Supreme Court partially allows appeal against municipal council regarding unconstitutional salary discrimination for public employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by a municipal council against a lower court decision. The council argued that a specific salary supplement granted to certain public employees violated the principle of equality before the law by excluding other similarly situated employees. The court ruled that the lower court erred in applying the law, finding the specific supplement to be a personal benefit tied to the nature of the work rather than a general salary increase. Consequently, the court annulled the lower court's decision regarding the council but upheld the case against other plaintiffs, ordering the municipality to pay the disputed amounts to the affected employees.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 § 4 of the Constitution; Art. 14 § 3 of Law 3016/2002: A specific salary supplement granted to a particular category of public employees constitutes a personal benefit inextricably linked to the nature of their work and cannot be offset against general salary increases or excluded from other benefits without violating the principle of equality before the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1325 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1325/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου ... που εδρεύει στην ομώνυμη πόλη του Ν. Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατάθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Λ., 2)Κ. Α. του Β., 3)Π. Β. του Α., 4)Δ. Γ. του Ν., 5)Α. Δ. του Ι., 6)Μ. Δ. του Ι., 7)Κ. Δ. του Ι., 8)Β. Ε. του Γ., 9)Χ. Κ. του Δ., 10)Χ. Κ. του Κ., 11)Τ. Κ. του Γ., 12)Η. Μ. του Ε., 13)Ι. Μ. του Σ., 14)Σ. Μ. του Μ., 15)Β. Ο. του Χ., 16)Ν. Π. του Ε., 17)Ι. Π. του Λ., 18)Χ. Π. του Ι., 19)Α. Σ. του Μ., 20)Π. Τ. του Σ., 21)Μ. Τ. του Θ., 22)Ε. Τ. του Κ., 23)Β. Τ. του Α., 24)Κ. Τ. του Θ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων δήμος με την από 30/9/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 2/5/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η διάταξη του άρθ.4§4 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας και κάνοντας διακρίσεις, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε αυτή που διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που εξαιρούνται αδικαιολόγητα. Η παροχή, όμως, αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγουμένης εξουσιοδότησης προς την Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα σχετικά με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, καταρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσής της, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστήριο κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτήν υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "§1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.
§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους....§6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλά διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες να επεκτείνουν ενόλω ή ενμέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από ΚΥΑ εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παρ.1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.
που δεν συμμετείχαν στην σύναψη συλλογικών συμβάσεων, σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων οι ως άνω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 176€.
Προϋπόθεση, δηλαδή, για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στο άρθ.14§3 ν.3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στην σχετική αιτιολογική ρύθμιση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μην λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό, σε περίπτωση δε υπάλληλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό των 176€, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω ΚΥΑ, μόνον η διαφορά έως το ως άνω ποσό.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπομένη απ' αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των 176€ (ΠλΟλΑΠ16/2015).
Η τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθ.14§§3 και 4 ν.3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση ΚΥΑ για την χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ. συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει την φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτήν, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, την διακριτική ευχέρεια, υπό τις εκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για την χορήγησή της.
Ακολούθως, με το άρθ.28§4 ν.3205/2003 καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθ.56 αυτού), εκτός των άλλων, το άρθ.14 του ν.3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του. Με το άρθ.24§3 του ίδιου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων ενγένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ.2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.14 του ν.3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου...Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθ.14 ν.3016/2002 καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μην χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176€, με βάση ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176€, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτήν, μειουμένη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης (ΠλΟλΑΠ 16/2015), η ρύθμιση δε αυτή έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω καταβαλλομένων μέχρι την μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομοθετικού καθεστώτος (ΑΠ 699/2014).
Τέλος, από την διάταξη του άρθ.2§3 ν.3336/2005 που ορίζει ότι Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 14 του Ν.3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς της ειδικής παροχής των 176€ σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 10-1-2004 σε υπηρεσίες όπου διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή αυτή, είναι να την λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της σ' αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μην λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176€, που συμψηφίζονταν με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία (ΠλΟλΑΠ 16/2015).
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ.14 ν.3016/2002, όσο ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντιστοίχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88€ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 178€ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν.2470/1997, και γενικά του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου των υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετουμένους από άλλα υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από την μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, δικάζοντας ως Εφετείο επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) κατά του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ... με αντικείμενο την επιδίκαση της ως άνω ειδικής παροχής, με την προσβαλλομένη 58/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο ...
μετά την 1-1-2004, πλην των 3ου και 5ης που προσλήφθηκαν την 1-8-2003, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εργάσθηκαν κατά τα αναφερόμενα εκεί χρονικά διαστήματα και με τις εκτιθέμενες ειδικότητες, αμειβόμενοι σύμφωνα με τους ν.2470/1997 (μέχρι την 31-12-2003) και 3205/2003 (από 1-1-2004), ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν την κατ' άρθ.14 ν.3016/2002 παροχή των 176€ μηνιαίως, αφού η διαδοχική χορήγησή της σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού και οι ενάγοντες πληρούν την μοναδική ως άνω προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, στο οποίο δεν υπάρχει ειδική αιτιολόγηση καταβολής αυτής στους ρητά κατονομαζόμενους δικαιούχους της, ότι η μη χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής στους ενάγοντες οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για τους ενάγοντες, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει και για τις κατηγορίες των εργαζομένων, υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες, πλην του 3ου και της 5ης, προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο μετά την 1-1-2004, αφότου καταργήθηκαν με το άρθ.28§4 ν.3205/2003 το άρθ.14 ν.3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δεν αναιρεί το δικαίωμα των εναγόντων προς λήψη της επίδικης παροχής, διότι αφενός η παροχή αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά με το άρθ.24 ν.3205/2003 για όλους τους υπαλλήλους, στους οποίους είχε χορηγηθεί με τις ΚΥΑ αυτές και συνέχισε να τους καταβάλλεται προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους και αφετέρου με την διάταξη του άρθ.2§3 του ν.3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγείτο ήδη η παροχή, ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, πέραν των τακτικών αποδοχών τους, το επίδομα ειδικής απασχόλησης εργαζομένων σε ΟΤΑ (άρθ.8§8 ν.2470/1997, 8§6 ν.3205/2003), δεν αναιρεί το δικαίωμά τους, αφού το επίδομα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας των εναγόντων, ενώ η επίδικη παροχή αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού και κατά συνέπεια οι δύο παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης, κατά την ειδική έννοια του άρθ.14§3 ν.3016/2002, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού έκρινε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων έχουν παραγραφεί, κατά το αναφερόμενο εκεί μέρος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς ενάγοντες που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη, την δέχθηκε κατά τα λοιπά και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στους ενάγοντες εα εκεί αναφερόμενα ποσά.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Εδεσσας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον μάλιστα δεν δέχθηκε ειδικότερα ως προς τους 3ο και 5η των αναιρεσιβλήτων εναγόντων ότι η παροχή αυτή είχε διατηρηθεί και καταβαλλόταν ως προσωπική παροχή και μετά την 1-1-2004 ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, στο οποίο εργάζονταν οι ενάγοντες αυτοί.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της και κατ' εκτίμηση αυτού από το άρθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση, που δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, από το Δικαστήριο αυτό (άρθ.580§3 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί ως προς αυτούς η αγωγή, η οποία ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη σημεία της ιστορικής της βάσης με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ν' απορριφθεί αυτή ως προς τους παραπάνω ενάγοντες ως μη νόμιμη και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού, καθώς και της αναιρετικής δίκης, σύμφωνα με το άρθ.179 περ.
τελευταία ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 58/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας ως προς τους αναιρεσείοντες.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς αυτούς.
Δικάζει ως προς τους αναιρεσείοντες την από 11-11-2006 (και με αριθ. έκθ. κατ. 497/2006) αγωγή.
Την απορρίπτει ως προς αυτούς.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα αυτών του δευτέρου βαθμού, καθώς και της αναιρετικής αυτής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ