Supreme Court allows appeal against termination of employment contract citing abuse of right and lack of economic necessity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the termination of an indefinite-term employment contract, finding the employer's claim of economic hardship to be a pretext for hiring lower-paid staff. The court ruled that the employer failed to demonstrate that less drastic cost-cutting measures were exhausted before reducing wages. Consequently, the termination was deemed abusive, and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code, Article 1 of Law 2112/1920, and Article 5(3) of Law 3198/1955; The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral and unfettered act, yet its exercise is subject to the restriction of Article 281 of the Civil Code, meaning abuse of right occurs when the employer acts without legitimate economic necessity or without exhausting alternative cost-reduction measures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1325 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1325/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Δράμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Εφραιμίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: A. S. (Α. Σ.) του T. (Τ.) που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-09-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν η 190/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 176/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-07-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 562β'/29-8-2019 έκθεση επιδόσεως της Κυριακής Βιζυινού, δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Όμως, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1922/2007, ΑΠ 561/2007).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, 361 ΑΚ, 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή, οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 173/2016, ΑΠ 195/2015, ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 251/2008).
Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί, όμως, να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη.
Έτσι δεν μπορεί μονομερώς να υποβιβάζει τον μισθωτό με την ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης σε σχέση με τα προβλεπόμενα στους όρους της σύμβασης ή να προβαίνει σε δυσμενή μεταχείρισή του ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του μισθωτού, συνέπειες (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015).
Επομένως, εάν ο εργοδότης προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού και στη συνέχεια καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).
Περαιτέρω, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).
Επίσης, οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν ν' απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρο 652 του ΑΚ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθρο 281 του ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα, εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 922/2010, ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002).
Δηλαδή, η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθρο 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.
Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).
3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Στην από 29-03-2017 (αριθμ. καταθ. 7/2017) αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 18-09-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως χειριστής μηχανήματος επεξεργασίας άλατος.
Ότι, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, απασχολήθηκε υπό την ανωτέρω ειδικότητα και με τα αναφερόμενα ειδικότερα εργασιακά καθήκοντα στην επιχείρηση επεξεργασίας, συσκευασίας και διανομής άλατος που λειτουργεί η εναγόμενη στη Δράμα, ενώ προηγουμένως είχε κοινοποιήσει σε αυτήν τόσο το γεγονός ότι ήταν έγγαμος με δύο τέκνα, όσο και το χρόνο προϋπηρεσίας του.
Ότι αρχικά αμειβόταν με το προβλεπόμενο ημερομίσθιο που όριζε η τότε ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προσαυξημένο με τα επιδόματα τριετιών και γάμου.
Ότι, τον Μάιο του 2012 επήλθε μείωση των αποδοχών του, με αποτέλεσμα να του καταβάλλονται από τότε ως μικτές αποδοχές το ποσό των 38,81 ευρώ ως ημερομίσθιο.
Ότι, στις 3-1-2017 ενημερώθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ότι θα υποστεί μείωση των αποδοχών του, οφειλόμενη αφενός στο πλεονάζον προσωπικό αυτής, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα οικονομικής ρευστότητας στην εταιρία, αφετέρου στην κακή εξέλιξη της οικονομικής πορείας της εταιρίας.
Ότι, βάσει των νέων προτεινόμενων αποδοχών του, θα έπρεπε να δεχθεί μείωση του μισθού του στο ποσό των 550 ευρώ μηνιαίως, ήτοι θα έπρεπε να δεχθεί να λαμβάνει ως ημερομίσθιο το ποσό των 26,18 ευρώ, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε επιδόματος, ενώ επιπλέον ενημερώθηκε ότι θα εργάζεται δύο εβδομάδες το μήνα, με το αιτιολογικό ότι θα έπρεπε να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας όλου του απασχολούμενου προσωπικού.
Ότι, μετά την άρνησή του να δεχθεί την πρόταση τροποποίησης των όρων εργασίας του, η εναγομένη του κοινοποίησε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.385,35 ευρώ.
Ότι, όπως ενημερώθηκε, μετά από χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων, κλήθηκαν οι εργαζόμενοι της εναγομένης επιχείρησης και υπέγραψαν εκ νέου τροποποιητική σύμβαση με την οποία παραχωρήθηκε σε όσους το δικαιούνταν και το επίδομα τριετιών, γεγονός που καταδεικνύει τη δόλια μεθόδευση της εναγομένης να απομακρύνει από την επιχείρησή της τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας με συμπληρωμένες τριετίες, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο.
Ότι για τους παραπάνω λόγους η απόλυσή του είναι άκυρη ως καταχρηστική και έγινε από μέρους της εναγομένης με δόλιο τρόπο, διότι γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να δεχθεί τέτοια μείωση των αποδοχών του και ενώ δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα οικονομικοί λόγοι για τη μείωση του προσωπικού της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ο ενάγων, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη σε επαναπρόσληψή του και να υποχρεωθεί να του καταβάλλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας από τις 04-01-2017 έως τις 30-09-2017 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον ο ανωτέρω περιγραφόμενος δόλιος τρόπος απόλυσής του συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του. Επικουρικά ζήτησε το ποσό των μισθών υπερημερίας και βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ισχυριζόμενος ότι, αν δεν απασχολούνταν ο ίδιος στην εναγόμενη εταιρία, θα απασχολούνταν κάποιος τρίτος, στον οποίο η τελευταία θα κατέβαλε όσα αξιώνει με την ως άνω αγωγή ο ίδιος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 190/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής, κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ως καταχρηστική και υποχρεώθηκε η εναγομένη εργοδότρια σε επαναπρόσληψή του, στην καταβολή μισθών υπερημερίας ύψους 8928,95 ευρώ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 1000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη η από 18-12-2017 (αριθμ. κατάθ. 104/2017) έφεση και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 176/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δράμας, με την οποία απορρίφτηκε κατ'ουσίαν η έφεση.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από τα άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 862/2015, ΑΠ 291/2015). Εξ άλλου, πέραν της νομικής αοριστίας της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα και που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014), η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται αποκλειστικά σε έκπτωση, ακυρότητα και δικαίωμα από το δικονομικό αποκλειστικά δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπόκειται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσβάλλεται με την αίτηση (ΑΠ 945/2019, ΑΠ 1093/2019, ΑΠ 601/2017).
6. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αληθώς όμως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά την ελλιπή αναφορά στην αγωγή των πραγματικών περιστατικών που θα καθιστούσαν την ένδικη καταγγελία καταχρηστική, καθότι για τη θεμελίωση της αγωγής δεν αναφέρονταν στο οικείο δικόγραφο πραγματικά γεγονότα σχετικά με την εκδικητική αντίδραση εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας από την άρνηση του ενάγοντος να δεχτεί την βλαπτική γι' αυτόν τροποποίηση της σύμβασης, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι προέβαλε παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της και ότι επανέφερε αυτόν με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε παραθέτει στο δικόγραφο της αναίρεσης το περιεχόμενο της αγωγής που με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκε ορισμένη.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).
8. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη:
Ότι η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την επεξεργασία, συσκευασία και διανομή άλατος.
Ότι στις 18-09-2008 προέβη στην πρόσληψη του ενάγοντος A. S. του Τ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης από Δευτέρα έως Παρασκευή και ωράριο εργασίας από την 07:00 π.μ. έως την 15.00 μ.μ.
Ότι ο ενάγων είναι έγγαμος με δύο ενήλικα τέκνα και με χρόνο προϋπηρεσίας τριών τριετιών, γεγονός που γνωστοποίησε στην εργοδότριά του, αμειβόμενος από αυτήν με το νόμιμο ημερομίσθιο που ίσχυε βάσει της εκάστοτε Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
Ότι στις 03-01-2017 η εναγόμενη εταιρία, δια του νομίμου αντιπροσώπου της Σ. Χ., ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην καταβολή των υφιστάμενων μισθών όλων των εργαζομένων. Ακολούθως, με επικληθέντα σκοπό την αποφυγή απόλυσης οποιουδήποτε από τους εργαζομένους, πρότεινε σε αυτόν μείωση των αποδοχών του, ώστε οι τελευταίες να περιλαμβάνουν μόνο το βασικό ημερομίσθιο ύψους 26,18 ευρώ, δίχως υπολογισμό επιδόματος γάμου και τριετιών, ενώ τον ενημέρωσε ότι οι ημέρες εργασίας του θα περιορίζονταν αισθητά κατά τη διάρκεια του μήνα. Ότι ο ενάγων αρνήθηκε την ως άνω πρόταση της εργοδότριας εταιρίας, με αποτέλεσμα την ίδια ημέρα η τελευταία να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταβάλλοντάς του ταυτόχρονα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.385,35 ευρώ.
Ότι η εναγομένη διατείνεται ότι αναγκάστηκε να προβεί στην πρόταση δυσμενούς τροποποίησης των όρων εργασίας του ενάγοντος λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το έτος 2013, αφενός λόγω της οικονομικής κρίσης, αφετέρου λόγω πυρκαγιάς που έλαβε χώρα στην επιχείρησή της τον Απρίλιο του 2016.
Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρίας περί οικονομικών προβλημάτων της, που την οδήγησαν στην ανάγκη τροποποίησης των όρων εργασίας των εργαζομένων με μείωση των μισθών τους, δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι από τους προσκομιζόμενους ισολογισμούς της για τα έτη 2011-2015 εμφαίνεται ότι ο κύκλος εργασιών (πωλήσεις) για το έτος 2012 ανήλθε στο ποσό των 2.022.765,48 ευρώ, για το έτος 2013 ανήλθε στο ποσό των 1.874.846,12 ευρώ, για το έτος 2014 ανήλθε στο ποσό των 2.042.073,33 ευρώ, για το έτος 2015 ανήλθε στο ποσό των 2.262.615,52 ευρώ, ενώ το ποσό των κερδών προ φόρων ανήλθε για το έτος 2012 στο ποσό των 24.686,44 ευρώ, για το έτος 2013 στο ποσό των 259.294,11 ευρώ, για το έτος 2014 στο ποσό των 157.434,51 ευρώ και για το έτος 2015 στο ποσό των 243.850,25 ευρώ.
Ότι, πέραν αυτών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 110/9-5-2016 απόφασης ρύθμισης του ΙΚΑ η εργοδότρια επιχείρηση προχώρησε στη ρύθμιση των οφειλών της προς τον παραπάνω ασφαλιστικό οργανισμό, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό 59.933,56 ευρώ και αφορούσαν τη χρονική περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2015 έως τον Μάρτιο του 2016, ενώ επιπλέον στις 30-05-2016 καταβλήθηκαν στον ενάγοντα και τα επιδόματα αδείας των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015, ύψους 398,08 ευρώ, 406,82 ευρώ, 410,77 ευρώ και 410,77 ευρώ, αντιστοίχως, τα οποία δεν είχαν καταβληθεί τα προηγούμενα έτη.
Ότι η παραπάνω εικόνα της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας δείχνει ότι η πορεία της από το 2012 και μετά ήταν σταθερή, με σταθερό κύκλο εργασιών (πωλήσεις) και σταθερά κερδοφόρα πορεία, η δε αδυναμία της να αποπληρώσει οφειλές της προς το ΙΚΑ αντιμετωπίστηκε άμεσα, ενώ η δυνατότητα που της παρασχέθηκε το Μάϊο του 2016 να αποπληρώσει και παλαιές οφειλές της προς τον ενάγοντα (επιδόματα αδείας των ετών 2012- 2015) καταδεικνύει σημαντική οικονομική ρευστότητα από μέρους της.
Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο ότι η επίκληση της οικονομικής δυσχέρειας που επέφερε στην εταιρία το γεγονός της πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε σε αυτήν αρχές Απριλίου 2016, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγωγικής της λειτουργίας για δύο μήνες, αλλά και την πρόκληση ζημιών ύψους 600.000 ευρώ, καθόσον υπέστη ζημία, κατά τα υποστηριζόμενα από αυτήν, ύψους 1.500.000 ευρώ και αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "… ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το ποσό μόλις των 900.000 ευρώ, δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το παρόν Δικαστήριο ως λόγος δικαιολογημένης μεταβολής των όρων παροχής εργασίας του ενάγοντος για οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Ότι, ειδικότερα, η επικληθείσα διακοπή της παραγωγικής λειτουργίας της εναγομένης εταιρίας για τους μήνες Απρίλιο, Μάϊο και Ιούνιο του 2016 αναιρείται από τον προσκομισθέντα πίνακα ενσήμων ΙΚΑ του ενάγοντος και του έτερου εργαζομένου στην εταιρία R. P. (Ρ. Π.) του A. (Α.) για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, από την επισκόπηση του οποίου καταδεικνύεται απασχόληση τους παραπάνω μήνες, ενώ η προκληθείσα ζημία της εταιρίας ύψους 600.000 ευρώ λόγω πυρκαγιάς καθόλου δεν πιστοποιήθηκε από τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα.
Ότι, αντιθέτως, με το εισπραχθέν από την ασφαλιστική εταιρία ποσό εμφαίνεται ότι η εργοδότρια εταιρία προέβη σε εξόφληση οφειλών της προς τρίτους, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω.
Ότι, πέραν αυτών, δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να δέχθηκε να εισπράξει η εναγομένη εταιρία ως ασφάλισμα ποσό 900.000 ευρώ, ήτοι ποσό πολύ μικρότερο από αυτό που αφορούσε τη ζημιά της, την οποία υπολογίζει στο ποσό των 1.500.000 ευρώ περίπου, τη στιγμή που στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της προσφερόταν κάλυψη για το έκτακτο φαινόμενο της πυρκαγιάς ύψους 2.000.000 ευρώ.
Ότι εξ όλων των ανωτέρω κρίνεται ότι η επίκληση του λόγου της οικονομικής δυσχέρειας υπήρξε προσχηματική από πλευράς της εργοδότριας εταιρίας προκειμένου να μεθοδεύσει και να προχωρήσει στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος, ως εργαζόμενος με σημαντική προϋπηρεσία, εδικαιούτο επίδομα τριετιών, γεγονός που αύξανε σημαντικά το ποσό του ημερομισθίου του.
Ότι η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα, όπως και σε λοιπούς εργαζομένους της, αρχικά ως ημερομίσθιο το ποσό των 26,18 ευρώ, δίχως σε αυτό να προστεθεί επίδομα τριετιών και μετά από λίγες εβδομάδες, αφού πέτυχε την εκκαθάριση των εργαζομένων που επιθυμούσε, προσέθεσε αυτό, συνυπολογίζοντάς το στο βασικό ημερομίσθιο.
Ότι ενδεικτική είναι η περίπτωση της προσκομισθείσας τροποποιηθείσας σύμβασης εργασίας με ημερομηνία 03-01-2017 της εργαζομένης R. L. (Ρ. Λ.) του Y. (Υ.), στην οποία αρχικά αναφέρεται ως αμοιβή της μόνο το βασικό ημερομίσθιο, ύψους 26,18 ευρώ, ενώ την 24-01-2017 (ημερομηνία επικύρωσης γνησίου υπογραφής συμβαλλομένων) έχει προστεθεί σε αυτό και το επίδομα ωρίμανσης ύψους 1,31 ευρώ. Επομένως, ο ισχυρισμός της ότι πρότεινε εξαρχής στον ενάγοντα εργαζόμενο ως αμοιβή του το βασικό ημερομίσθιο με το επίδομα ωρίμανσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Άλλωστε, και σύμφωνα και με τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, δε νοείται να συνάπτεται τροποποιητική των συνθηκών εργασίας σύμβαση και να γίνεται από παραδρομή λάθος σε αυτήν στο φλέγον για τον εργαζόμενο ζήτημα των αποδοχών του, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Ότι από όλα τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η επίκληση οικονομικών δυσκολιών και δυσχερούς οικονομικής ρευστότητας υπήρξε προσχηματική από μέρους της εναγομένης, αποσκοπώντας στην απομάκρυνση του ενάγοντος εργαζομένου της.
Ότι με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος στις 03-01-2017 από την εναγομένη εταιρία υπήρξε καταχρηστική, καθότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης και ως εκ τούτου είναι άκυρη. Και τούτο διότι, ειδικότερα, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την ίδια και όχι την εύρυθμη λειτουργία ή εν γένει την προαγωγή των εταιρικών της συμφερόντων επιθυμούσε την εκκαθάριση των τμημάτων της από παλαιότερους εργαζομένους, όπως ήταν ο ενάγων, και την αντικατάστασή τους με νέους.
Ότι παρομοίως εμφαίνεται να έδρασε τόσο στην περίπτωση του εργαζομένου στο λογιστήριό της Κ. Ν., όσο και στην περίπτωση του εργάτη R. P. (Ρ. Λ.) του A. (Α.).
Ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε όμοια επί του κεφαλαίου αυτού (καταχρηστική απόλυση) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη ψέγει την εκκαλουμένη και υποστηρίζει τα αντίθετα.
Ότι περαιτέρω με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε και έλαβε χώρα η προαναφερθείσα άκυρη απόλυση του ενάγοντος (αρχικά προσπάθεια να μεταβληθούν οι όροι εργασίας του ενάγοντος, οι οποίοι περιλάμβαναν μειωμένες αποδοχές, δίχως οιουδήποτε είδους επίδομα, αλλά και μερική ουσιαστικά απασχόληση τις μισές ημέρες του μήνα και στη συνέχεια καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυθημερόν), σε συνδυασμό με την έως τότε άψογη εκτέλεση των καθηκόντων του και την εμπιστοσύνη και εκτίμηση που απολάμβανε στον εργασιακό του χώρο τουλάχιστον επί οκταετία (η πρόσληψή του έλαβε χώρα την 18-09-2008), προσβλήθηκε αυτός στην προσωπικότητά του παράνομα και υπαίτια και υπέστη μείωση της επαγγελματικής του αξίας, ενώ περιήλθε σε ανασφάλεια και αγωνία ως προς την εξασφάλιση των απαραίτητων πόρων και των συνθηκών στοιχειώδους διαβίωσης για την οικογένειά του και τη δυνατότητα εξεύρεσης νέας εργασίας.
Ότι, επομένως, για το λόγο αυτό δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η άκυρη καταγγελία, το είδος της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, τις συνέπειες αυτής στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, την ηλικία του (55 ετών) και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, θα πρέπει να ανέλθει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε όμοια επί του κεφαλαίου αυτού (επιδίκαση 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη και υποστηρίζει τα αντίθετα.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
9. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αφενός υπήγαγε εσφαλμένως στον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ τα περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ως αληθινά και αφετέρου κατά την υπαγωγή αυτή διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή μη περίπτωσης καταχρηστικότητας της από 03-01-2017 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσιβλήτου από μέρους της αναιρεσείουσας εταιρίας, επαγομένης ακυρότητας αυτής, υποπτίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, το Εφετείο αρκέσθηκε για το χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής και εντεύθεν άκυρης σε μόνο το δεκτό από αυτό γεγονός, ότι η επίκληση της οικονομικής δυσχέρειας από πλευράς της εργοδότριας εταιρίας υπήρξε προσχηματική και η καταγγελία έλαβε χώρα στην πραγματικότητα προς πρόσληψη άλλου προσωπικού με μικρότερες αποδοχές, από αυτές που ελάμβανε ο ενάγων, χωρίς να δεχθεί τη συνδρομή και άλλων πρόσθετων περιστάσεων, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, να καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική, καθόσον η τροποποιητική καταγγελία που γίνεται υπό την αίρεση της απόρριψης από το μισθωτό να συναινέσει στην προτεινόμενη μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση αυτή.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να δικαιολογήσει το πόρισμά του, ότι η καταγγελία έγινε αιφνιδίως από λόγους εχθρότητας προς το πρόσωπο του ενάγοντος εξ αιτίας της άρνησης αυτού να συναινέσει στην τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του και στη μείωση των αποδοχών του, δεν διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχές και δη συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά δηλωτικά των προθέσεων του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης να εκδικηθεί τον ενάγοντα για το λόγο ότι δεν αποδέχθηκε την τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του, που να επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της επακολουθήσασας απόλυσης του αναιρεσιβλήτου, ως οφειλόμενης σε εκδικητικότητα της αναιρεσείουσας.
Ούτε εκθέτει αν, πριν την προσφυγή στο μέτρο της μείωσης της μισθολογικής δαπάνης, υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα μείωσης του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης της εναγομένης, ποια ήταν αυτά και αν επιχειρήθηκαν και δεν απέδωσαν, ώστε να ληφθούν αυτά έναντι των περικοπών των μισθών των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, (όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με την παρούσα, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του άρθρου τρίτου του Ν. 4335/2015), είναι βάσιμοι.
10. Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά περιττή την εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 176/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θράκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ