Supreme Court annuls appeal judgment for failure to consider sworn witness testimony and remands for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's judgment for failing to consider a specific sworn witness certificate and incorrectly citing the grounds for a prior annulment. The appellant argued that the lower court ignored evidence that should have been weighed, while the appellees contested the procedural errors. Consequently, the court remanded the case for a new substantive hearing to ensure all evidence is properly evaluated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340 and 346 of the Code of Civil Procedure; In cases involving sworn witness certificates, the court must consider all evidence presented, and an error in failing to weigh such evidence constitutes grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1325 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1325/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. χήρας Γ. Β. το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χαρίτο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 821/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 5166/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22-7-2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1651/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3871/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.
Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015) περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έγιναν νομοτύπως κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε κατά τα προεκτεθέντα. Οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα.
Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο. Αν το δικαστήριο δεν συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 604/2013, 1651/2012).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ., 61, 65, 67 και 70 Α.Κ. προκύπτει ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και για την ταυτότητα του λόγου ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.
Τούτο συνάγεται κυρίως από το άρθρο 415 Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.
Συνεπώς η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοικήσεως αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του κατά τα ανωτέρω. Και ναι μεν κατά την τελευταία αυτή διάταξη, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε, και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά τη διαδικασία αυτή και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ. και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που τα προσκομίζει (Α.Π. 2194/2014, 715/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 10-6-2005 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εργοδότριά του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής κατ' αυτής και προσωπικής κρατήσεως κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, νόμιμης εκπροσώπου της, και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, διαφορά πρόσθετης ετήσιας παροχής, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως για διαφορά αποζημιώσεως απολύσεως.
Για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του ο ενάγων επικαλέσθηκε και προσκόμισε μεταξύ άλλων: α) πρωτοδίκως και κατ' έφεση την …/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Σ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ., η οποία είχε ληφθεί μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος καταχωρηθείσα στα …/2007 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) κατ' έφεση την …/5-11-2013 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Ζ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία είχε ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις …/4-11-2013 και …/4-11-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ., τις οποίες επίσης επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων. Εξ άλλου οι εναγόμενες για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν πρωτοδίκως και κατ' έφεση, μεταξύ άλλων, την …/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Χ.
Ε. (μέλους του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης) ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ρ.. Όπως όμως κατά λέξη αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο σχημάτισε την κρίση του: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από την υπ' αριθμ.
…/28-4-06 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ., που προσκομίζει ο ενάγων, η οποία έχει ληφθεί μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση... από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. …, …, …/9-5-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ρ., οι οποίες ελήφθησαν μετά την συζήτηση της υποθέσεως αλλά εντός της τριήμερης προθεσμίας για την προσθήκη-αντίκρουση μετά νομότυπη πρόσκληση του ενάγοντος στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά [της υπ' αριθμ.
…./9-5-2006 ένορκης βεβαιώσεως ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου του μέλους του Δ.Σ. της εναγομένης Χ. Ε., η οποία νομίμως λαμβάνεται υπόψιν προς σχηματισμό δικανικής κρίσης μετά την με αριθμ. 1651/2012 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (τμήμα Β, Πολιτικό)], από τις υπ' αριθμ. …, …, …/8-4-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κρωπίας, οι οποίες ελήφθησαν μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος...
και από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις εξής αναιρετικές πλημμέλειες: Α) Παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.), ήτοι:
α) την …/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Σ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. και β) την …/5-11-2013 ένορκη βεβαίωση του Σ. Ζ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες κατά τα ανωτέρω επικαλέσθηκε ο ενάγων και τις οποίες αυτός προσκόμισε εφόσον το εφετείο δεν βεβαιώνει το αντίθετο. Β) Παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
α Κ.Πολ.Δ.), ήτοι την …/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ρ., η οποία κατά τα προεκτεθέντα είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο αφού, όπως έγινε δεκτό με την ίδια την προσβαλλομένη, ο ενόρκως βεβαιών είχε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης.
Στις πιο πάνω πλημμέλειες υπέπεσε το εφετείο: α) παρά το ότι με τη 1651/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου είχε αναιρεθεί η προηγουμένως εκδοθείσα επί της υπό κρίση διαφοράς 5166/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον ίδιο λόγο, ήτοι διότι δεν είχε ληφθεί υπόψη η …/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Σ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Τ. και β) δεχόμενο ανακριβώς ότι με την ανωτέρω 1651/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου είχε αναιρεθεί η 5166/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διότι δεν είχε ληφθεί υπόψη η …/9-5-2006 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ρ..
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι, πρέπει δε κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. υποχρεώσεως του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Συνεπώς, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3871/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ