Supreme Court dismissed appeal against lower court ruling on contract termination and unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision rejecting the appellant's lawsuit. The appellant had sued for damages regarding a contract termination, arguing abuse of dependence and unjust enrichment, while the lower court upheld the dismissal of the unjust enrichment claim as legally improper. The Court agreed that the appeal lacked merit and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1, 577 no. 1, 577 no. 3, 495 no. 3 letter e, 176, 183, 189 no. 1, 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law rules, and the appellant must bear the respondent's costs upon losing the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1325 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1325/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Τριανταφυλλάκη και Παναγιώτη Περάκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (πρώην Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Χατζηπροδρόμου και Ευθυμία Κινινή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2326/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2655/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/4/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 16-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2655/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2326/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 30-12-2009 αγωγή αυτής, δέχθηκε την έφεση ως προς τους αναφερόμενους δύο λόγους της και απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής, με τα οποία είχαν κριθεί ως μη νόμιμα τα αναφερόμενα δύο κονδύλια της αγωγής, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν ως προς τα εν λόγω δύο κονδύλια. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5§1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μια ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η έννοια της αποκλειστικότητας είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή διανομής και επίσης ότι ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα.
Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Kοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά στους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995. 'Eτσι, στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ, στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής), ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής μπορούν να εφαρμοσθούν, αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ/τος, εφόσον σε συγκεκριμένη περίπτωση τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής προσομοιάζουν, έστω αν και δεν ταυτίζονται πλήρως, με εκείνα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, αν ο διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση την υποχρέωση μη ανταγωνισμού, την τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, την υποχρέωση να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή, την υποχρέωση να διαφημίζει αυτά με δικές του δαπάνες, την υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραγωγό το πελατολόγιό του, αλλά και την υποχρέωση απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης.
Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών καθιστά τον διανομέα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού, η δε εμπορική δραστηριότητα του διανομέα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται αμέσως οφέλη για τον παραγωγό ή τον χονδρέμπορο, τόσο από την πώληση των συμβατικών προϊόντων στον διανομέα όσο και από τις παραπάνω υποχρεώσεις του τελευταίου.
Στις περιπτώσεις αυτές και αφού ελλείπουν διατάξεις ρυθμίζουσες τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, υφισταμένου έτσι ακούσιου νομοθετικού κενού, εφαρμόζονται αναλογικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ. 219/1991, που ρυθμίζουν τα της εμπορικής αντιπροσωπείας, ιδίως εκείνες των άρθρων 8 και 9 αυτού που ρυθμίζουν τα της καταγγελίας και της δίκαιης αποζημίωσης για απώλεια πελατείας και περαιτέρω αποζημίωσης του διανομέα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ.
Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων", δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα.
Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013, ΑΠ 1933/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συνεργασίας είναι σύμβαση απλής διανομής, η οποία δεν υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν έχει δικαίωμα να λάβει το αιτούμενο κονδύλιο των 1.397.420 ευρώ για αποζημίωση πελατείας, στη συνέχεια δε απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως προς το πιο πάνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ιδρύθηκε ως θυγατρική της, νομίμως συσταθείσας, εταιρείας με την επωνυμία "...", με σκοπό απόσχισης και απορρόφησης από αυτήν του κλάδου εμπορίας καινούργιων αυτοκινήτων. Η εν λόγω απόσχιση πραγματοποιήθηκε δυνάμει του με αριθμό...συμβολαίου....
Η εναγόμενη είναι αποκλειστική εισαγωγέας στην Ελλάδα των αυτοκινήτων και ανταλλακτικών ..., τα οποία διαθέτει στην ελληνική αγορά μέσω ενός πανελλαδικού δικτύου διανομέων/εμπορικών αντιπροσώπων, που έχει αναπτύξει. Η, ως άνω, μητρική της ενάγουσας εταιρεία διατηρούσε, από το έτος 1981, εμπορική συνεργασία με την εναγομένη, αρχικά ως εισαγωγέας και από το έτος 1997 ως διανομέας αυτοκινήτων ..., δυνάμει δύο Συμβάσεων Πώλησης και Εξυπηρέτησης Διανομέα, που είχε συνάψει μαζί της, μια για την περιοχή των βορείων προαστίων της ....
και μια για την περιοχή της ..... Το 2003 αντικαταστάθηκε ο ισχύων μέχρι τότε, στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, Κανονισμός Ομαδικής Απαλλαγής 1475/1995, από τον Κανονισμό Ομαδικής Απαλλαγής 1400/2002. Κατόπιν αυτού, υπογράφηκαν, μεταξύ της μητρικής της ενάγουσας εταιρείας και της εναγομένης, δύο νέες Συμβάσεις Διανομέα Επιβατικών Αυτοκινήτων αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 1/10/2003, μια για την περιοχή της ...
και μια για την περιοχή ….. Οι ως άνω συμβάσεις καταρτίσθηκαν και διέπονται από τις διατάξεις του προαναφερθέντος Κανονισμού Ομαδικής Απαλλαγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 1400/2002 της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα αυτοκινητοβιομηχανίας (ΕΕ της 1.8.2002 αριθ. 1203/30).
Ειδικότερα, δυνάμει των ανωτέρω Συμβάσεων, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: 1) ότι η εναγομένη διορίζει το Διανομέα, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση, και του αναθέτει την ευθύνη να λειτουργεί από την Κύρια Τοποθεσία Διανομέα εντός της Περιοχής Ευθύνης, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Περιοχής Ευθύνης (άρθρο 4.2 της Σύμβασης), 2) ότι η εναγομένη παρέχει στο Διανομέα το δικαίωμα α)να αγοράζει και πωλεί τα Οχήματα και Αξεσουάρ που προσδιορίζονται λεπτομερώς στο Παράρτημα Οχημάτων και Παράρτημα Αξεσουάρ και β) να αναφέρεται ως Διανομέας ...
στις εγκαταστάσεις Διανομέα που έχουν εγκριθεί από την ..., 3) ότι ο Διανομέας δύναται, είτε να παρέχει ο ίδιος υπηρεσίες Μετά την Πώληση οπότε και θα συνάψει τη Σύμβαση Εξουσιοδοτημένου Επισκευαστή ..., με την προϋπόθεση συμμόρφωσής του με τις Προδιαγραφές Εξουσιοδοτημένου Επισκευαστή ..., είτε να παραπέμπει και να αναθέτει υπεργολαβικά τις δραστηριότητες αυτές σε έναν ή περισσότερους Εξουσιοδοτημένους Επισκευαστές ... (άρθρο 4.3 της Σύμβασης), 4) ότι, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων της Σύμβασης, η ...
συμφωνεί μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2005 (ι) να μην διορίσει άλλον Διανομέα ... και ιι) να μην επιτρέψει οποιοδήποτε άλλο πρόσθετο σημείο άλλου Διανομέα ... εντός της Περιοχής Ευθύνης, 5) ότι η ... διατηρεί το δικαίωμα να πωλεί Οχήματα και Αξεσουάρ οποτεδήποτε απευθείας σε οποιονδήποτε πελάτη εντός της Περιοχής Ευθύνης (άρθρο 4.6 της Σύμβασης), 6) ότι μετά την 1η Οκτωβρίου 2005, ο Διανομέας, καθώς και κάθε άλλος Διανομέας ..., θα έχει το δικαίωμα να εγκαταστήσει σημεία πώλησης ή/και σημεία παράδοσης εντός της περιοχής ευθύνης, καθώς και οπουδήποτε αλλού εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (άρθρο 6.3.2), 7) ότι η Σύμβαση δεν καθιστά οποιονδήποτε από τους συμβαλλόμενους αντιπρόσωπο ή νόμιμο εκπρόσωπο του άλλου για οποιονδήποτε απολύτως λόγο και δεν παρέχει σε οποιονδήποτε από τους συμβαλλομένους οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να αναλάβει ή να δημιουργήσει οποιαδήποτε υποχρέωση για λογαριασμό ή στο όνομα του άλλου (άρθρο 4.11), 8) ότι ο Διανομέας αναγνωρίζει ότι η τοποθεσία καθενός Διανομέα ...
είναι ουσιώδης όσον αφορά την παροχή διευκόλυνσης στους πελάτες (άρθρο 6.1.1), 9) ότι ο Διανομέας θα διαθέτει Εγκαταστάσεις Διανομέα τέτοιες, ώστε να είναι σε θέση να διεξάγει και να εκτελεί, αποτελεσματικά και μόνο από αυτές, τις Εργασίες Διανομέα και ότι δεν θα εκθέτει Οχήματα και Αξεσουάρ σε τόπο διαφορετικό από την Εγκατάσταση Διανομέα, εξαιρουμένων των περιπτώσεων προσωρινής έκθεσης κατόπιν προηγούμενης έγκρισης από την ... (άρθρο 6.1.2), 10) ότι οι Εγκαταστάσεις Διανομέα καθορίζονται στο συνημμένο στη Σύμβαση Παράρτημα 4, με το οποίο ορίσθηκε ως Κύρια Τοποθεσία των Εγκαταστάσεων του Διανομέα, (όσον αφορά την περιοχή ευθύνης του Νομού ....), το ακίνητο επί της ...
στο ... που είχε εκμισθωθεί στο Διανομέα από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.), 11) ότι ο Διανομέας διορίζεται ως Διανομέας με βάση το ότι δηλώνει και εγγυάται ότι πληροί και θα πληροί, σε όλες τις Εγκαταστάσεις Διανομέα, τις Προδιαγραφές Διανομέα, που είναι οι ελάχιστες ποιοτικές προδιαγραφές τις οποίες όλοι οι Διανομείς οφείλουν να πληρούν και οι οποίες αποτελούν ένα από τα κριτήρια που θα λαμβάνει υπόψη της η ...
κατά το διορισμό του δικτύου διανομέων. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι ο Διανομέας μπορεί να διανέμει και άλλες, ανταγωνιστικές, μάρκες (σήματα) Οχημάτων. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, εάν ο Διανομέας επιθυμεί να εκθέτει, προωθεί, πωλεί ή διανέμει καινούργια Οχήματα και Αξεσουάρ, τα οποία δεν διανέμονται από την ...
ή συνδεδεμένη Εταιρεία υπό τη μάρκα ..., θα ισχύουν τα εξής" : α) ο διανομέας θα παρέχει στην ... προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση εξήντα (60) ημερών πριν προβεί στην έκθεση, προώθηση, πώληση ή διανομή των εν λόγω Οχημάτων, ώστε να παρασχεθεί ικανό χρονικό διάστημα στα συμβαλλόμενα μέρη να εκτιμήσουν τον τρόπο εφαρμογής των Προδιαγραφών Διανομέα αναφορικά με το νέο περιβάλλον, β) ο Διανομέας θα εξασφαλίζει ότι η ικανότητα διεξαγωγής των Εργασιών Διανομέα θα είναι, εκάστοτε, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης που περιγράφεται στο άρθρο 10.8, επαρκής, προκειμένου να πληρούνται οι ισχύουσες Προδιαγραφές Διανομέα, κατάλληλα προσαρμοσμένες, όπου απαιτείται, γ) ο Διανομέας θα προβαίνει στην προώθηση, πώληση ή διανομή των Οχημάτων και Αξεσουάρ μάρκας εκτός ...
κατά τρόπο που δεν θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις Προδιαγραφές Διανομέα. Οποιεσδήποτε τροποποιήσεις ή αλλαγές στις υπάρχουσες Εγκαταστάσεις Διανομέα προκειμένου να εξυπηρετηθούν μη σχετιζόμενες με την ... δραστηριότητες δεν θα πραγματοποιούνται χωρίς την προηγούμενη έγγραφη επιβεβαίωση από την ...
σχετικά με τη συμμόρφωση του Διανομέα με τις ισχύουσες Προδιαγραφές Διανομέα, δ) ο Διανομέας θα εκθέτει, προωθεί και πωλεί τα Οχήματα και Αξεσουάρ είτε από ξεχωριστές εγκαταστάσεις έκθεσης πωλήσεων αφιερωμένες αποκλειστικά στη μάρκα ... είτε από σαφώς διαχωρισμένο και ξεχωριστό χώρο έκθεσης πωλήσεων αφιερωμένο αποκλειστικά στη μάρκα ... , ε) ο Διανομέας θα εξασφαλίζει εκάστοτε ότι η έκθεση ανταγωνιστικών Οχημάτων, Αξεσουάρ, υπηρεσιών και γενικά προϊόντων σχετιζομένων με άλλες μάρκες θα γίνεται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση όσον αφορά τις μάρκες (άρθρο 10.8 της Σύμβασης).
Η Σύμβαση συμφωνήθηκε ότι θα είναι αόριστης διαρκείας, έως ότου καταγγελθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της (άρθρο 19.1 της Σύμβασης). Σε περίπτωση αδυναμίας συμμόρφωσης του διανομέα με τις συμβατικές προδιαγραφές προβλέφθηκε Διαδικασία Κλιμάκωσης. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, εάν, οποτεδήποτε, στη διάρκεια ισχύος της Σύμβασης, διαπιστωθεί ότι ο Διανομέας δεν συμμορφώνεται με οποιαδήποτε συγκεκριμένη Συμβατική Προδιαγραφή, όπως αυτές ορίζονται στο ως άνω άρθρο 7.3 της Σύμβασης, η ...
δύναται να επιδώσει έγγραφη ειδοποίηση στο Διανομέα, με αίτημα τη λήψη επαρκών μέτρων, προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμόρφωσή του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το ίδιο θα ισχύει οποτεδήποτε, κατά τη διάρκεια της Σύμβασης, διαπιστωθεί ότι ο Διανομέας δεν τελεί σε συνολική συμμόρφωση με τις Συμβατικές Προδιαγραφές, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 7.4 της Σύμβασης.
Ορίστηκε, επίσης, ότι εάν ο Διανομέας συνεχίζει να αδυνατεί να συμμορφωθεί εντός του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, η ... δύναται να καταγγείλει τη Σύμβαση (άρθρο 19.3.1.1 της Σύμβασης). Ακόμα, συμφωνήθηκε ότι, η ... δύναται να καταγγείλει τη Σύμβαση, αν επέλθει οποιαδήποτε ενέργεια ή γεγονός που είναι τόσο βασικής σημασίας και αντιβαίνει στο πνεύμα και τους σκοπούς της Σύμβασης ώστε, με δεδομένες τις σχετικές συνθήκες και τα συμφέροντα του διανομέα και της ...
αντίστοιχα, να μην θεωρείται εύλογο για την ... να συνεχίσει, την επιχειρηματική της σχέση με το Διανομέα στο πλαίσιο της Σύμβασης (άρθρο 19.3.2). Τέλος, ρητά προβλέφθηκε ο προσωπικός χαρακτήρας της Σύμβασης (intuitu personac), σύμφωνα με τον οποίο η Σύμβαση, καθώς και οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση που πηγάζει από αυτήν, δεν είναι δυνατό να μεταβιβασθεί, εκχωρηθεί, ανατεθεί ή πωληθεί από το Διανομέα, εκτός εάν επιτρέπεται από την Σύμβαση ή συμφωνηθεί με άλλον τρόπο από την ....
Την 1-1-2005 συμφωνήθηκε με κοινή απόφαση, η τροποποίηση του Παραρτήματος 6 της Σύμβασης "Παράρτημα Περιθωρίου Κέρδους", ενώ την 1-12-2006 τροποποιήθηκε, επίσης με κοινή συμφωνία, το άρθρο 7 της Σύμβασης και τα Παραρτήματα 5 "Παράρτημα Συμμόρφωσης με τις Προδιαγραφές Διανομέα" και 6 "Παράρτημα Περιθωρίου Κέρδους".
Τα νέα Παραρτήματα αποδέχθηκε η μητρική της ενάγουσας εταιρία και τα σχετικά έγγραφα φέρουν τη σφραγίδα και υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της. Στις 6/10/2006 η μητρική της ενάγουσας εταιρεία μεταβίβασε τα υποκαταστήματα που είχε δημιουργήσει στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας σε άλλο Διανομέα και στις 9/10/2006 ανακοίνωσε στην ...
τη μεταβίβαση αυτή, καθώς και την παραίτησή της από τη Σύμβαση Διανομέα και Εξουσιοδοτημένου Επισκευαστή για την περιοχή της Δυτικής Ελλάδος, με αποτέλεσμα τη λύση της σύμβασης αυτής. Στις αρχές του 2008 η ως άνω μητρική εταιρεία, γνώρισε στην ... ότι πρόκειται να μεταβιβάσει το τμήμα της εμπορίας καινούργιων αυτοκινήτων στην ενάγουσα και ζήτησε τη συναινετική λύση της από 1/10/2003 Σύμβασης Διανομέα Επιβατηγών Αυτοκινήτων, για την περιοχή της Αττικής, όσον αφορά την ίδια, προκειμένου η σύμβαση να συνεχισθεί με την θυγατρική της εταιρεία.
Περαιτέρω, τόσο η μητρική εταιρεία, όσο και η ενάγουσα, διαβεβαίωσαν την εναγομένη ότι η τελευταία θα έχει το δικαίωμα, τουλάχιστον μέχρι τις 13/1/2014, της ακώλυτης χρήσης του ακινήτου που χρησιμοποιείτο ως Κύρια Τοποθεσία Εγκαταστάσεων Διανομέα, επί της οδού .... Προς τούτο εγχείρισαν στην εναγομένη το από 14/1/2008 Συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η μητρική εταιρία παραχώρησε στην ενάγουσα την απόλυτη και ακώλυτη χρήση του καταστήματος στο ..., επί της συμβολής των οδών ..., που χρησιμοποιούσε η μητρική ως Κύρια Τοποθεσία για τη διανομή αυτοκινήτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα ως κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων.
Η διάρκεια της παραχώρησης ορίσθηκε σε έξι (6) συνεχή έτη, με λήξη στις 13/1/2014. Η εναγομένη, με την από 14/5/2008 επιστολή της προς τη Διανομέα συμφώνησε σε συναινετική λύση της ως άνω από 1/10/2003 Σύμβασης Διανομέα Επιβατηγών Οχημάτων και δέχθηκε να συνάψει με την ενάγουσα νέα σύμβαση, που θα διέπεται από τους ίδιους όρους με την από 1/1/2003 Σύμβαση Διανομέα Επιβατηγών Οχημάτων.
Επί πλέον δε ζήτησε η νέα σύμβαση να τελεί υπό τον όρο να χρησιμοποιείται ως Κύρια Τοποθεσία Εγκαταστάσεων Διανομέα το επί της ... ακίνητο, εκμισθωμένο από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Ειδικότερα, στην από 14/5/2008 επιστολή της εναγομένης προς τη Διανομέα αναφέρεται, κατά λέξη, ότι: "Αντιλαμβανόμαστε ότι κατά την γνώμη σας διατηρείτε το δικαίωμα να μεταβιβάσετε την ισχύουσα σύμβαση μίσθωσης της κύριας εγκατάστασής σας (εγκαταστάσεων που βρίσκονται στην οδό ...) με βάση την παραδοχή ότι η ...
ΑΕ θεωρείται ως θυγατρική της ... ΑΕ. Επιπρόσθετα, είστε της γνώμης ότι δύνασθε να εκχωρήσετε το υφιστάμενο συμφωνητικό μίσθωσης στη ... ΑΕ για περίοδο έξι (6) ετών, δηλαδή μέχρι την 13 Ιανουαρίου 2014, παρά το γεγονός ότι η συμβατική διάρκεια της αρχικής σύμβασης μισθώσεως έχει λήξει προ πολλού και η σχετική σύμβαση μισθώσεως έχει καταστεί σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία δύναται να καταγγελθεί από τον εκμισθωτή κατόπιν προειδοποιήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Επισημαίνεται ότι η πιθανή καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως που αρχικά συνήφθη κατά τη διάρκεια του 1982 (σύμβαση μισθώσεως της κύριας εγκαταστάσεώς σας) θα επιδράσει σοβαρά επί της Συμβάσεως Διανομέα της ......". Τον παραπάνω όρο αποδέχθηκε ο Ε. Γ., νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, θέτοντας την υπογραφή του στην ως άνω επιστολή και κάτω από σχετική σημείωση.
Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνηθέντων, υπογράφηκε, στις 26/6/2008 νέα σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης για τη διανομή επιβατικών αυτοκινήτων και συμφωνήθηκε ότι αυτή θα διέπεται από τους όρους της από 1/10/2003 Σύμβασης Διανομέα Επιβατικών Αυτοκινήτων, που είχε συναφθεί μεταξύ της εναγομένης και της μητρικής της ενάγουσας εταιρείας, με εξαίρεση τα Παραρτήματα 3 (Παράρτημα Διευθυντή και Ιδιοκτήτη Διανομέα) και 4 (Παράρτημα Εγκαταστάσεων Διανομέα), τα οποία αντικαταστάθηκαν με νέα Παραρτήματα.
Στο Παράστημα 4 (Παράρτημα Εγκαταστάσεων Διανομέα), συμφωνήθηκε ότι κύρια τοποθεσία των Εγκαταστάσεων Διανομέα της ενάγουσας θα είναι το επί της ... ακίνητο, η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε στην ενάγουσα από την μητρική εταιρία με την επωνυμία "...". Κατά τον χρόνο σύναψης της, ως άνω, σύμβασης (26/6/2008) η εναγομένη είχε το δικαίωμα να διορίζει άλλους Διανομείς ..., καθώς και να επιτρέπει πρόσθετα σημεία άλλων διανομέων ...
εντός της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας (άρθρο 2 της από 26/6/2008 Σύμβασης της εναγομένης με την ενάγουσα, σε συνδυασμό με το άρθρο 4.6 της από 1/10/2003 Σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της μητρικής της ενάγουσας εταιρείας). Αλλά και η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να λειτουργεί πρόσθετα σημεία πώλησης, εκτός της περιοχής ευθύνης της και εντός περιοχών ευθύνης που είχαν παραχωρηθεί σε άλλους διανομείς.
Το δικαίωμα, μάλιστα, αυτό το άσκησε η ενάγουσα, αφού λειτούργησε πρόσθετα σημεία πώλησης εκτός της περιοχής ευθύνης της και συγκεκριμένα στην …., τη ..., Λεωφόρος ... και τα … (βλ. την από 24/10/2006 επιστολή της εναγομένης).
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη εισήγαγε εκ πλαγίου την "αποκλειστική περιοχή", μολονότι είχε επιλέξει για το δίκτυό της την επιλεκτική διανομή. Επίσης, με την επίδικη σύμβαση ρητά προβλέφθηκε το δικαίωμα της ενάγουσας να διανέμει, αγοράζει και πωλεί ανταγωνιστικά προϊόντα (άρθρο 2 της από 26/6/2008 Σύμβασης της εναγομένης με την ενάγουσα, σε συνδυασμό με το άρθρο 10.8 της από 1/10/2003 Σύμβασης μεταξύ της ...
και της μητρικής της ενάγουσας εταιρείας), το δικαίωμα αυτό, επίσης άσκησε η ενάγουσα διανέμοντας ανταγωνιστικά προϊόντα, όπως προκύπτει και από τις από 3/3/2004 και 29/5/2006 επιστολές της μητρικής της ενάγουσας εταιρίας προς την εναγομένη, με τις οποίες την ενημερώνει ότι θα πραγματοποιεί πωλήσεις ανταγωνιστικών προϊόντων (multi-branding) από τα σημεία πώλησης στον ….
και στο ... (...). Σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, ελλείπουν από την ένδικη σύμβαση οι ως άνω αναγκαίες ουσιαστικές προϋποθέσεις-συμβατικές υποχρεώσεις για να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής και κυρίως απουσιάζει το πλέον ουσιώδες στοιχείο, δηλαδή εκείνο της ανάληψης από το διανομέα της υποχρέωσης του μη ανταγωνισμού και της προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων της αντιπροσώπου.
Επομένως, η μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης σύμβαση εμπορικής συνεργασίας είναι σύμβαση απλής διανομής, η οποία δεν υπόκειται στην ειδική ρύθμιση των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ/τος 219/1991, οι οποίες εφαρμόζονται επί εμπορικής αντιπροσωπείας.
Ορθά λοιπόν, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο κατέληξε, στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του π.δ. 219/1991 και 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του εν λόγω π.δ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", εφόσον κατά τις σχετικές παραδοχές αυτού η εναγομένη-αναιρεσίβλητη (παραγωγός) είχε το δικαίωμα να διορίζει και άλλους διανομείς ..., καθώς και να επιτρέπει πρόσθετα σημεία άλλων διανομέων ...
εντός της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας (διανομέα), ενώ και η τελευταία είχε το δικαίωμα να λειτουργεί πρόσθετα σημεία πώλησης, εκτός της περιοχής ευθύνης της και εντός περιοχών ευθύνης που είχαν παραχωρηθεί σε άλλους διανομείς και μάλιστα η ίδια άσκησε το δικαίωμα αυτό, αφού λειτούργησε πρόσθετα σημεία πώλησης εκτός της περιοχής ευθύνης της και συγκεκριμένα στην …., τη …., το …και τα ….
Επίσης, με την επίδικη σύμβαση είχε ρητά προβλεφθεί το δικαίωμα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας (διανομέα) να διανέμει, αγοράζει και πωλεί ανταγωνιστικά προϊόντα και μάλιστα αυτή άσκησε το εν λόγω δικαίωμά της διανέμοντας ανταγωνιστικά προϊόντα από τα σημεία πώλησης στον …. και το .... Με τα δεδομένα αυτά στην προκειμένη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ελλείπουν τα βασικά στοιχεία για το χαρακτηρισμό της ως αποκλειστικής διανομής και συγκεκριμένα η αυτοδέσμευση του παραγωγού (αναιρεσίβλητης) να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του διανομέα (αναιρεσείουσας) μέσα στην περιοχή της διανομής, καθώς και η υποχρέωση του διανομέα να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.
Επομένως, η εν λόγω έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους δεν έχει το χαρακτήρα της αποκλειστικής, αλλά της απλής διανομής και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, ούτε εκείνες του Κανονισμού 1400/2002/ΕΚ. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η απαγόρευση ανταγωνισμού δεν ανάγεται σε αναγκαία προϋπόθεση για την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε αποκλειστικότητα στην προσδιορισθείσα από τη σύμβαση γεωγραφική περιοχή ευθύνης της, στην οποία πράγματι αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την αντίδικο δραστηριοποιήθηκε, είναι αβάσιμες.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τις ως άνω νομικές σκέψεις, η απαγόρευση ανταγωνισμού είναι ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της αποκλειστικότητας μιας σύμβασης διανομής, με κυρίαρχο βέβαια (στοιχείο) αυτό της αποκλειστικότητας της εδαφικής περιοχής, ενώ, καθόσον αφορά στο τελευταίο στοιχείο οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων, που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται ότι στην παρούσα σύμβαση υφίσταται έλλειψη των απαιτουμένων στοιχείων για τη συγκρότηση της έννοιας της αποκλειστικής διανομής και μάλιστα αυτών της αποκλειστικότητας στη διανομή προϊόντων στη συγκεκριμένη περιοχή διανομής και της απαγόρευσης διάθεσης ανταγωνιστικών προϊόντων στην ίδια περιοχή, πράγμα που αναιρεί την ένταξη της αναιρεσείουσας διανομέα στο δίκτυο διανομής της αναιρεσίβλητης (παραγωγού-προμηθεύτριας), με την έννοια να αποτελεί αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της τελευταίας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Η σύμβαση διανομής, ως ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί με καταγγελία, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ, που, κατά ρητή επιταγή του άρθρ. 91 ΕμπΝ εφαρμόζονται στη σύμβαση παραγγελίας, η οποία ομοιάζει, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της, με τη σύμβαση διανομής. Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται είναι και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς δηλαδή να δεσμεύεται από προθεσμία. Εξάλλου, παράνομη συμπεριφορά, που κατά την ΑΚ 914 δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος).
Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του.
Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση για την τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, και άρα η τυχόν, προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγείλαντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του ότι η συμπεριφορά αυτή εντασσόμενη ουσιαστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής, επιβάλλεται από τον νόμο κατ' άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 804/2015, AΠ 1933/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς την καταγγελία της επίμαχης σύμβασης και τα συνδεόμενα με αυτήν αγωγικά κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 19/1/2009, η ενάγουσα πληροφόρησε την εναγομένη ότι: "όσον αφορά την κεντρική μας μονάδα, επί της ...
ενδέχεται να διακοπεί η λειτουργία της στο τέλος Ιανουαρίου λόγω ιδιόχρησης από τον ιδιοκτήτη". Η τελευταία, με την από 22/1/2009 επιστολή της, ζήτησε κάθε σχετικό έγγραφο και διευκρινίσεις επί του θέματος αυτού. Η ενάγουσα απάντησε την ίδια ημέρα (22/1/2009), με επιστολή της υπογραφόμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, στην οποία επισύναψε και αντίγραφο της Εξώδικης Δήλωσης με Πρόσκληση του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος που είχε κοινοποιηθεί στις 23/10/2008 στη μητρική της εταιρεία και ζητούσε να παραδοθεί το μίσθιο ακίνητο μέχρι τις 31/10/2008.
Ειδικότερα, στην εξώδικη αυτή δήλωση αναφέρονταν τα ακόλουθα: "Την 11-4-2008 σας επιδόθηκε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της άνω, με αριθμό 2751/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά της, από 09-04-2008, δεύτερης επιταγής για απόδοση της χρήσης της οικοπεδικής έκτασης ιδιοκτησίας σας, επιφανείας 12,5 στρεμμάτων, που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ….
και επί του, με αριθμό …., οικοδομικού τετραγώνου, το οποίο περικλείεται από τη ... και τις οδούς ... και η οποία σας έχει εκμισθωθεί από εμάς με το, από 2-1-1982, ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, καθώς και για πληρωμή δικαστικής δαπάνης 300,00 Ευρώ, εξόδων πρώτης επιταγής 200,00 Ευρώ και εξόδων δεύτερης επιταγής 150,00 Ευρώ.
Με την από 15-04-2008 με Γ.Α.Κ. 80401/2008 και Α.Κ.Λ. 121/2008, ανακοπή σας εναντίον μας και κατά της από 09-0.4-2008 επιταγής για εκτέλεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και με τους από 21-04-2008 με Γ.Α.Κ. ...6/2008 και Α.Κ.Δ. 130/2008, ένδικους πρόσθετους λόγους ανακοπής ζητήσατε την ακύρωση της άνω επιταγής. Με την από 16-04-2008 με Γ.Α.Κ. ...4/2008 και Α.Κ.Δ. 5993/2008 αίτηση αναστολής εκτέλεσης εναντίον μας ζητήσατε την αναστολή εκτέλεσης της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται δυνάμει της με αριθμό 2751/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της άνω από 09-04-2008, δεύτερης επιταγής μας προς εκτέλεση.
Επί της άνω αίτησης αναστολής εκτέλεσης έχει εκδοθεί η με αριθμό 7777/19-09-2008 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την 26η Σεπτεμβρίου 2008 συζητήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η άνω ανακοπή σας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση...".
Η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέτασσε την απόδοση του μίσθιου ακίνητου, είχε καταστεί τελεσίδικη μετά την έκδοση της με αριθμό 1969/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από τα ως άνω αποδεικνύεται ότι, τόσο στις 14/1/2008, όταν παραχωρήθηκε στην ενάγουσα η χρήση του μισθίου, όσο και στις 15/5/2008, όταν ο νόμιμος εκπρόσωπός της αποδέχθηκε τον όρο που έθεσε η εναγομένη στην από 14/5/2008 επιστολή της, η ενάγουσα γνώριζε την ύπαρξη των πιο πάνω αποφάσεων και την έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης για απόδοση του μισθίου.
Παρ' όλα αυτά διαβεβαίωνε την εναγομένη ότι θα είχε την ακώλυτη χρήση του ακινήτου, που βρισκόταν επί της συμβολής των οδών ..., τουλάχιστον μέχρι τις 13/1/2014. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη γνώριζε την κατάσταση του ακινήτου και τις δικαστικές ενέργειες του TEE εναντίον της και ότι αυτό διατυπώθηκε στο Παράρτημα 4 της Σύμβασης, διότι στο Παράρτημα αυτό δεν αναγράφεται η διάρκεια της μίσθωσης.
Ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος, καθώς από μόνη την μη αναφορά της διάρκειας της σύμβασης δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί πλήρους και εμπεριστατωμένης γνώσης της εναγομένης όσον αφορά την κατάσταση του ακινήτου. Είναι βέβαια, γεγονός, ότι η εναγομένη γνώριζε, γενικώς, για το ενδεχόμενο διεκδίκησης του ακινήτου από το TEE, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 14/5/2008 επιστολής της.
Ωστόσο, από την ίδια επιστολή προκύπτει, αφενός μεν η διαβεβαίωση της ενάγουσας ότι η διεκδίκηση αυτή θα είναι ανενεργός, τουλάχιστον μέχρι τις 13/1/2014, αφετέρου δε η επισήμανση της εναγομένης ότι η πιθανή καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης θα επιδράσει σοβαρά επί της Σύμβασης Διανομής. Εξάλλου, με τον όρο 2 της από 26/6/2008 Σύμβασης που σύναψε η εναγομένη με την ενάγουσα, ρητά προβλέφθηκε ότι: "Η ...
δύναται να καταγγείλει την παρούσα ΣΥΜΒΑΣΗ αν επέλθει οποιαδήποτε ενέργεια ή γεγονός που είναι τόσο βασικής σημασίας και αντιβαίνει στο πνεύμα και τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης ώστε με δεδομένες τις σχετικές συνθήκες και τα συμφέροντα του ΔΙΑΝΟΜΕΑ και της ... αντίστοιχα να μην θεωρείται εύλογο για την ...
να συνεχίσει την επιχειρηματική της σχέση με τον ΔΙΑΝΟΜΕΑ στο πλαίσιο της παρούσας ΣΥΜΒΑΣΗΣ". Κατόπιν αυτών, η εναγομένη, κάνοντας χρήση του ανωτέρω όρου, σε συνδυασμό με τον όρο 19.3.2 της από 1/10/2003 Σύμβασης μεταξύ αυτής και της μητρικής της ενάγουσας εταιρείας, κατήγγειλε, στις 29/1/2009, την σύμβαση μεταξύ αυτής και της ενάγουσας.
Η καταγγελία αυτή, συνιστούσε άσκηση συμβατικά προβλεπόμενου δικαιώματος της εναγομένης, το οποίο κρίνεται ως δικαιολογημένο, ενόψει της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της ενάγουσας, η οποία, αν και γνώριζε ότι είχε κινηθεί σε βάρος της διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την απόδοση του μισθίου, το απόκρυψε από την εναγομένη, διαβεβαιώνοντάς την μάλιστα ότι θα είχε την ακώλυτη χρήση του μισθίου μέχρι τις 13/1/2014.
Ούτε, βέβαια, καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματός της αυτού εκ του γεγονότος ότι η ενάγουσα είχε ανεύρει άλλο μίσθιο σε παρακείμενο σημείο, όπου θα μπορούσε να λειτουργήσει την επιχείρησή της, αφού η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση, ούτε από τη σύμβαση ούτε κατά την κοινή αντίληψη, να αποδεχθεί το νέο αυτό χώρο, δεδομένου, άλλωστε, ότι είχε πλέον κλονισθεί σοβαρά η εμπιστοσύνη της προς την ενάγουσα, λόγω της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της τελευταίας.
Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης, ούτε κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω καταγγελία έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ούτε ότι συνοδεύτηκε από δυσφημιστικές διαδόσεις που εξέθεσαν σε κίνδυνο την εμπορική πίστη και την επαγγελματική φήμη της ενάγουσας ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια της εναγομένης περί απόσπασης της πελατείας της ενάγουσας.
Κατόπιν αυτών, απορριπτέες κρίνονται οι αξιώσεις της ενάγουσας, περί θετικής ζημίας και διαφυγόντων κερδών, κατά το μέρος που επιχειρούν να θεμελιωθούν στην ως άνω επικαλούμενη, παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης. Ορθά, λοιπόν, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο κατέληξε στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης.
Εφόσον δε, δεν αποδείχθηκε καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τυγχάνει και το κονδύλιο των 175.881,71 ευρώ, το οποίο κρίθηκε νόμιμο και αφορούσε τα ποσά που η ενάγουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατέβαλε για αποζημιώσεις, φόρους και εισφορές, επειδή έκλεισε τα περισσότερα από τα καταστήματα της και απέλυσε τους υπαλλήλους της...Εφόσον δε, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τυγχάνει και το κονδύλιο των 126.560 ευρώ, το οποίο κρίθηκε νόμιμο και αποτελούσε τη διαφορά ανάμεσα στο κέρδος που θα αποκόμιζε η ενάγουσα υπό κανονικές συνθήκες κι εκείνο που πράγματι αποκόμισε, λόγω της θέσης της από την εναγομένη σε διαδικασία κλιμάκωσης...Κατόπιν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, μόνο ως προς τον τρίτο και τέταρτο λόγους της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Στη συνέχεια, και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τα ανωτέρω κεφάλαια που κρίθηκαν νόμιμα, θα κρατηθεί η αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά και αφού δικαστεί από το παρόν δικαστήριο, θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 281, 297, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε και ούτε ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού τα γενόμενα ως δεκτά πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονταν στις προϋποθέσεις αυτών των διατάξεων.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων, που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά στις αξιώσεις της ενάγουσας περί θετικής ζημίας και διαφυγόντων κερδών, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στην ως άνω επικαλούμενη παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, με σαφήνεια και επάρκεια εκτίθεται ότι αυτή (καταγγελία) συνιστούσε άσκηση συμβατικά προβλεπόμενου δικαιώματος της εναγομένης, το οποίο κρίνεται ως δικαιολογημένο, ενόψει της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της ενάγουσας, η οποία, αν και γνώριζε ότι είχε κινηθεί σε βάρος της διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την απόδοση του μισθίου, το απέκρυψε από την εναγομένη, διαβεβαιώνοντάς την μάλιστα ότι θα είχε την ακώλυτη χρήση του μισθίου μέχρι τις 13-1-2014.
Επίσης, στην απόφαση αυτή αναφέρεται με πληρότητα ότι δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος αυτού της εναγομένης από το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ανεύρει άλλο μίσθιο σε παρακείμενο σημείο, όπου θα μπορούσε να λειτουργήσει την επιχείρησή της, αφού η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση, ούτε από τη σύμβαση ούτε κατά την κοινή αντίληψη, να αποδεχθεί το νέο αυτό χώρο, ενόψει μάλιστα και του ότι είχε πλέον κλονισθεί σοβαρά η εμπιστοσύνη της προς την ενάγουσα, λόγω της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της τελευταίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές δεν ήταν αναγκαίο στην παρούσα περίπτωση να περιλαμβάνονται αιτιολογίες σχετικά με τη λειτουργικότητα και επιχειρηματική αξία του ως άνω νέου χώρου, που είχε ανεύρει η ενάγουσα, σε σχέση με τον παλαιό χώρο, ενόψει μάλιστα και της ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτης παραδοχής αυτής περί σοβαρού κλονισμού της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς την ενάγουσα, λόγω της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της τελευταίας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.
ΙV. Με τον πιο πάνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο δε του ανωτέρω λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 1/1995, ΟλΑΠ 57/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αφορά στο κονδύλιο (αίτημα) της ένδικης αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης συνολικού ύψους 2.270.548,82 ευρώ για τις αναφερόμενες παράνομες και αντισυμβατικές πράξεις της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια της σύμβασης, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 1400/2002, των άρθρων 1 και 2 του ν. 3959/2011, 101 και 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 1 του α.ν. 146/1914, καίτοι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σε τι συνίσταται το αναφερόμενο νομικό σφάλμα και συγκεκριμένα ποιές είναι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από το σύνολο των παραδοχών αυτής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, οι οποίες δικαιολογούν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 προκύπτει ότι από την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας.
Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξίωσης απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση, από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα, ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα.
Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης.
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991.
Είναι δε προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και εκείνης της αποκλειστικής διανομής για τον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή ανάλογα με τη διάρκειά της, αξιολογώντας ότι η κατ' ανώτατο όριο προθεσμία των έξι μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα.
Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρέκκλισης από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", καθώς και των άρθρων 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1441/2015, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 1784/2014). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο ως προς το κονδύλιο (αίτημα) της ένδικης αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης συνολικού ύψους 3.000.915 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη κατά τα επόμενα πέντε έτη (2009 έως και 2013) από την αναφερόμενη παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της επίδικης σύμβασης δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωση του αιτήματος της σε αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 του π.δ. 219/1991 κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς έφερε χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ζήτησε διαφυγόντα κέρδη, τα οποία, όπως υποστηρίζει, θα αποκόμιζε για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την καταγγελία της σύμβασης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμο το αίτημα μόνο για ένα έτος και το απέρριψε κατά τα λοιπά, κρίση για την οποία παραπονείται η εκκαλούσα με τον έκτο λόγο της έφεσης της. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, όπως η επίδικη, τα διαφυγόντα κέρδη (προμήθειες και αμοιβές) που δικαιούται ο αντιπρόσωπος είναι αυτά που θα εισέπραττε μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί κατά τις διατάξεις του π.
δ/τος 219/1991 για την καταγγελία της σύμβασης, και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, είναι, κατ' αρχήν και σύμφωνα με το νόμο, έξι μήνες, εφόσον η σύμβαση είχε διαρκέσει για χρονικό διάστημα πέραν των έξι ετών. Ωστόσο, στην ένδικη σύμβαση, οι διάδικοι είχαν ορίσει, με το άρθρο 19.2 αυτής, ότι η προθεσμία καταγγελίας για την ...
θα είναι ένα έτος. Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη, εφόσον επιμηκύνει και δεν περιορίζει την προθεσμία καταγγελίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ/τος 219/1991, όπως τούτο ισχύει, δεν είναι δυνατόν, με συμφωνία των συμβαλλομένων, να οριστεί μικρότερη, από την οριζόμενη με την διάταξη αυτή, προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης.
Από την διάταξη αυτή, εξ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι επιτρέπεται, με συμφωνία των συμβαλλομένων, να οριστεί μεγαλύτερη προθεσμία, αφού η μακρύτερη αυτή προθεσμία είναι προς όφελος των συμβαλλομένων και δη του αντιπροσώπου, τον οποίο και, ως ασθενέστερο μέρος της σύμβασης, επιδιώκει να προστατεύσει ο νομοθέτης, προς αποφυγή αιφνιδιασμού του.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα της ενάγουσας να αξιώσει διαφυγόντα κέρδη περιορίζεται σε ένα έτος, ανεξαρτήτως της, τυχόν, παραβίασης από την εναγομένη και άλλων νόμων, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν. Ορθά, λοιπόν, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε, ως μη νόμιμες, τις αξιώσεις της ενάγουσας για το πέραν του έτους χρονικό διάστημα, γι' αυτό και απορριπτέος τυγχάνει ο έκτος λόγος έφεσης".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 146/1914 και 298 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού τα γενόμενα ως δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων. Τούτο δε διότι στην προκείμενη περίπτωση ως προς την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη συνολικού ύψους 3.005.915 ευρώ κατά τα επόμενα πέντε έτη από την επικαλούμενη ως άνω παράνομη και καταχρηστική καταγγελία, δεν καταλείπονται περιθώρια απόκλισης από τη συγκεκριμένη ειδική νομοθετική ρύθμιση (π.δ. 219/1991) με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. VΙ. Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ.
γ', η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σ' αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α' του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Είναι όμως αναγκαία στην περίπτωση αυτή η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή η ανυπαρξία των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία (Ολ ΑΠ 22/2003, ΑΠ 170/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 2019/2007 ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 30-12-2009 αγωγής της αναιρεσείουσας για την εκτίμηση του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής:
Με την ένδικη από 30-12-2009 αγωγή της, η ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι, στις 28/1/2009 η εναγομένη, εντελώς αιφνίδια και καταχρηστικά, κατήγγειλε την μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενη Σύμβαση Διανομής Οχημάτων, επικαλούμενη κλονισμό της εμπιστοσύνης της, επειδή η ενάγουσα (και πριν από αυτήν η μητρική της εταιρεία) δεν την είχε ενημερώσει για τον δικαστικό αγώνα που υπήρχε μεταξύ της ιδίας και του εκμισθωτή της, Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, για την απόδοση του μισθίου.
Ότι, η εναγομένη καρπώθηκε τα ωφελήματα από την πελατεία που η ενάγουσα, η οποία ενεργούσε ως αποκλειστική διανομέας, είχε προσελκύσει, πελατεία την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, ανερχόμενη η σχετική ωφέλεια στο ποσό του 1.397.421 ευρώ. Ότι, επίσης, η εναγομένη, με τις αντισυμβατικές και αντικείμενες στα χρηστά ήθη ενέργειές της, και κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, που υφίστατο μεταξύ των συμβαλλομένων, προκάλεσε στην ενάγουσα ζημία και έπληξε την καλή φήμη και εμπορική της πίστη.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι η από 28/1/2009 καταγγελία της εναγομένης είναι παράνομη, καταχρηστική και αντισυμβατική, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει τα εξής ποσά: 1) το ποσό του 1.397.420 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, 2) το ποσό των 2.270.548,82 ευρώ, ως θετική ζημία από τις παράνομες και αντισυμβατικές της πράξεις κατά τη διάρκεια της σύμβασης, 3) το ποσό των 3.005.915 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη για τα επόμενα πέντε έτη (1/1/2009 έως 31/12/2013) από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, 4) το ποσό των 6.175.881,71 ευρώ, ως θετική ζημία της από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, 5) το ποσό των 4.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, τα ως άνω ποσά, επικουρικά οφειλόμενα και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, ιδιοποιούμενη κέρδος που δεν της αναλογούσε βάσει της αρχικής σύμβασής τους.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, ενώ δεν γίνεται σ' αυτήν, έστω και απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία.
Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-4-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2655/2017 τελεσίδικη απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ