Legislator Case Law & Legislation
1325/2012 AI generated

1325/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1325/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1325/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως το Εφετείο που έκρινε σαφή και ορισμένη την παραπάνω αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη και η προβαλλόμενη με τον έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αντίθετη, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.

Keywords

AI generated
monetary measures means of payment transmission of bank documents negotiable instrument bank charges credit transfer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1325 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1325/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Α. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Χιωτέλλη.

Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης (ν. 2330/1995)", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον εκκαθαριστή της Κ.-Γ. Τ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 700/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1473/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2008 αίτησή του και τους από 12-1-2009 πρόσθετους λόγους, όπου εκδόθηκε η 1029/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών-αναιρεσείων με την από 4-7-2011 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμ. Κλαδογέννης ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 904 εδ.α' ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατά την έννοια δε του εδαφίου β' περ.α' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται και σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό. Πρέπει δε επιπλέον να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως (ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 917/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10-7-1989 αγωγή η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, ότι κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, κατά τους λεπτομερώς αναφερομένους στην αγωγή χρόνους, αχρεωστήτως το συνολικό ποσόν των 715.000.000 δρχ., χωρίς να υπάρχει συμβατική ή εξωσυμβατική σχέση με αυτόν και ότι ο τελευταίος εισέπραξε το ως άνω ποσόν, αν και γνώριζε την ανυπαρξία συμβατικής ή άλλης υποχρεώσεως της εναγούσης έναντι αυτού, με συνέπεια να καταστεί εκείνος αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας της.

Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αίτημα με τις προτάσεις της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει το παραπάνω ποσόν με το νόμιμο τόκο για το κάθε επιμέρους ποσόν από την επομένη της εισπράξεώς του, αλλιώς από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, γιατί περιέχει επαρκή εξειδίκευση τόσο των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντα, όσο και του αντικειμένου της διαφοράς.

Δεν απαιτείται δε για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρεται σε αυτήν και ο τρόπος που έγιναν οι χρηματαποστολές, τα συνοδευτικά έγγραφα τούτων, ο τρόπος καταβολής των χρημάτων και η δικαιολογία καταβολής ενός τόσο μεγάλου ποσού από μία Τράπεζα σε ιδιώτη χωρίς κάποια νόμιμη αιτία. Υπό τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή υφίσταται και η αμεσότητα της περιουσιακής μετακινήσεως από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του αναιρεσείοντα και της ζημίας της αναιρεσίβλητης.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε σαφή και ορισμένη την παραπάνω αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη και η προβαλλόμενη με τον έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αντίθετη, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτήν, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του πορίσματος της εκτίμησης αυτής, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά την διενέργεια του ελέγχου της οικονομικής και λογιστικής καταστάσεως της αναιρεσίβλητης, ο οποίος διενεργήθηκε από τον Προσωρινό Επίτροπο, που διορίσθηκε σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 1375/19-10-88 (ΦΕΚ/Α/19-10-88) πράξη του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος και εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 1416/23-12-38 (ΦΕΚ 292/Α/23-12-1989) πράξη επίσης του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, προέκυψαν τα εξής:

Χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους δρχ. επτακοσίων δέκα πέντε εκατομμυρίων, (715.000.000) σε μετρητά είχαν καταβληθεί από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στον αναιρεσείοντα χρηματιστή κατά την περίοδο που πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και κύριος μέτοχος της αναιρεσίβλητης ήταν ο Γ. Κ.. Τα ποσά αυτά απεστάλησαν στον αναιρεσείοντα σε μετρητά με χρηματαποστολές, τμηματικά, από την 6-7-1988 έως την 1-9-1988 και προερχόταν από τα ίδια διαθέσιμα της αναιρεσίβλητης (λογαριασμός "εγγραφές δικτύου"), χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική ή εξωσυμβατική σχέση μεταξύ της τελευταίας και του αναιρεσείοντα, που να δικαιολογεί την καταβολή σε αυτόν του ως άνω ποσού.

Ειδικότερα προκύπτει ότι καταβλήθηκαν στον εναγόμενο τα ακόλουθα ποσά: 1) την 6.7.1988 ποσό 105.000.000 δρχ. (με το 0042576-2/6-7-1988 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 05174 δελτίο χρηματαποστολής), 2) την 20-7-1988 ποσό 50.000.000 δρχ. (με το 00429085/20-7-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και με το με την ίδια ημερομηνία 05899 δελτίο χρηματαποστολής), 3) την 22-7-1988 ποσό 40.000.000 δρχ. (με το 0020851-5/22-7-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και με την ίδια ημερομηνία 06035 δελτίο χρηματαποστολής, 4) την 26-7-1988 ποσό 95.000.000 δρχ. (με το 00208784/26-7-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 06228 δελτίο χρηματαποστολής), 5) την 1-8-1988 ποσό 75.000.000 δρχ. (με το 0020858-511888 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 06542 δελτίο χρηματαποστολής, 6) την 5-8-1988 ποσό 75.000.000 δρχ. (με το 00216926/5-8-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 06727 δελτίο χρηματαποστολής), 7) την 10-8-1988 ποσό 50.000.000 δρχ. (με το 0097348-6/10-8-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 06905 δελτίο χρηματαποστολής), 8) την 12-8-1988 ποσό 75.000.000 δρχ. (με το 00448770/12-8-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 06926 δελτίο χρηματαποστολής) και 9) την 1-9-1988 ποσό 150.000.000 δρχ. (με το 004411 2-5/1 -9-88 λογιστικό δελτίο χρέωσης του ως άνω λογαριασμού και το με την ίδια ημερομηνία 08126 δελτίο χρηματαποστολής)".

Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε, ότι τα καταβληθέντα στον αναιρεσείοντα ποσά προήρχοντο όχι από ατομικούς λογαριασμούς του Γ.Κ., αλλά από διαθέσιμα κεφάλαια της αναιρεσίβλητης Τραπέζης. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε και καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.

Ειδικότερα δε, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πλουτισμός του αναιρεσείοντα από τη λήψη των επίδικων χρηματικών ποσών με ζημία της αναιρεσίβλητης έγινε χωρίς νόμιμη αιτία και δεν ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναφορά του "πως δικαιολογούνται τέτοιες πολλαπλές καταβολές σημαντικών ποσών για ανύπαρκτη αιτία από μία Τράπεζα σε έναν χρηματιστή", που αποτελεί επιχείρημα του αναιρεσείοντα υπέρ της άποψης του, ούτε ο προσδιορισμός του υποκαταστήματος από το οποίο έγινε η εκταμίευση των επίδικων χρηματικών ποσών και η χρηματαποστολή τους και αν τα ποσά αυτά είχαν προηγουμένως υπεξαιρεθεί από τον Γ.

Κ.. Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι οι χρηματαποστολές έγιναν από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα χωρίς ανάμειξη του Γ. Κ., με την παραδοχή του ότι χορηγήθηκε από τον Γ.Κ. επιστολή στον αναιρεσείοντα ότι επιστράφηκε μέρος των επίδικων χρημάτων σε αυτόν (Γ.Κ.), αφού το περιεχόμενο της επιστολής αυτής αποκρούεται από το Εφετείο ως αντίθετο με την πραγματικότητα.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον πρώτο λόγο, καθώς και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 8 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι τα καταβληθέντα σε αυτόν ποσά δεν προήρχοντο από τα ίδια διαθέσιμα κεφάλαια της αναιρεσίβλητης Τραπέζης και ειδικότερα από τον λογαριασμό "εγγραφές δικτύου", αλλά παρενεβλήθη μεταξύ των διαδίκων η περιουσία τρίτου προσώπου, ήτοι του Γ.Κ. και τα χρήματα προήρχοντο από ατομικούς λογαριασμούς του ιδίου και περί αυτών δεν ετάχθη απόδειξη σε βάρος του αναιρεσείοντος. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι αποτελούν άρνηση του αναφερθέντος αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι τα καταβληθέντα στον αναιρεσείοντα επίδικα χρηματικά ποσά προήρχοντο από τα διαθέσιμα εκείνης και μπορούσαν να αποδειχθούν από τον αναιρεσείοντα ανταποδεικτικώς, χωρίς να ταχθεί προς τούτο ιδιαίτερο θέμα αποδείξεως.

Κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και α') τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εμπορικά βιβλία θεωρούνται εκείνα, τα οποία είναι υποχρεωτικά κατά τον νόμο. Τα προαιρετικά βιβλία των εμπόρων αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα και έχουν αποδεικτική δύναμη, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, εφόσον έχουν την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή, αντί για υπογραφή, ένα σημάδι του υπό τις αναφερόμενες στην διάταξη αυτήν προϋποθέσεις.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, ανυπόγραφα ιδιωτικά έγγραφα δεν έχουν την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, μπορεί όμως να αποτελέσουν βάση για συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και την υπ' αριθμ. 1727/21-9-2007 ένορκη βεβαίωση του Ι.

Κ., σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ως έγγραφα που έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, μνημονεύονται και τα υπ' αριθ. 06905/10-8-1988 και 08126/1-9-1988 δελτία χρηματαποστολής, χωρίς να αναφέρεται ότι τα έγγραφα αυτά έχουν ληφθεί υπόψη προς άμεση απόδειξη, ούτε και αν υπάρχει επίκληση των διαδίκων ή παραδοχή του Εφετείου ότι τα έγγραφα αυτά εκδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή φέρουν την υπογραφή αυτού.

Κατά συνέπεια δεν απαιτείται για τη συνεκτίμηση των εγγράφων αυτών ως δικαστικών τεκμηρίων η υπογραφή του αναιρεσείοντα και η απόδειξη της γνησιότητας αυτής αν αμφισβητηθεί από αυτόν. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και έκτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι παρά τον νόμο έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο τα έγγραφα αυτά, χωρίς να έχουν την ιδιόχειρη υπογραφή του αναιρεσείοντα και δεν διατάχθηκε απόδειξη για τη γνησιότητα της υπογραφής του αυτής, παρά το ότι αμφισβητήθηκε η γνησιότητά της, είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είναι εκδότης των εγγράφων αυτών.

Επειδή το Εφετείο, σχετικά με τα ως άνω υπ' αριθ. 06905/10-8-1988 και 08126/1-9-1988 δελτία χρηματαποστολής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι το δίκασαν δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ. 06905/10.08.1988 και 08126/01.09.1988 δελτία χρηματαποστολής, τα οποία η εφεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Επ' αυτού: Από την αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη πρωτοδίκως, αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών έλαβε από τον Γ.Κ. το συνολικό ποσό των 715.000.000 δρχ. Τούτο προκύπτει καταρχήν από τα προσκομιζόμενα δελτία χρηματαποστολών. Το γεγονός ότι δεν φέρουν όλα την υπογραφή του εκκαλούντος εξηγείται πειστικά από το γεγονός ότι τα εκάστοτε χρηματικά ποσά δεν τα παραλάμβανε πάντοτε ο ίδιος, αλλά και οι διάφοροι υπάλληλοι που εργάζονταν στο χρηματιστηριακό του γραφείο, όπως η Γ.

Π. και ο Α. Π.. Τούτο άλλωστε το κατέθεσαν και οι ίδιοι όταν εξετάστηκαν ως μάρτυρες. Αλλά και ο ίδιος ομολογεί εμμέσως ότι παραλάμβανε χρήματα ακόμα και χωρίς να θέτει κανείς την υπογραφή του επί των σχετικών δελτίων χρηματαποστολών. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το γεγονός ότι τα από 20.07.1988 και 26.07.1988 δελτία δεν φέρουν καμία υπογραφή, ο εκκαλών όμως συνομολογεί ότι παρέλαβε τα σχετικώς αποσταλθέντα χρήματα".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, καθόσον έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της μη γνησιότητος των ανωτέρω δύο δελτίων χρηματαποστολής και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η ομολογία. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 1456/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη την από 8-12-1988 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των 12 μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Γ. Κ. και την συναγομένη, κατά τον αναιρεσείοντα, από το ίδιο δικόγραφο εξώδικη ομολογία της εναγούσης Τραπέζης για την προέλευση των επίδικων χρηματικών ποσών από προσωπικούς λογαριασμούς του Γ.Κ. και για το συνολικό ύψος αυτών, το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα ανέρχεται σε 515.000.000 δρχ. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξετασθέντων μαρτύρων, την συνταγείσα νομίμως ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα τα οποία επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν νομίμως οι διάδικοι και δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ως άνω αγωγή, χωρίς όμως και να καταλήξει στο συμπέρασμα το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1473/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ