Legislator Case Law & Legislation
1325/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employment contract duration but refers second ground to Plenary for decision.

Case Number 1325/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the first grounds, upholding the lower court's finding that the employment relationship met the statutory duration requirements. However, the court found the second ground challenging the calculation of the 24-month period to be legally ambiguous and divided among the judges. Consequently, the court referred this specific ground to the Plenary Assembly for a final decision rather than ruling on it immediately.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573, 31, 246 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure: When a majority of the court rejects an appeal ground but a minority holds a contrary view, the disputed ground must be referred to the Plenary Assembly for decision.

Keywords

AI generated
employment contract duration appeal grounds division Plenary Assembly referral statutory duration requirements Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 80, Article 81(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1), Article 31, Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 11(1) of Presidential Decree 164/2004
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 563(b) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1325 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1325/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-υπερού η πρόσθετη παρέμβαση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΛΑΜΙΑΣ", το οποίο εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παρασκευουλάκο, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 7-12-2009 δήλωσή του και παρίσταται.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σπάσου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσιβλήτου-καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Βερβεσό και Φώτη Μαυρίκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 11-4-2008 αίτησή του καθώς και με τους από 4-2-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος κύριος και οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι, δεύτερος και τρίτος, κύριοι λόγοι αναι-ρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και η αντιπρόσωπος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η α) από 11-4-2008 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Λαμίας για αναίρεση της 161/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας και β) από 25-2-2009 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσεί-οντος παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που νόμιμα και παραδεκτά ασκήθηκε με δικόγραφο για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρ. 80, 81 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρ. 573 παρ. 1, 31, 246 ΚΠολΔ). Το επικαλούμενο από το παρεμβαίνον έννομο συμφέρον είναι πρόδηλο, αφού το αναιρεσείον τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και χρηματοδοτείται από το παρεμβαίνον, που έχει επιπλέον την ευθύνη και τη γενικότερη μέριμνα για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών, με προσαρμογή τους στις εκάστοτε επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις (άρθρα 68 ΚΠολΔ, 13 Ν. 1403/1983, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ. 5 παρ. 11 Ν. 2916/2001, 1 παρ. 1 Ν. 1238/1982 όπως ισχύει).

Με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγ-ματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α') να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριό-τητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση ...

Η προϋπόθεση του εδαφίου α' της παρα-γράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης...". Η ισχύς του ως άνω π.δ. 164/2004 άρχισε, κατά το άρθρο 12, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004). Περαιτέρω με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11 του άνω πδ/τος ορίζονται τα ακόλουθα:

Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεως αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο, ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω, εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος (παρ. 2)". "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτόν των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 είναι συνταγματικώς ανεκτές όλως ειδικώς, ως μεταβατικές διατάξεις "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 ψήφισμα, της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Εξάλλου με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων, και οι διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημοσίας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους, διέπεται έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νομίμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρί-σματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.

Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι από 15-9-1999 δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας που σύναπτε με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. κάθε έτος παρείχε τις υπηρεσίες της σ' αυτό ως διοικητική υπάλληλος με πλήρες ωράριο δημοσίου υπαλλήλου μέχρι τις 26-6-2005 καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται εξ' αρχής με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' άρθρα 5 και 11 του πδ 164/2004. Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορ-ρέουν οι αξιώσεις της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η διαφορά η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 11 πδ 164/2004, εφόσον έχουν ως βάση την παροχή του μισθωτού σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχουν χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 873/2003) για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ ΑΕΔ 3/2004).

Μόνη δε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, 2, 3 του Π.Δ. 164/2004 αρμοδιότητα του οικείου φορέα να διαπιστώσει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο δεν αρκούν να χαρακτηρίσουν τη σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς (Στο 999/2009, 2970/2007).

Επομένως, οι, πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχα οι αιτιάσεις: 1) περί αντισυντα-γματικότητας του ΠΔ 164/2004 και 2) περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για την εκδίκαση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, λόγω μη τηρήσεως της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 11 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 164/2004, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Ο ορθός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολ ΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, αρθρ. 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (αρθρ. 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμέ-νου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη.

Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσω-πικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, που δεν προβλέπονται από το νόμο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δημοσίου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 1404/1983, υπάγεται ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του όρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 με τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, για την κάλυψη του προγενέστερου χρονικού διαστήματος τουλάχιστον μέχρι την 10-7-2002 προστέθηκε στο Π.Δ./γμα αυτό το άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση".

Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ. των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ.164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ.

ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 1307/1208 και 1308/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Στις 15-9-1999 το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (ΤΕΙ) ΛΑΜΙΑΣ" συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου η τελευταία να εργασθεί ως υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού από 15-9-1999 έως 15-5-2000, η οποία παρατάθηκε στη συνέχεια με έγγραφο συμφωνητικό μέχρι τις 5-7-2000.

Στη συνέχεια προσελήφθη ως επιστημονικός συνεργάτης, με ελλιπή προσόντα, στο τμήμα Τουριστικών Επιχειρήσεων αυτού, με ωριαία αντιμισθία και με εκπαιδευτικό - διδακτικό έργο συνολικής απασχόλησης αρχικά τριών ωρών εβδομαδιαίως ενώ με την από 13-10-2000 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος της ανατέθηκε και επιπλέον έργο η ωρών εβδομαδιαίως, με κύριο αντικείμενο την παροχή νομικών υπηρεσιών και τη μελέτη σπουδαστικών θεμάτων.

Η διάρκεια της ως άνω σύμβαση ορίστηκε από 28-9-2000 μέχρι 22-6-2001. Στη συνέχεια το αναιρεσείον προσέλαβε και πάλι την αναιρεσίβλητη: 1) από 23-9-2002 έως 27-6-2003 με απασχόληση δύο ωρών εβδομαδιαίως για το τμήμα νομικών υπηρεσιών και για τη μελέτη θεμάτων σπουδών, ενώ με την από 25-2-2003 απόφαση του ως άνω Συμβουλίου της ανατέθηκε επιπλέον έργο 13 ωρών εβδομαδιαίως, 2) από 22-9-2003 έως 29-6-2004 ως εργαστηριακή συνεργάτη στο ίδιο τμήμα (παράρτημα Άμφισσας) με μηνιαία αποζημίωση και με συνολική απασχόληση 4 ωρών εβδομαδιαίως, γ) από 20-9-2004 έως 24-6-2005 με εκπαιδευτικό έργο απασχόλησης δύο ωρών εβδομαδιαίως και δη:

ως εργαστηριακή συνεργάτης στο ανωτέρω τμήμα, ενώ με την από 30-9-2004 απόφαση του ίδιου συμβουλίου της ανατέθηκε επιπλέον έργο 13 ωρών εβδομαδιαίως, με αντικείμενο παροχή νομικών υπηρεσιών και μελέτη θεμάτων σπουδών.

Οι συμβάσεις αυτές είναι διαδοχικές με μικρές διακοπές εκάστου σπουδαστικού έτους. Στη συνέχεια, δέχτηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 15-9-1999 έως 24-6-2005 κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, αφού το ως άνω τμήμα, όπου εργαζόταν, χρειαζόταν, για την ομαλή λειτουργία του, σε σταθερή και καθημερινή βάση τις υπηρεσίες της, ενώ παραλλήλως πρόσφερε και τις διοικητικές υπηρεσίες στο αναιρεσείον.

Εξάλλου, οι συμβάσεις της αναιρεσίβλητης ανανεώνονταν σταθερά και με τέτοια διάρκεια και συχνότητα, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την καλή λειτουργία του ως άνω τμήματος. Επίσης, δέχτηκε το Εφετείο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004, δηλαδή η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη της ισχύος αυτού (19-7-2004), μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, καθώς και η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την ένδικη από 1-12-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι η τελευταία συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, μει-ωμένης απασχόλησης τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως από τις 19-7-2004. Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά την κρατήσασα άποψη τριών μελών του Δικαστηρίου, ήτοι του Αντιπροέδρου Μ.

Γραμματικούδη και των Αεροπαγιτών Χ. Αλεξόπουλου και Γρ. Κουτσόπουλου, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004 τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, καθόσον η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από το αρχικό σημείο υπολογισμού της 10-7-2002, που αποτελεί το χρόνο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της ως άνω Οδηγίας, μέχρι την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), ο οποίος και υπάγεται στη ρύθμιση της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 είναι μικρότερη των 24 μηνών, με συνέπεια να μη συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις.

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμησή του) με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 του π.δ. 164/2004, είναι βάσιμος. Δύο όμως μέλη του Δικαστηρίου, οι αρεοπαγίτες Βασίλειος Λυκούδης και Δημήτριος Μουστάκας, έχουν τη γνώμη ότι ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα παραπάνω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004, και δη:

η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004), μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα τριών μηνών, καθώς και η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μειωμένης απασχολήσεως τεσσάρων ωρών ημερησίως.

Εφόσον η απόφαση για την απόρριψη του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας (1) ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός της αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 563 στοιχ. β' ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αίτηση αναίρεσης και πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 161/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, ως προς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους.

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ δεύτερο πρόσθετο λόγο της από 1-4-2008 αιτήσεως του ΝΠΔΔ "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (ΤΕΙ) ΛΑΜΙΑΣ" για αναίρεση της 161/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ