Supreme Court dismisses appeal against bank loan rejection, upholding lower court's application of agricultural debt relief law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision rejecting the bank's claim. The bank argued the debtor, a former farmer, should not qualify for agricultural debt relief laws. The court held that the debtor's status as a farmer at the time of contract signing was sufficient to apply the favorable statutory provisions, rejecting the bank's claim of procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated or the decision lacks legal basis and reasoning, and the court found no error in applying the agricultural debt relief statute to the debtor's past profession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1325 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1325/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χουλιάρα, ο οποίος ανακάλεσε την από 16 Μαρτίου 2009 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ορέστη Δασκαλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 653/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Απριλίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Χρυσικός, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15.4.2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 § 1 Ν.3259/2004: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης... 5. Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου. 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει.... 12.
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω άρθρου, ανέκυψαν στην πράξη ερμηνευτικά προβλήματα και αμφιβολίες ως προς το αν αυτές έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση που ο δανειολήπτης απώλεσε κατά τον χρόνο της ρύθμισης της οφειλής την ιδιότητα του αγρότη.
Από τη γενική και αδιάστικτη διατύπωση όμως των ανωτέρω διατάξεων και τον επιδιωκόμενο δι' αυτών σκοπό συνάγεται ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της ειδικής διατάξεως της παραγράφου 5 [δηλαδή η ιδιότητα του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη την οποία πρέπει να συγκεντρώνει το δικαιούμενο τοιούτων δανείων φυσικό πρόσωπο και η κατάταξη των δανείων ως αγροτικών] πρέπει να συντρέχουν κατά τη χορήγηση τούτων, γιατί τότε και μόνον καθορίζονται οι όροι και τα ειδικά χαρακτηριστικά της σύμβασης ως "αγροτικού" δανείου, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω η συνεχής άσκηση του αγροτικού επαγγέλματος, καθόσον δεν γίνεται ειδική μνεία περί εξαίρεσης τέτοιων οφειλών ούτε σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες εκ των περιπτώσεων που ο δανειολήπτης αγρότης-οφειλέτης του οποίου διαταράχθηκε σοβαρά η όλη οικονομία εγκατέλειψε την κύρια ενασχόλησή του με τις αγροτικές εργασίες.
Άλλωστε, σκοπός της διάταξης είναι η προστασία του οφειλέτη - αγρότη, ο οποίος λόγω των πολλαπλών κινδύνων που αντιμετωπίζει κατά την άσκηση της αγροτικής επιχείρησης του έχει ανάγκη ειδικής μεταχείρισης από την πολιτεία ώστε τα σχετικά μέτρα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να μην καταλήγουν στην οικονομική εξόντωση του.
Επιπλέον, ο κύριος σκοπός που συστήθηκε και που ανατέθηκε στην ΑΤΕ ήταν κοινωφελής, δηλ. αυτός της επικουρίας του Κράτους στην ενάσκηση της γεωργικής πολιτικής του, το οποίο (Κράτος) ήταν αυτό που βασικά όριζε και τη διοίκηση της, που με τη σειρά της τελούσε με βάση ρητούς και πάλι ορισμούς του νόμου σε στενή εξάρτηση με αυτό και αλληλοστήριξη (βλ.
άρθρα 22 και επ. Ν 4332/1929 όπως τροποποιήθηκε με το Ν 5277/1931). Έτσι, ο σκοπός αυτός και το πνεύμα του νόμου επιβάλλουν ευθεία εφαρμογή της σχετικής διατάξεως και όταν ο δανειολήπτης απωλέσει την ιδιότητα του αγρότη κατά το χρόνο της ρύθμισης της οφειλής. Επομένως, η παρ. 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 έχει εφαρμογή και στην υπό κρίση περίπτωση που ο ενάγων δανειολήπτης έχει απωλέσει την ιδιότητα του αγρότη κατά τον χρόνο της εξαιρετικής ρύθμισης της οφειλής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2520 ΦΕΚ Α' 173/1.9.1997 "Μέτρα για τους νέους αγρότες, σύσταση Οργανισμού Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις". Αγρότες, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου (2520/1997), είναι οι ασχολούμενοι κατά κύρια απασχόληση με κάθε είδους αγροτική εργασία, των οποίων το εισόδημα από την εργασία αυτή αποτελεί τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού τους εισοδήματος και οι οποίοι αφιερώνουν τουλάχιστον το ήμισυ του χρόνου τους σε αγροτική δραστηριότητα. "Ως αγρότες θεωρούνται οι ασχολούμενοι με τη γεωργία, κτηνοτροφία, πτηνοτροφία, μελισσοκομία, σηροτροφία, αλιεία και δασοπονία.
Επίσης και όσοι από αυτούς ασχολούνται συμπληρωματικά και με τον αγροτουρισμό, αγροτοβιομηχανία, παραδοσιακή βιοτεχνία και προστασία του φυσικού χώρου, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στα όρια της αγροτικής εκμετάλλευσης και στα πλαίσια εγκεκριμένου προγράμματος του Υπουργείου Γεωργίας".
Κατά δε την παρ. ε του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. 337410/23.10.1998 Κ.Υ.Α. (Φ.Ε.Κ Β' 1108/23.10.1998) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημ. Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Γεωργίας που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 2520/1997, Ως αγρότες νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2520/1997 που αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, τα οποία εκτός από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις πρέπει να:
αα) Είναι νόμιμοι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης, ββ) Έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων του ν. 2332/1995 (Α' 181). γγ). Έχουν κύριο ταμείο ασφάλισης τον ΟΓΑ με εξαίρεση: Τους δασεργάτες. Τους απασχολούμενους με αγροτουριστικές, αγροτοβιοτεχνικές δραστηριότητες και δραστηριότητες παραδοσιακής βιοτεχνίας.
Τους περιστασιακούς εργάτες και μικροεπαγγελματίες μονίμους κατοίκους των μη ανεπτυγμένων τουριστικά ζωνών των ορεινών και μειονεκτικών οικισμών πληθυσμού μέχρι 2.000 κατοίκων και υπό τον όρο ότι στο πρόσωπο τους πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις. Ως αγρότες δεν νοούνται: Οι μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως εργολάβοι, βιοτέχνες, κ.λ.π. Οι περιπτώσεις μικροεπαγγελματιών μονίμων κατοίκων οικισμών πληθυσμού κάτω των 2.000 κατοίκων που βρίσκονται σε μη τουριστικές ζώνες των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, εξετάζεται αν πληρούν ή μη τις 5 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 προϋποθέσεις της παρούσας (ε) περίπτωσης.
Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο κάποιου ώστε να χαρακτηρισθεί αγρότης, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στον ίδιο νόμο, απαιτούνται μόνον για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου (2520/1997) και όχι του νόμου 3259/2004.
Για δε την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 απαιτούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται από αυτήν, ήτοι ο δανειολήπτης να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και η οφειλή του να είναι σχετική με την επαγγελματική του αγροτική δραστηριότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της υπ'αριθ. ... σύμβασης ανοικτού(αλληλόχρεου) λογαριασμού, η εναγόμενη Τράπεζα χορήγησε στον ενάγοντα, κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, πίστωση 871.602 δραχμών, με τους όρους και τις συμφωνίες που αναφέρονται σε αυτή.
Η πίστωση αυτή ανοίχθηκε προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι γεωργικές καλλιέργειες του. Ακολούθησαν: α] η υπ' αριθ. ... σύμβαση βραχυπρόθεσμου τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία η εναγόμενη του χορήγησε βραχυπρόθεσμο δάνειο 6.670.000 δραχμών, που αφορούσε την προκαταβολή της επιδότησης κεφαλαίου από γεωργικές καλλιέργειες, β] η υπ' αριθμ. ...
σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, σε συνδυασμό και με ταυτόχρονη πρόσθετη (αυξητική) πράξη, με την οποία η εναγόμενη Τράπεζα χορήγησε στον ενάγοντα μεσοπρόθεσμο δάνειο συνολικού ποσού 12.880.000 δρχ. [37.798, 976], που αφορούσε την ίδρυση θερμοκηπευτικής μονάδας 5.000 τ.μ. για την παραγωγή κηπευτικών προϊόντων. Για την χορήγηση και λήψη του παραπάνω δανείου ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός χορηγήσεων. Το ετήσιο ποσοστό προμήθειας και τόκου συμφωνήθηκε σε 0,5% και 15 αντιστοίχως, ορίστηκε δε τούτο αυξομειούμενο με βάση τις εκάστοτε αποφάσεις των αρμοδίων Νομισματικών Αρχών, προσαυξημένο κατά 1,25 μονάδες υπέρ ΟΓΑ σύμφωνα με το Νόμο 1066/80 μέχρι 31/12/93, το οποίο σε περίπτωση υπερημερίας θα προσαυξάνονταν κατά τέσσερις (4) μονάδες μέχρι 31-7-96 και κατά δυόμισι (2,5) μονάδες από 1-8-96.
Το κεφάλαιο του δανείου μαζί με τους τόκους του συμφωνήθηκε να πληρωθεί σε 15 ετήσιες δόσεις. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι στη διάρκεια του δανείου περιλαμβάνεται περίοδος χάριτος ενός (1) έτους από τη σύναψη του, κατά την οποία θα πληρώνονταν μόνο οι δεδουλευμένοι τόκοι του κεφαλαίου που θα λογίζονταν την 30/9/90 σε δραχμές 1.505.797 [4.419,07€] και θα ήταν έντοκα απαιτητοί από τον καταλογισμό τους με το επιτόκιο χορήγησης του δανείου, κατά τα επόμενα 14 χρόνια σε ισάριθμες και ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις πληρωτέες κάθε 30.9, η πρώτη την 30-9-91 και την τελευταία 30-9-2004 εκ 2.490.112 δρχ. [7.307,74 €] εκάστη, γ] η υπ'αριθ. ...
σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, σε συνδυασμό και με την ταυτόχρονη πρόσθετη πράξη, με την οποία η εναγόμενη χορήγησε στον ενάγοντα μεσοπρόθεσμο δάνειο 3.171.000 δραχμών [9.305,94€] με σκοπό την αγορά αγρού για την κατασκευή εγκαταστάσεων θερμοκηπίου έκτασης 16.493 τ.μ. Για τη χορήγηση και λήψη του παραπάνω δανείου ανοίχθηκε ο υπ'αριθ. ...
λογαριασμός χορηγήσεων. Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε 3/7/1989 και μεταφέρθηκε στον λογαριασμό ... από όπου και παρακολουθούνταν. Την 3-1-1996 έγινε αναπροσαρμογή του δανείου και μεταφέρθηκε στο λογαριασμό ..., λόγω αλλαγής του επιτοκίου από ειδικό επιτόκιο 4% σε κανονικό επιτόκιο 20%. Ακολούθως, την 10.12.1997, υπογράφηκε πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών και στις 25.10.2000 ο λογαριασμός αυτός εντάχθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα on line της εναγομένης με αριθμό λογαριασμού ...
και δ] η υπ' αριθ. ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και με πρόσθετη πράξη, με την οποία η εναγόμενη χορήγησε στον ενάγοντα μεσοπρόθεσμο δάνειο δραχμών 350.000 δραχμών, που αφορούσε την αγορά μονοαξονικού ελκυστήρα. Για την χορήγηση και λήψη του παραπάνω δανείου ανοίχθηκε ο υπ αριθμ. ...λογαριασμός χορηγήσεων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά χορήγηση των ανωτέρω αγροτικών δανείων είχε ως κύρια επαγγελματική απασχόληση την γεωργία, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εναγομένη, και του χορηγήθηκαν για τις ανάγκες της επαγγελματικής του αυτής δραστηριότητας ήτοι για την ίδρυση και λειτουργία θερμοκηπίου.
Ακολούθως, λόγω υπερημερίας του ενάγοντος ως προς την καταβολή ληξιπρόθεσμων τοκοχρεολυτικών δόσεων των ανωτέρω δανείων, η εναγόμενη Τράπεζα του κοινοποίησε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 4 εδ. α του ν. 4332/1929 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τραπέζης" την από 5.11.2003 κατασχετήρια επιταγή της με την οποία του επέτασσε να της καταβάλλει το ποσό 288.019, 40 ευρώ που αποτελούσε το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, με ημερομηνία υπολογισμού την 10.11.2003.
Στην συνέχεια, ο ενάγων υπέβαλε στις 20-9-2004 εμπρόθεσμη αίτηση προς την εναγομένη για τον προσδιορισμό της οφειλής που προέκυψε από τις ανωτέρω συμβάσεις, με βάση τη διάταξη της πέμπτης [§5] παραγράφου του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ιστορώντας ότι είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο και ότι η οφειλή του εμπίπτει στη ρύθμιση της.
Η εναγομένη, με την υπ'αριθμ. ...επιστολή της, ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι η οφειλή του δεν εμπίπτει στη ρύθμιση της πέμπτης [§5] παραγράφου του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και ότι νόμιμα υπολογίστηκε από αυτήν με βάση την διάταξη της γενικής πρώτης παραγράφου [§1] ανωτέρω άρθρου. Και τέλος, ότι κατά τη ρύθμιση αυτή ανέρχονταν στις 4.8.2004 (ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του άρθρου 39 ν. 3259/2004) στο συνολικό ποσό των 83.373 ευρώ.
Ως αιτιολογία της για τον ανώτερο υπολογισμό η εναγομένη αναφέρει ότι ο ενάγων δεν εμπίπτει στις αναπροσαρμοζόμενες οφειλές της πέμπτης [§5] παραγράφου του ως άνω άρθρου γιατί πλέον κατά τον χρόνο της ρύθμισης της οφειλής δεν ασχολείτο κατά κύριο λόγο με αγροτικές εργασίες και συνεπώς έχει απωλέσει όλα τα εξαυτής [εξαιρετικής ρύθμισης] δικαιώματα.
Ενόψει της ανωτέρω επιστολής ο ενάγων ρητά την 7.12.2004 διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη και επιφυλάχθηκε για την άσκηση των δικαιωμάτων του με την επίδοση σ' αυτήν της από 7-12-2004 εξωδίκου δηλώσεως του [βλ. με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ..., που ο ενάγων προσκομίζει με επίκληση].
Μάλιστα, δήλωσε στην εναγομένη ότι εάν εξαναγκασθεί να υπογράψει τη ρύθμιση χωρίς επιφύλαξη, με τη δήλωση του αυτή ρητά επιφυλάσσεται προς τούτο. Στη συνέχεια, επειδή η εναγομένη δεν του επέτρεψε να υπογράψει τη ρύθμιση με επιφύλαξη και εφόσον δεν την υπέγραφε θα έχανε τη ρύθμιση έστω και με την εφαρμογή της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου, στις 13-12-2004 αναγκάστηκε να την υπογράψει χωρίς επιφύλαξη (βλ.
την ...συστημένη επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, που ο τελευταίος προσκομίζει με επίκληση). Από τα παραπάνω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων επιφυλάχτηκε για τα δικαιώματα του που πηγάζουν από την παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 όταν υπέγραψε την από 13-12-2004 ρύθμιση και δεν αναγνώρισε ανεπιφύλακτα με αυτήν ότι η οφειλή του στις 4-8-2004 ανέρχονταν στο ποσό των 83.373, 93 ευρώ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της που πρέπει να απορριφθεί.
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής του ενάγοντος από την εναγομένη κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 δεν ήταν νόμιμος, εφόσον στο πρόσωπο του ενάγοντος συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της ειδικής διατάξεως της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου η εφαρμογή της οποίας ως ειδικής προηγείται.
Και τούτο διότι αυτές πρέπει να συντρέχουν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την χορήγηση της πίστωσης γιατί τότε και μόνον καθορίζονται οι όροι και τα ειδικά χαρακτηριστικά της σύμβασης ως "αγροτικού" δανείου.
Συνεπώς, η συνολική εκ δανείων οφειλή του ενάγοντος δεν είναι δυνατόν να υπερβεί το τιθέμενο νόμιμο όριο του διπλασίου των χορηγηθέντων κεφαλαίων. Ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής συνάγεται επίσης και από το γεγονός ότι η εναγόμενη ΑΤΕ προικοδοτήθηκε ευθύς εξαρχής για την επιτέλεση του προορισμού της και την ομαλή ευόδωση του έργου της με διάφορα προνόμια ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου [προνόμιο πρωτοπραξίας, δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου κ.ά], τα οποία εν προκειμένω η εναγομένη επικαλείται [βλ την από 5.11.2003 κατασχετήρια επιταγή της με την οποία ενέγραψε υποθήκη κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 Ν. 4332/1929 προς ασφάλεια των χορηγουμένων υπ' αυτής δανείων στα περιγραφόμενα σ' αυτήν αγροτικά ακίνητα του ενάγοντος, που αυτή προσκομίζει με επίκληση].
Επομένως, κατ' εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 του ως άνω νόμου, η οφειλή του ενάγοντος διαμορφώνεται ως εξής: 1. Η υπ'αριθμ. ...σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού [Υπόλοιπο τελευταίας εκταμίευσης 871.602 δρχ. Χ 2 (συντελεστής υπολογισμού) = 1.743.204 δρχ. Μείον γενόμενες καταβολές = 2.614.807 δρχ.=] συνολικό ύψος κατά το νόμο οφειλής (πιστωτικό) 871.603 δρχ. 2.
Η υπ' αριθμ.... σύμβαση βραχυπρόθεσμου τοκοχρεωλυτικού δανείου: [Κεφάλαιο, 6.670.000 δρχ. Χ 2 (συντελεστής υπολογισμού) = 13.340.000 δρχ. Μείον γενόμενες καταβολές = 20.010.000 δρχ.] συνολικό ύψος κατά το νόμο οφειλής (πιστωτικό) 6.670.000 δρχ. 3. Η υπ' αριθμ. ...σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου: [Κεφάλαιο 12.880.000 Χ 2 (συντελεστής υπολογισμού) = 25.760.000 δρχ.
Μείον καταβολές 10.230.333 δρχ.] συνολικό ύψος κατά το νόμο οφειλής (χρεωστικό) 15.529.667 δρχ. 4. Η υπ' αριθμ. ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου: [κεφάλαιο 3.171.000 Χ 2 (συντελεστής υπολογισμού) = 6.342.000 Μείον καταβολές = 9.513.000 δρχ.] συνολικό ύψος κατά το νόμο οφειλής (πιστωτικό) - 3.171.000 δρχ. 5. Η υπ' αριθ. ...σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου: [Κεφάλαιο 350.000 X 2 (συντελεστής υπολογισμού) = 700.000 Μείον καταβολές 1.050.000 δρχ.] συνολικό ύψος κατά το νόμο οφειλής (πιστωτικό). 6.
Ασφάλιστρα των παραπάνω συμβάσεων Κεφάλαιο 1.192.004 X 2 (συντελεστής υπολογισμού) 2.384.008 Μείον γενόμενες καταβολές 3.576.012 δρχ.=] συνολικό ύψος κατά το νόμο οφειλής (πιστωτικό) 1.192.00 δρχ. Ενόψει τούτων, η υφιστάμενη σύμφωνα με το νόμο οφειλή του ενάγοντος προς την εναγομένη την 4.8.2004 ανερχόταν στο ποσό των τριών εκατομμυρίων διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων εξήντα (3.275.060) δραχμών [15.529.667- (871.603 + 6.670.000 + 3.171.000+ 350.000 +1.192.004], το οποίο ισοδυναμεί με εννιά χιλιάδες εξακόσια έντεκα ευρώ και τριάντα τρία λεπτά του ευρώ (9.611, 33 ευρώ).
Ενόψει των παραπάνω η αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι o ενάγων έχει το δικαίωμα να υπαχθεί στην ρύθμιση της ειδικής πέμπτης παραγράφου [§5] του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ότι η οφειλή του από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις και αλληλόχρεο λογαριασμό ανέρχεται μετά από το διαλαμβανόμενο στην πιο πάνω διάταξη της § 5 λογιστικό επαναπροσδιορισμό της οφειλής του, στο ποσό των 9.611,33 ευρώ".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος για την αναγνώριση ότι οι ένδικες δανειακές συμβάσεις με την αναιρεσείουσα έπρεπε για τον προσδιορισμό του οφειλομένου υπολοίπου τους να υπαχθούν στην ευεργετική για τους αγρότες ρύθμιση της διάταξης του άρθ. 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, καίτοι ο αναιρεσίβλητος, που ήταν αγρότης κατά κύριο επάγγελμα κατά το χρόνο σύναψης των ένδικων δανειακών συμβάσεων είχε παύσει να ασχολείται κατά κύριο επάγγελμα με τη γεωργία κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του αρθ. 26 του Ν. 1914/1990 αλλά και την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3289/2004, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν και την αγωγή του αναιρεσίβλητου δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, ενώ δεν δικαιολογούν την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 1 παρ. 1 του Ν. 2520/1997 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 70 του Ν. 2538/1997 και 13 του Ν. 2601/1998 και της υπ' αριθ. 337410/1996 Κ.Υ.Α.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο κατά το ένα μέρος του και τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3289/2008 την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, κατά τον προσδιορισμό του αναιρεσιβλήτου, ως κατ' επάγγελμα αγρότη κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο κατά το άλλο μέρος του λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.4.2008 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθμ. 653/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ