Legislator Case Law & Legislation
1325/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, ruling facts are not subject to appellate review.

Case Number 1325/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's divorce judgment. The appellant argued the lower court misinterpreted a letter regarding property claims and the termination of joint discussions. The court rejected this, stating the appeal lacked merit because the Second Instance Court correctly interpreted the document and because factual determinations regarding the breakdown of the marriage fall outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision relies on facts not subject to appellate review or if the interpretation of documents is not the sole basis for the judgment.

Keywords

AI generated
appellate review divorce proceedings factual findings document interpretation legal reasoning civil procedure costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1325 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1325/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : χ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Καλέντης.

Του αναιρεσιβλήτου :ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Βασιλική -Αικατερίνη Πρωτόπαπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από30.05.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2423/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8433/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30.01.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 24.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, ούτε από το γεγονός ότι ο ένας σύζυγος αναγκαστικά λόγω της εργασίας του διαμένει σε άλλο τόπο εάν κατά την απουσία του αυτή έχει εκδηλώσει σαφώς τη βούλησή του να απομακρυνθεί ψυχικά από τον άλλο σύζυγο, ώστε να μην έχει πλέον κοινωνία βίου, ούτε από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.

ΑΠ 20/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8433/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν την 24-4-1974 νόμιμο γάμο (σχετική η .... ληξιαρχική πράξη του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών), από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, το .....

που γεννήθηκε τη 18-4-1976 και τη ..... που γεννήθηκε την 24-11-1981, έζησαν δε αρμονικά μέχρι τον Οκτώβριο του 1999 που διαταράχθηκαν οι σχέσεις τους επειδή ο ενάγων είχε συνάψει εξωσυζυγική ερωτική σχέση με την ζ1 και τη 17-1-2000, με πρόθεση να αποστεί οριστικά της έγγαμης συμβίωσης, απομακρύνθηκε από τη συζυγική οικεία, η οποία βρισκόταν στην οδό ....

στα .... Αττικής, και εγκαταστάθηκε αρχικά στο ξενοδοχείο "...." στην οδό ..... αρ. .... στην Αθήνα, στο οποίο παρέμεινε επί χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, ήτοι μέχρι τη 16-4-2000, που αναχώρησε για να αναλάβει καθήκοντα πρέσβη της Ελλάδος στην ... της Τυνησίας και έκτοτε ποτέ δεν θέλησε να αποκαταστήσει την έγγαμη συμβίωσή του με την εναγόμενη σύζυγό του, η οποία εξακολούθησε να διαμένει στην ως άνω συζυγική οικία στην Αθήνα.

Η διάσπαση αυτή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, που επήλθε τη 17-1-2000, συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής την 22-11-2004. Δηλαδή συμπληρώθηκε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών που οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση συνεχώς και συνεπώς βάσιμα ο ενάγων ζητά να απαγγελθεί η λύση του γάμου με την εναγομένη κατά το άρθρο 1439 παρ. 3 του ΑΚ λόγω τετραετούς διάστασής τους.

Στην κρίση του αυτήν κατέληξε το Δικαστήριο μετά από προσήκουσα εκτίμηση αδιακρίτως όλου του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε νόμιμα με επίκληση και ιδιαίτερα από την κατάθεση του μάρτυρα γ1 που είναι διπλωματικός υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών και εξετάσθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με πρόταση του ενάγοντος, κατέθεσε δε ευθέως, κατηγορηματικά και λεπτομερώς τα σχετικά με τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσης περιστατικά και συγκεκριμένα ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων επήλθε ως άνω τη 17-1-2000 και από τότε δεν αποκαταστάθηκε ποτέ η έγγαμη σχέση τους ούτε μάλιστα και κατά το χρονικό διάστημα που ο ενάγων άσκησε τα καθήκοντα πρέσβη της Ελλάδος στην ....

της Τυνησίας. Αναφορικά με το χρονικό αυτό διάστημα χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι είχε υπηρετήσει και ο ίδιος στην Ελληνική Πρεσβεία στην ... από το Σεπτέμβριο του 2000 έως τον Οκτώβριο του 2003 και ότι η εναγομένη δεν επισκέφτηκε ποτέ τον ενάγοντα ούτε και όταν είχε υποστεί κάταγμα και ρήξη συνδέσμου στον αριστερό αστράγαλο του και έχρηζε συμπαράστασης και βοήθειας, εκτός μιας μόνο φοράς, το Δεκέμβριο του 2003 μετά την 4-12-2003 που επιδόθηκε σ' αυτήν η αγωγή, οπότε τον επισκέφθηκε (όπως έμαθε) για να τον πείσει να δεχθεί να αποκαταστήσουν την έγγαμη σχέση τους χωρίς όμως επιτυχία.

Με την κατάθεση αυτήν του προαναφερόμενου μάρτυρα γ1 συμπορεύεται και η ένορκη βεβαίωση ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Χρυσούλας Γκρέκα-Μαυρακάκη του ...... που είναι υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών και σύμφωνα με την ως άνω πράξη ....... της εν λόγω συμβολαιογράφου ενόρκως βεβαίωσε και αυτός τα σχετικά με την υπερτετραετή ως άνω διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων περιστατικά και μάλιστα ότι είχε υπηρετήσει και αυτός στην Ελληνική Πρεσβεία στην ....

από τον Αύγουστο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2004 και ότι η εναγομένη (με εξαίρεση τη μοναδική ως άνω περίπτωση του Δεκεμβρίου του 2003) δεν επισκέφτηκε τον ενάγοντα στην....κατά το προεκτιθέμενο χρονικό διάστημα, αλλά απεναντίας τον επισκεπτόταν συχνά η σύντροφος του ζ1, με την οποία περνούσε τις εορτές και τις καλοκαιρινές διακοπές είτε στην .....

είτε και σε άλλες χώρες του εξωτερικού. Τόσο η κατάθεση του μάρτυρα γ1 όσο και η ένορκη βεβαίωση του γ2 είναι πειστικές, διότι, πέραν των ανωτέρω, επιβεβαιώνονται και από τα παρακάτω έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση και συγκεκριμένα: α) Τα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 2247 της 21-6-2000, από τα οποία προκύπτει ότι την 21-6-2000 έλαβε χώρα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη συζήτηση της κοινής αίτησης των διαδίκων με ημερομηνία 21-6-2000 για λύση του γάμου τους με έκδοση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας συναινετικού διαζυγίου, δηλαδή ενέργειες που φανερώνουν ότι τη 16-4-2000, οπότε ο ενάγων αναχώρησε για να αναλάβει καθήκοντα πρέσβη Ελλάδος στην ......

της Τυνησίας, οι διάδικοι ήσαν σε διάσταση και συνεπώς ο λόγος αυτός (της διάστασης δηλαδή) ήταν που η εναγομένη τότε παρέμεινε στην Αθήνα και δεν συνόδευσε τον ενάγοντα στην .... και όχι ότι τάχα εξαιτίας συμφωνίας τους για να φροντίζει τα τέκνα τους, όπως η εναγομένη αβάσιμα ισχυρίζεται. β) Την από ..... επιστολή του δικηγόρου της εναγομένης Ιωάννη Καράκωστα προς τον ενάγοντα, στην οποία παρατίθενται οι περιουσιακές αξιώσεις της για να συναινέσει κατά τη δεύτερη συζήτηση της κοινής αίτησης τους στην έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, και η οποία (επιστολή) παρέχει και την εξήγηση που δεν έγινε η δεύτερη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως κατά τη δικάσιμο που είχε προσδιοριστεί την 29-1-2001, ήτοι ότι η συζήτηση αυτή δεν έγινε εξαιτίας του ότι η εναγομένη προέβαλε τις προεκτιθέμενες αξιώσεις της και ο ενάγων δεν τις αποδέχθηκε και όχι διότι τάχα είχαν αποκατασταθεί

οι σχέσεις τους, όπως αβάσιμα η εναγομένη ισχυρίζεται. Και γ) τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ...., ...., ...., ...., ....., ....., ....., ......, ..... και με ημερομηνία ...... (χωρίς αριθμό) της εδρεύουσας στην Αθήνα στην οδό Μιχαλακοπούλου αρ. 50 ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας "ΑΦΟΙ ΜΟΥΣΑΜΑ Α.Ξ.Ε." και με ημερομηνία 21-7-2003 Σειρά Β' (αριθμός δυσανάγνωστος) της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας "ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ-Α.Ξ.Ε.", από τις οποίες προκύπτει ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της διάστασης διέμενε όταν επέστρεφε από την ....

στην Αθήνα στα ανωτέρω ξενοδοχεία και όχι στη συζυγική οικία. Οι φωτογραφίες της εναγομένης στην πρεσβευτική κατοικία στην ...., που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση σε φωτοτυπικό αντίγραφο, δεν αναιρούν την προεκτιθέμενη κρίση του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι όπως ενόρκως κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο προαναφερόμενος μάρτυς γ1(στον οποίο οι φωτογραφίες αυτές επιδείχθηκαν) αφορούν σε επίσκεψη στην ...

πριν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων καθώς και την ανάληψη από τον ενάγοντα των καθηκόντων του στην Πρεσβεία αυτή και συγκεκριμένα το Νοέμβριο του 1999, οπότε ο ενάγων επισκέφτηκε την ..... για να ενημερωθεί από τον απερχόμενο πρέσβη και στην επίσκεψη αυτήν τον συνόδευσε και η εναγομένη. Το ότι δε ο ενάγων και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με την εναγομένη επισκεπτόταν, όπως και ο ίδιος δέχεται, την οικογενειακή στέγη δεν αναιρεί επίσης την προεκτιθέμενη κρίση του Δικαστηρίου, αφού σκοπός των επισκέψεων αυτών ήταν η επικοινωνία με τα τέκνα του και η συζήτηση με την εναγομένη για τις ανάγκες τους και όχι η αποκατάσταση της έγγαμης συμβίωσης του με αυτήν (εναγομένη).

Η εκμίσθωση δε ακινήτων του ενάγοντος και η είσπραξη των μισθωμάτων από την εναγομένη κατά το ένδικο ως άνω χρονικό διάστημα της διάσπασης έγινε με τη συναίνεση του ενάγοντος εις εκδήλωση του ενδιαφέροντός του για τα προβλήματα της οικογένειας και την κάλυψη οικονομικών αναγκών της εναγομένης και των τέκνων τους και όχι με πρόθεση για επανάληψη της έγγαμης συμβίωσης.

Τέτοια πρόθεση δεν προκύπτει ούτε από το γεγονός ότι μέρος της αλληλογραφίας του ενάγοντος εξακολούθησε και κατά το χρόνο της διάσπασης να έρχεται στη συζυγική οικία, το ίδιο δε πρέπει να λεχθεί και για το ότι ο ενάγων έκανε κοινές φορολογικές δηλώσεις με την εναγομένη για τα οικονομικά έτη 2001 και 2002, δεδομένου ότι οι "δηλώσεις αυτές έγιναν από τον ενάγοντα για λόγους γραφειοκρατικούς και λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό και όχι διότι είχε τάχα την πρόθεση να αποκαταστήσει την έγγαμη συμβίωσή του με την εναγομένη, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται.

Μετά ταύτα η κατάθεση του μάρτυρα αδελφού της εναγομένης ....., που εξετάσθηκε με πρότασή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και οι ένορκες ως άνω βεβαιώσεις των ..... και ...... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που έχουν ληφθεί με επιμέλειά της, στο μέτρο που βρίσκονται σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω περιστατικά, δεν είναι πειστικές.

Συνεπώς, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση συνεχώς επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ήτοι από τη 17 -1-2000 μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής την 22-11-2004, η αγωγή είναι βάσιμα και κατ' ουσίαν και ως τέτοια πρέπει να γίνει δεκτή." Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ.

ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 2 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από την 17 Ιανουαρίου του 2000 μέχρι την 22 Νοεμβρίου 2004, που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μια συζήτηση, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της τετραετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικά της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη τη απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, ιδιαίτερα καθ'όσον αφορά τη διαπίστωση ότι ο αναιρεσίβλητος σταθερά ενέμεινε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα στο ψυχικό (Βουλητικό) στοιχείο της πρόθεσης διάσπασης του συζυγικού δεσμού.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, κατά τον ίδιο τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το δεύτερο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚπολΔ, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα σε σχέση με τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι:

α) "ότι η αναιρεσείουσα παρέμεινε στην Ελλάδα μετά την αναχώρηση του αναιρεσίβλητου για να αναλάβει καθήκοντα Πρέσβεως της Ελλάδος στην ..., και αφού είχε μεσολαβήσει η πρώτη συζήτηση της κοινής αίτησης για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου", αφού (κατά την αναιρεσείουσα) η διαδικασία έκδοσης συναινετικού διαζυγίου δεν προϋποθέτει διάσταση, και η αναιρεσείουσα παρέμεινε στην Ελλάδα για να φροντίζει τα τέκνα των διαδίκων όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, β) "ότι λόγω των προβληθεισών περιουσιακών αξιώσεων της αναιρεσείουσας, τις οποίες δεν αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος, η αναιρεσείουσα δεν προσήλθε στη δεύτερη συζήτηση για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, χωρίς να παρατίθεται η μορφή, η φύση και το είδος των περιουσιακών αξιώσεων της αναιρεσείουσας για να κριθεί εάν οι αξιώσεις ήταν δικαιολογημένες, γ) "ότι ο αναιρεσείων διέμενε σε ξενοδοχείο όταν βρισκόταν στην Αθήνα κατά τις πιο πάνω εννέα ημερομηνίες", χωρίς να αιτιολογείται η αιτία της διαμονής στο ξενοδοχείο, που ήταν η διανυκτέρευση με τη φίλη του ζ1''δ) "ο αναιρεσίβλητος, επισκεπτόταν τη συζυγική οικία για να επικοινωνεί με τα τέκνα του και να συζητά για τις ανάγκες της οικογένειας", ε) "η εκμίσθωση των ακινήτων του αναιρεσίβλητου και η είσπραξη των μισθωμάτων από την αναιρεσείουσα έγινε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα με τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου σε εκδήλωση ενδιαφέροντος για τα προβλήματα της οικογένειας και την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της αναιρεσείουσας και των τέκνων της", στ) "με τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου η προσωπική του αλληλογραφία απεστέλλετο στη συζυγική οικία καθόλο το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του στην αλλοδαπή" και ζ) ο αναιρεσίβλητος έκανε κοινές φορολογικές δηλώσεις με την αναιρεσείουσα για τα οικονομικά έτη 2001 και 2002".

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι: 1) "από την 17 Ιανουαρίου 2000 οι διάδικοι εξακολουθητικά ζούσαν χωριστά από τραπέζης και κοίτης, χωρίς να έχουν (και κατά την παραμονή του εναγομένου στη συζυγική κατοικία όποτε αυτή γινόταν) καμία σωματική και ψυχική επαφή", 2) "ότι οι πιο πάνω επισκέψεις του αναιρεσίβλητου στη συζυγική κατοικία αποσκοπούσαν στην επικοινωνία του με τα τέκνα του και σε συζητήσεις με την αναιρεσείουσα για τις ανάγκες τους, και όχι στην αποκατάσταση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων", 3) "ότι η εκμίσθωση των ακινήτων του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα έγινε με τη συναίνεση εκείνου σε εκδήλωση ενδιαφέροντός του για τα προβλήματα της οικογένειας και την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της, και όχι με πρόθεση για επανάληψη της έγγαμης συμβίωσης", 4) "Ότι πρόθεση επανάληψης της συμβίωσης δεν προκύπτει ούτε από το γεγονός ότι μέρος της αλληλογραφίας του αναιρεσίβλητου εξακολουθούσε και κατά το χρόνο της διάσπασης να έρχεται στη συζυγική οικία, το ίδιο δε πρέπει να λεχθεί και για το ότι ο αναιρεσίβλητος έκανε κοινές φορολογικές δηλώσεις με την αναιρεσείουσα για τα οικονομικά έτη 2001 και 2002, δεδομένου ότι οι δηλώσεις αυτές έγιναν από τον αναιρεσίβλητο για λόγους γραφειοκρατικούς και λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό και όχι γιατί είχε την πρόθεση να αποκαταστήσει την έγγαμη συμβίωσή του με την αναιρεσείουσα", 5) "ότι την 16-4-2000, οπότε ο ενάγων αναχώρησε για να αναλάβει καθήκοντα Πρέσβη Ελλάδος στην ....

της Τυνησίας, οι διάδικοι ήταν σε διάσταση, γιατί έχουν κινήσει τη διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου, και ο λόγος αυτός ήταν που η αναιρεσείουσα δεν συνόδευσε τον αναιρεσείουσα στην.... και παρέμεινε στην Αθήνα, και όχι ότι τάχα εξαιτίας συμφωνίας τους για να φροντίζει τα τέκνα τους, όπως η αναιρεσείουσα αβάσιμα ισχυρίζεται", 6) "ότι η δεύτερη συζήτηση της αίτησης για συναινετικό διαζύγιο δεν έγινε γιατί η αναιρεσείουσα προέβαλε με την από .....

επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της περιουσιακές αξιώσεις, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος δεν τις αποδέχθηκε, και όχι γιατί τάχα είχαν αποκατασταθεί οι σχέσεις τους όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται" και 7) "ότι κατά τις πιο πάνω επισκέψεις του στην Αθήνα ο αναιρεσίβλητος όταν επέστρεφε από την .....

διέμενε σε ξενοδοχεία και όχι στη συζυγική οικία", με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και αφορά την κατ' ουσία απόρριψη των πιο πάνω αρνητικών ισχυρισμών της και την παραδοχή της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των πιο πάνω γραφειοκρατικών λόγων, που επέβαλαν την υποβολή κοινής φορολογικής δήλωσης εκ μέρους των διαδίκων.

ΙΙ. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ'αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης με τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα σύζυγο της αναιρεσείουσας, παρά το γεγονός ότι: "Οι πιο πάνω θετικές επαναληπτικές ενέργειες του αναιρεσίβλητου: 1) περί επισκέψεων στη συζυγική οικία καθ' όλο το χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής διαμονής του στην ....

υπό την ιδιότητα του Πρέσβεως της Ελλάδος, 2) της εκμισθώσεως της ακινήτου περιουσίας του που βρίσκεται στην Ελλάδα εκ μέρους της αναιρεσείουσας, και της εισπράξεως των μισθωμάτων της διοικήσεως της περιουσίας και της γενικής εποπτείας της, 3) της αποστολής της προσωπικής του αλληλογραφίας μετά διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών και Τραπεζών και άλλων εταιρειών, των οποίων είχε μετοχές στη συζυγική οικία, και 4) της συντάξεως κοινών φορολογικών δηλώσεων για τα έτη 2001, 2002 και 2003, συνάδουν προς την ύπαρξη εγγάμου συμβιώσεως, η δε προσωρινή διαμονή του στην ....

δεν αναιρεί την έγγαμη συμβίωση, εφ' όσον η εκεί παραμονή του ήταν εξαναγκαστική, με αποτέλεσμα μη συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων, να μη δικαιολογείται η συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης." Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται είναι αόριστος γιατί δεν αναφέρεται σ'αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά, ο ίδιος λόγος όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. και ως εκ τούτου και υπό τις δύο εκδοχές είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ως "αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη τέτοιων μέσων, νοούνται εκείνα τα μέσα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.

Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.

Α.Π. 9/2000). Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης (Α.Π. 1573/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι και δεν μνημονεύονται ειδικά.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετήριου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: 1) Το υπ' αριθ. ...... Διπλωματικό διαβατήριό της αναιρεσείουσας του Υπουργείου επί των Εξωτερικών με χρόνο λήξεως την 12-9-2004 με την ιδιότητά της του συζύγου του αναιρεσίβλητου, 2) την κοινή δήλωση των διαδίκων φορολογίας εισοδήματος του έτους 2003 προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., 3) τα από ....

και ..... δύο μισθωτήρια διαμερισμάτων του αναιρεσίβλητου που διαχειριζόταν η ίδια η αναιρεσείουσα, και 4) διάφορα έγγραφα εμπιστευτικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου, όπως ενημερωτικά δελτία και βεβαιώσεις πληρωμής μερισμάτων από τις μετοχές του, καθ' όλη τη διάρκεια της επικαλούμενης από εκείνο τετραετούς διάστασης, που έφθασαν ταχυδρομικώς στην κατοικία τους στα ......

Υποστηρίζει δε η αναιρεσείουσα ότι αν λάμβανε υπόψη του το Εφετείο και τα πιο πάνω έγγραφα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε, ότι δηλαδή δεν συμπληρώθηκε η τετραετής συνεχής διάσταση στην έγγαμη σχέση των διαδίκων. Όμως, από την επισκόπηση κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή, πλην του υπ' αριθ. 1 πιο πάνω εγγράφου, δεν επικαλέσθηκε σαφώς και ορισμένως, όπως όφειλε, στο Εφετείο τ' ανωτέρω έγγραφα, αλλά αρκέστηκε στη γενική αναφορά ότι: "επαναπροσκομίζω μετ' επικλήσεως τις έγγραφες προτάσεις μου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά της προσθήκης" και ενσωμάτωσε στις προτάσεις αυτές τις πρωτόδικες προτάσεις της, στις οποίες και μόνο γίνεται σαφής επίκληση των εν λόγω εγγράφων.

Η ενσωμάτωση αυτή και η γενική και μόνο αναφορά στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις δεν συνιστούν νόμιμο τρόπο επαναφοράς του συγκεκριμένου μέρους των πρωτόδικων προτάσεων, και συνακόλουθα νόμιμο τρόπο επίκλησης των προαναφερομένων εγγράφων, και συνεπώς αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών, ο πιο πάνω αντίστοιχος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για τη μη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης των διαδίκων, λόγω της παρεμβολής διακοπτικών γεγονότων συνδεομένων με τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο με αριθ. 1, καίτοι μη ειδικά μνημονευόμενο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π. 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι συμπληρώθηκε η τετραετής διάσταση στην έγγαμη σχέση των διαδίκων και να απορρίψει τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και την έφεσή της ότι δεν συμπληρώθηκε η τετραετία γιατί μεσολαβούσαν διακοπτικά γεγονότα, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες

καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι

διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και την από .... επιστολή του δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ιωάννη Καρακώστα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, στην οποία παρατίθενται οι περιουσιακές αξιώσεις της αναιρεσείουσας για να συναινέσει κατά τη δεύτερη συζήτηση της κοινής αίτησής τους στην έκδοση συναινετικού διαζυγίου.

Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του "με το να κρίνει ότι η αναιρεσείουσα εξ ιδίας πρωτοβουλίας ματαίωσε τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν αποδέχθηκε τις προβληθείσες περιουσιακές αξιώσεις της, που αποσκοπούσαν δικαιολογημένα στην εξασφάλιση των τέκνων τους από περιουσιακής απόψεως αλλά και της διατροφικής αξίωσής της".

Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι συμπληρώθηκε η τετραετής διάσταση στην έγγαμη σχέση των διαδίκων, με την επί μέρους αιτιολογία εκτός πολλών άλλων που προαναφέρθηκαν και που στηρίζονται σε άλλα αποδεικτικά μέσα, ότι: "η ματαίωση της δεύτερης συζήτησης του συναινετικού διαζυγίου έγινε εξ αιτίας του ότι η εναγομένη προέβαλε τις προεκτεθείσες αξιώσεις της, και ο ενάγων δεν τις αποδέχθηκε, και όχι διότι τάχα είχαν αποκατασταθεί οι σχέσεις τους, όπως αβάσιμα η εναγομένη ισχυρίζεται".

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, σε συνδυασμό με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης και την επισκόπηση του εγγράφου, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, κατά το μέρος του που αφορούσε την προβολή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας, οι περαιτέρω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης για την αιτία της μη αποδοχής του ίδιου εγγράφου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου δεν αφορούν το περιεχόμενό του αλλά την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Πρέπει επομένως, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και για τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του (άρθρο 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-1-2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 8433/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ