς με την κρίση του δικαστηρίου για το ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, δεν αναφέρονται: 1) Το χρονικό σημείο συνομολογήσεως των δανείων, 2) Τα καθαρά ατομικά εισοδήματα του αιτούντος κατ' έτος, 3) Το ακριβές ύψος των ατομικών του εισοδημάτων, 4) Τα καθαρά ατομικά εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος, 5) Η μηνιαία δόση που οφείλει να καταβάλει ο αιτών στο αναιρεσείον, 6) Το μηνιαίο κόστος διαβιώσεως του αιτούντος, 7) Η εξέλιξη των καθαρών ατομικών εισοδημάτων του αιτούντος από τον χρόνο δανεισμού έως την συζήτηση της αιτήσεως στο ακροατήριο και 8) Ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αιτούντος σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, το πιο πάνω Δικαστήριο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: "Ο αιτών, (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) ηλικίας 44 ετών, υπηρετεί στο πυροσβεστικό σώμα και το εισόδημά του ανέρχεται στο ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως. Η σύζυγός του έχει μικρά η μηδενικά εισοδήματα καθώς η πορεία της ατομικής επιχείρηση που διατηρεί δεν είναι καλή.

Λόγω της οικονομικής κρίσης τα εισοδήματα του αιτούντος μειώθηκαν. Παλαιότερα αποκόμιζε από το επάγγελμά του περί τα 1.500 ευρώ μηνιαίως και η σύζυγός του 500 ευρώ μηνιαίως από την εργασία της ως ιδιωτική υπάλληλος, εισοδήματα τα οποία δικαιολογούν τον δανεισμό στον οποίο προέβη ο αιτών και δεν μπορεί να του αποδοθεί δόλος για την αδυναμία πληρωμών.

Περαιτέρω έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, το μεγαλύτερο από τα οποία φοιτεί στο πρώτο έτος στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και για τις ανάγκες των σπουδών του, ο αιτών εκμισθώνει κατοικία με μηνιαίο μίσθωμα 270 ευρώ. Λαμβανομένων υπόψη αφενός της μείωσης των εισοδημάτων του αιτούντος και της συζύγου του, αφετέρου της αύξησης των οικογενειακών εξόδων και δαπανών, κρίνεται ότι ο αιτών βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του καθώς δεν δύναται να καλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες αποπληρώνοντας ταυτόχρονα και τις οφειλές του.

Δεδομένου ότι ο αιτών δεν δύναται να καταβάλλει τα χρέη του και δεν αναμένεται στο εγγύς μέλλον να βελτιωθούν, λόγω της οικονομικής κρίσης, τα εισοδήματά του, κρίνεται ότι αυτός βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, η δε αδυναμία του δεν οφείλεται σε δόλο". Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσιβλήτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των καθαρών μηνιαίων αποδοχών και των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Με άλλα λόγια, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι το μηνιαίο εισόδημα του αναιρεσείοντος, που "παλαιότερα" ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, σε 1.500 ευρώ και επαρκούσε για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, αφετέρου δε, των χρηματικών οφειλών του, ενώ πλέον το μηνιαίο εισόδημα αυτό μειώθηκε σε ποσό 1.250 ευρώ, δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αναιρεσιβλήτου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών του, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του για το ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Ειρηνοδικείο Πρέβεζας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και πλαγίως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, κατά τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ως άνω Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, χωρίς δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, το στοιχείο του οποίου δύναται να συντρέχει τόσο μετά την ανάληψη της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο της αναλήψεώς της, χωρίς να ανταποκρίνεται στο πνεύμα των ίδιων, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Ότι, ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση ότι ο αιτών περιήλθε τουλάχιστον με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής, αξιώνοντας στοιχεία που δεν απαιτούνται για την στοιχειοθέτησή της, όπως εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, ενώ η κρίση της αυτή στερείται και νομίμου βάσεως και, συγκεκριμένα, περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία.

Το Ειρηνοδικείο Πρέβεζας δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 της κοινοτικής οδηγίας 2008/48 τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση των πιστώσεων έχουν υποχρέωση εκτίμησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας ορίζεται ότι "τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας εκτιμά την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων που λαμβάνονται κατά περίπτωση από τον καταναλωτή και, εν ανάγκη, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων.

Τα κράτη μέλη η νομοθεσία των οποίων απαιτεί από τους πιστωτικούς φορείς να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, μπορούν να διατηρήσουν την απαίτηση αυτή". Η ανωτέρω οδηγία δεν ισχύει για τις συμβάσεις πίστωσης που έχουν υπογράφει και ισχύουν πριν την έναρξη ισχύος της, πλην όμως κινείται στη δικαιοπολιτική κατεύθυνση την οποία αποτυπώνει το σύνολο των προστατευτικών για τους καταναλωτές διατάξεων που ισχύουν στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου.

Περαιτέρω με την ανάληψη μίας δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής δε συντρέχει δολιότητα από μόνο αυτό το γεγονός, προκειμένου δε να γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση από ουσιαστική πλευρά θα πρέπει η καθ' ης, που ενιστάμενη φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης κατ' αντιστροφή αυτού, να αποδείξει ότι ο αιτών του Ν. 3869/2010 εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν".

Κρίνοντας έτσι το ανωτέρω Δικαστήριο και απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ένσταση περί δολίας περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων με ενδεχόμενο δόλο του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 "Περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και 330 του Α.Κ., καθόσον, αφενός μεν, εσφαλμένως δέχθηκε ότι για την κατάγνωση του δόλου του αιτούντος - δανειολήπτη και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν αρκεί ο αρχικός δόλος κατά την κατάρτιση της δανειακής συμβάσεως, αφετέρου δε, αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του τελευταίου κατά την ανάληψη του χρέους και, συγκεκριμένα, την εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και την παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, τα οποία (πρόσθετα στοιχεία) δεν ανταποκρίνονται στο πνεύμα του νόμου.

Συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα, της έρευνας του δευτέρου σκέλους του ιδίου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, παρέλκει η έρευνα του τρίτου και τετάρτου λόγου της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο Πρέβεζας παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 επειδή, όπως ισχυρίζεται, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διέταξε την συνέχιση της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με την ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010 και με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/201, καθώς η αναιρετική εμβέλεια των δύο πρώτων λόγων, που έγιναν δεκτοί, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των τρίτου και τετάρτου των αναιρετικών λόγων που διατυπώνονται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχήν ως βασίμων των δύο πρώτων λόγων της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την από 27-7-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 76/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ