Legislator Case Law & Legislation
1324/2025 AI generated

Appeal dismissed; fixed-term contract clauses invalid under EU law; employee entitled to full severance.

Case Number 1324/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding the validity of fixed-term employment contracts. The court held that clauses limiting contract duration were invalid because they violated EU Directive 1999/70/EC and Greek constitutional principles protecting workers' rights. Consequently, the employee was entitled to claim unpaid wages and full severance pay based on the total duration of employment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 6, 7 of PD 164/2004; Article 103 of the Constitution; Directive 1999/70/EC; Article 8(1)(a) and (3) of Law 2112/1920; Articles 281 and 671 of the Civil Code: Clauses fixing the duration of employment contracts are invalid if they contravene EU law and constitutional provisions, entitling the worker to claim unpaid wages and full severance pay.

Keywords

AI generated
fixed-term contract validity EU Directive 1999/70/EC unpaid wages claim severance pay entitlement labor law invalidity constitutional protection employment duration

Cited Legislation

AI generated
Article 5 of PD 164/2004
Article 6 of PD 164/2004
Article 7 of PD 164/2004
Article 103 of the Constitution
Directive 1999/70/EC
Article 8(1)(a) of Law 2112/1920
Article 8(3) of Law 2112/1920
Articles 281 and 671 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 573(1), 106, 176(a), 191(2) and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 32/2023
Appeal discussion dismissed because additional intervenors were not summoned to the hearing.
ECLI:EU:C:2021:113
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περαιτέρω, έκρινε στην υπόθεση C 760/18, ECLI:EU:C:2021:113, Μ.Β.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1324/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Μυλωνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις στις 31-10-2022.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (Φο.Δ.Σ.Α.) Κεντρικής Μακεδονίας", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πετρούλα Κίτσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις στις 4-10-2022.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16497/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2288/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 19-5-2021 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 25ης-10-2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 224/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της από 19-5-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1421-125/21-5-2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 2288/18-12-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης συζητήθηκε αρχικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 25-10-2022.

Οι διάδικοι μάλιστα είχαν καταθέσει νόμιμα και προτάσεις (άρθρο 570 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ). Η έκδοση όμως απόφασης δεν κατέστη δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, η οποία ήδη συνταξιοδοτήθηκε. Μετά από αυτό η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό 179/2024 πράξη που εξέδωσε αφαίρεσε τη δικογραφία από τη Δικαστή που προαναφέρθηκε (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 307 εδάφιο β του ΚΠολΔ) και στη συνέχεια ο Πρόεδρος του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό 224/24-10-2024 πράξη του διέταξε νόμιμα να επαναληφθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων. 2.

Με την από 19-5-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1421-125/21-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2288/18-12-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - η οποία εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου- ενάγοντος Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., πρόσωπο που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων επί της από 7-1-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 182-23/7-1-2019 έφεσης που είχε ασκήσει το εκκαλούν-εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της υπ' αριθμό 16497/22-11-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία ομολογείται ότι δεν επιδόθηκε (άρθρα 573 παράγραφος 1, 591 παράγραφος 1 και 261 ΚΠολΔ), και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Δ. Κ. του Δ., κάτοικος ... - και τρίτο πρόσωπο, απλός ομόδικός του που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη - στην από 28-8-2018 αγωγή του - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και είχε στρέψει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΟΡΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ (ΦΟΔΣΑ) ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" και έδρα τη Θεσσαλονίκη - εξέθεσε τα εξής:

Ότι είχε καταρτίσει με το εναγόμενο στις 30-12-2015 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Ότι η σύμβασή του αυτή μετά τη λήξη της ανανεωνόταν διαδοχικά έως και την άσκηση της αγωγής. Ότι σε εκτέλεσή της προσέφερε προσηκόντως στο εναγόμενο τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα που ανέφερε στην αγωγή και κάλυπτε πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του με συνέπεια η ορισμένη χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεών του ορισμένου χρόνου να μην δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας του και να μην υπαγορεύεται από κάποιο αντικειμενικό λόγο που ανάγεται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - σύμφωνα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70ΕΚ και τις διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 και 6 του π.δ. 164/2004 - να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο από την πρόσληψή του και εφεξής με μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και, επιπλέον, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τον απασχολεί και να αποδέχεται στο μέλλον την εργασία του με καθεστώς σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως ειδικότερα είχε επικαλεσθεί σε αυτή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφοι 1 έως 5, 614 αριθμός 3 α και 621 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 16497/22-11-2018 οριστική απόφαση με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη .

Το εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 7-1-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 182-23/7-1-2019 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, την οποία είχαν ασκήσει οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες εναντίον του.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δίκασε την έφεση ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου- πρώτου ενάγοντος, Γ.Τ. του Α., κατοίκου ... και αντιμωλία των λοιπών των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2288/18-12-2020 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά, και κατ'ουσία την έφεση εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη με την εξής αιτιολογία: " (...) Η (...) αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων, συνάφθηκαν μετά την 18.04.2001, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ως άνω φορέων, μεταξύ των οποίων και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως το εναγόμενο, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες κάλυπταν τέτοιες ανάγκες, δεν μπορούν (...) να εκτιμηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να μετατραπούν σε τέτοιες.

Και τούτο διότι συνήφθησαν υπό την ισχύ και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, καθώς και των διατάξεων 3,5,6,7 του Π. Δ/τος 164/2004, ώστε δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, έστω και αν κατά τη διάρκειά τους ήταν σε ισχύ η προαναφερθείσα Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιπλέον, για τους ενάγοντες δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π. Δ/τος 164/2004, αφού, όπως στην ίδια νομική σκέψη αναλυτικά αναπτύσσεται, οι προϋποθέσεις της μεταβατικής αυτής διάταξης πρέπει αναγκαίως να πληρούνται όλες αθροιστικά, αποκλειστικά και μόνον, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 19ης Ιουλίου 2004 ή κατά το προηγούμενο της ημερομηνίας αυτής τρίμηνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τυχόν μεταγενέστερα καταρτιζόμενες συμβάσεις, μη ούσας της διάταξης "εσαεί" μεταβατικής.

Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω, οι συμβάσεις που συνέδεαν τους ενάγοντες με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. δεν μπορούν υπό καμία νομική συνθήκη να θεωρηθούν ή να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ούτε τίθεται θέμα ένταξης αυτών στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου ή αποδοχής από το τελευταίο των υπηρεσιών τους στα πλαίσια τέτοιου είδους συμβάσεων (...) Στην κρίση του Δικαστηρίου περί της νομικής αβασιμότητας της αγωγής ουδεμία επίδραση ασκεί το γεγονός ότι η από 30.12.2015 έως 29.08.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστου των εναγόντων παρατάθηκε αρχικά μέχρι την 31.12.2016, με βάση το άρθρο 12 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με τον τίτλο "Ρύθμιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Οικονομικών, Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων" (Φ.Ε.Κ.

Α' 184/30.12.2015), που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4366/2016, και την αντικατάσταση διά αυτής του άρθρου 167 παρ. 1 του Ν. 4099/2012, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο, και εν συνεχεία παρατάθηκαν, με βάση το άρθρο 16 του Ν. 4429/2016, μέχρι την 31.12.2017 και, πριν τον χρόνο αυτόν, επακολούθησε η λύση των ως άνω συμβάσεων πριν το τέλος του χρόνου για τον οποίο εκ του νόμου παρατάθηκαν και οι ενάγοντες σύναψαν νέα σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στα πλαίσια του άρθρου 24 του Ν. 4479/2017, με ισχύ μέχρι την 31.03.2018.

Ειδικότερα, οι συνεχείς τροποποιήσεις του άρθρου 167 παρ.1 του Ν. 4099/2012 και παρατάσεις των ατομικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τελευταία χρονικά αυτήν που επήλθε με βάση το άρθρο 16 του Ν. 4429/2016, μέχρι την 31.12.2017, είναι αντισυνταγματικές ως αντιβαίνουσες στις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και μη νόμιμες αφού έρχονται σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, επιπρόσθετα, κατ' ουσίαν θέτουν εκποδών την περιεχόμενη στα άρθρα 21 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 και 7 παρ.1 του Π.

Δ/τος 164/2004 ρητώς επαπειλούμενη κύρωση της αυτοδίκαιης ακυρότητας των παρατάσεων ή επανασυνάψεων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (...)". 3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ή έγιναν δεκτές στην ουσία (ΟλΑΠ 5/2023). Από το συνδυασμό, περαιτέρω, των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε επειδή συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε επειδή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν ακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 669 παράγραφος 1 του ΑΚ λύεται αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συμφωνήθηκε. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται καταγγελία της σύμβασης και δεν υπάρχει υποχρέωση να καταβληθεί αποζημίωση χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (OλΑΠ 19/2007).

Εξάλλου, το άρθρο 8 παράγραφος 1 εδάφιο β` του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν τηρήσει τις τυπικές προϋποθέσεις για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οι οποίες προβλέπονται από το ν. 2112/1920. Η ίδια διάταξη εφαρμόζεται και για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας στις περιπτώσεις, ιδίως, των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, οπότε η ορισμένη χρονική τους διάρκεια δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, ο οποίος μπορεί να ανάγεται και στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης.

Η διάταξη επιπλέον, που προαναφέρθηκε παρέχει πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 Κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011). Στην περίπτωση αυτή η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι άκυρη ως προς την ορισμένη χρονική της διάρκεια με συνέπεια να θεωρείται από την κατάρτισή της ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν δικαιολογεί την απόλυση του εργαζομένου, χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022).

Η πρόθεση, εξάλλου, καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκειά της από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Πρέπει, ωστόσο, να αποδεικνύεται επιπλέον ότι ο εργοδότης σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την κατάρτιση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είχε πρόθεση να καταστρατηγήσει τις διατάξεις που ισχύουν για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Η διάταξη, περαιτέρω, του άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο β` του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, διασφαλίζει το δικαίωμα του εργαζομένου να λάβει την αποζημίωση απόλυσης. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 21 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυε, πριν καταργηθεί με το άρθρο 61 παράγραφος 1α του ν. 4765/2021 (Φ.Ε.Κ.

Α 6/15-1-2021), όριζε μεταξύ άλλων ότι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα - που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου - επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για να αντιμετωπίζουν εποχιακές ή άλλες περιοδικές ή πρόσκαιρες ανάγκες με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "2.

Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες, με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" και "3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλαβε χώρα με το από 06-04-2001 ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (Φ.Ε.Κ. Α 84/17-4-2021) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή, σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος που προαναφέρθηκαν στη Δημόσια Διοίκηση, η οποία σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος στελεχώνεται κατά κανόνα από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, είναι δυνατόν να παρέχουν σε αυτή τις υπηρεσίες τους και εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μόνον όμως όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τις παραγράφους 2, 3 και 8 της ίδιας διάταξης.

Νόμος, εξάλλου, ρυθμίζει τους όρους, τη χρονική διάρκεια και τη φύση της εργασίας φυσικών προσώπων που καταρτίζουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με τη Διοίκηση σύμφωνα με τις ανάγκες που κάθε φορά ανακύπτουν. Η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγούντο οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (ΟλΣτΕ 943/2020).

Ο συνταγματικός νομοθέτη με τις διατάξεις αυτές θέλησε να διασφαλίσει την αξιοκρατία κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 6/2022). Οι διαδοχικές, επομένως, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, δηλαδή μετά την 17-4-2001, δεν μπορούν πλέον να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου ακόμη και με νόμο, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του φορέα που προέβη στην πρόσληψη (Ολ.ΑΠ 6/2022).

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, επιπλέον, ότι ο δικαστής δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να προβεί σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων που προαναφέρθηκαν ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ακόμη και αν πράγματι με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, ο οποίος δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Τυχόν αντίθετη ερμηνεία ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια να διαιωνίζεται φαινόμενο, το οποίο αποδοκιμάσθηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007).

Οι διατάξεις, επομένως, των άρθρων 8 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παράγραφοι 1 και 3 του Συντάγματος δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007).

Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 παρέχει στα κράτη - μέλη της ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης την ευχέρεια να επιλέξουν την προσφορότερη λύση για να αποτρέψουν στις εθνικές έννομες τάξεις τους την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας ορισμένου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου προβλέπεται ως δυνητικό μέτρο για το σκοπό αυτό.

Η Οδηγία, περαιτέρω, ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη ως προς τους εργαζομένους στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το π.δ. 164/2004, τα οποίο άρχισε να ισχύει στις 19-7-2004. Η επιλογή των μέτρων που προβλέπονται από το διάταγμα αυτό έγινε με γνώμονα την ιδιαιτερότητα του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, οι οποίες διέπουν τη διαδικασία επιλογής του μόνιμου προσωπικού στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Το άρθρο 5 του ίδιου π.δ. ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (...). 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση που καταρτίζονται διαδοχικές συμβάσεις εργασίας κατά παράβαση των κανόνων που προαναφέρθηκαν προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης που είναι ίση με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του".

Παράλληλα θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη των υπαιτίων οργάνων για την παράβαση των κανόνων αυτών. Οι διατάξεις του προεδρικού διατάγματος που προαναφέρθηκε δεν είναι αντίθετες με το ενωσιακό δίκαιο, διότι εισήγαγαν ρυθμίσεις που μπορούν να αποτρέψουν αποτελεσματικά την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Το άρθρο 7, ειδικότερα, του π.δ. που προαναφέρθηκε προβλέπει συγκεκριμένα α) ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν, μολονότι δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκειά τους, είναι άκυρες, β) ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος απασχολήθηκε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης εργασίας, μπορεί να αξιώσει από τον εργοδότη του ευθέως από το νόμο τις δεδουλευμένες αποδοχές του και γ) έχει, επιπλέον, τη δυνατότητα να λάβει ως αποζημίωση απόλυσης ποσό ίσο με εκείνο, το οποίο θα λάμβανε άλλος εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης).

Το ίδιο π.δ. προβλέπει και ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περαιτέρω, έκρινε στην υπόθεση C 760/18, ECLI:EU:C:2021:113, Μ.Β. κ.λπ. κατά Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (...), με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, την οποία είχε υποβάλει ελληνικό δικαστήριο ότι: "Η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας, που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Ο έλληνας δικαστής όμως θα είχε την υποχρέωση αυτή, μόνον αν η διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 3 του ν. 2112/1920 θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στους εργαζομένους που απασχολούνται στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Τέτοια όμως δυνατότητα μετά την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17-4-2001) δεν υπάρχει.

Η μετατροπή, εξάλλου, των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 3 του ν. 2112/1920 δεν μπορεί να αποτελεί σε κάθε περίπτωση "ισοδύναμο" νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70, επειδή απαραίτητη προϋπόθεση για να εφαρμοσθεί η διάταξη που προαναφέρθηκε είναι να διαπιστωθεί ότι το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου είχε πρόθεση να καταστρατηγήσει την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια, την οποία παρέχουν στους εργαζομένους οι διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου.

Η διάταξη, επομένως, του άρθρου 8 παράγραφος 3 του ν. 2112/1920 δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που το Δημόσιο καταρτίζει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι μεμονωμένες νομοθετικές διατάξεις που παρατείνουν κατά περίπτωση τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι ικανές να χαρακτηρίσουν ως αναποτελεσματικά τα μέτρα που εισήγαγε ο έλληνας νομοθέτης με το π.

δ. 164/2004 για να αποτραπεί η καταχρηστική προσφυγή σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει με προσλήψεις για κάλυψη παγίων αναγκών στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ώστε να εφαρμοσθεί σε τέτοια περίπτωση η διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 3 του ν. 2112/1920 και εν πάση περιπτώσει καταστρατηγούν τόσο τον κανόνα του άρθρου 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος, όσο και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70 (ΑΠ 960/2024, ΑΠ 146/2023, ΑΠ 104/2022).

Στον πρώτο, στο δεύτερο και στον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι οποίοι είναι συναφείς, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ρήτρας 5 σημείο 1 της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 87, 93, 102 και 103 παράγραφοι 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, του άρθρου 8 παράγραφοι 1 εδάφιο α και 3 του ν. 2112/1920, των άρθρων 281, 648 παράγραφος 1 και 671 του ΑΚ και των άρθρων 16 του ν. 4429/2016 και 24 του ν. 4479/2017 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Ο αναιρεσείων επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος οι επίδικες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, τις οποίες είχε καταρτίσει με το αναιρεσίβλητο από 30-12-2015 και εφεξής, δεν μπορούσαν ούτε να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε να προσλάβουν τέτοιο χαρακτήρα με δικαστική απόφαση μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τον συνέδεε με το αναιρεσίβλητο, μολονότι από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει α) ότι η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου είναι δυνατή, διότι δεν υφίσταται στην ελληνική έννομη τάξη κανένα ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, το οποίο μπορεί να διασφαλίσει το σκοπό της ρήτρας 5 σημείο 1 της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και, επιπλέον, β) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης, η οποία τους συνδέει με το αναιρεσίβλητο, είναι επίσης δυνατός, επειδή το αναιρεσίβλητο τους είχε προσλάβει και μάλιστα σε εκτέλεση διατάξεων του νόμου για να καλύπτει πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και, συνεπώς, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1990.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ότι η ρήτρα 5 σημείο 1 της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία έχει μάλιστα το προβάδισμα έναντι ακόμη και των εθνικών συνταγματικών διατάξεων, θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως νόμιμη και βάσιμη την αγωγή του εναντίον του, όπως ειδικότερα εκθέτει στους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν.

Από την επισκόπηση, ωστόσο, της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία αναφέρεται πλήρως το περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή - σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν - ήταν πράγματι νομικά αβάσιμη, διότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί σε αυτή ότι είχε καταρτίσει τις επίδικες συμβάσεις εργασίας από 30-12-2015 και εφεξής, δηλαδή, μετά την 17-4-2001, όταν ήδη είχαν τεθεί σε ισχύ οι παράγραφοι 7 και 8 του άρθρου 103 του αναθεωρημένου Συντάγματος - οι οποίες απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που συνάπτονται με το Δημόσιο και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου - με συνέπεια, ακόμη και αν ο αναιρεσείων πράγματι παρείχε στο αντισυμβαλλόμενό του, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΟΡΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ (ΦΟ.Δ.Σ.Α.) ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" και έδρα τη Θεσσαλονίκη, εργασία που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, οι διαδοχικές συμβάσεις του δεν μπορούν να μετατραπούν σε μία, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 3 του ν. 2112/1920.

Για τον ίδιο λόγο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να προβεί σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό των περισσοτέρων εννόμων σχέσεων που συνέδεαν τον αναιρεσείοντα με το αναιρεσίβλητο ως μίας, ενιαίας, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι το αναιρεσίβλητο, ν.π.δ.δ., ακόμη και αν ο αναιρεσείων με την παροχή εργασίας του σε αυτό κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του, δεν είχε πλέον αντικειμενικά - μετά την έναρξη της ισχύος της διάταξης του άρθρου 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος - νόμιμη εξουσία να καταρτίσει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Η ρήτρα 5 σημείο 1 της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, εξάλλου, δεν επιβάλλει στα κράτη-μέλη της ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά αφήνει στη διακριτική τους ευχέρεια, τη δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου ως κύρωση για την περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογείται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, ο οποίος επιβάλλει την ορισμένη χρονική τους διάρκεια.

Τα κράτη-μέλη σύμφωνα με την ίδια Οδηγία οφείλουν μόνον να λαμβάνουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα για να αποτρέπεται η καταχρηστική κατάρτιση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως έπραξε ο έλληνας νομοθέτης με το π. δ. 164/2004. Οι διατάξεις μάλιστα του προεδρικού αυτού διατάγματος είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο, διότι εισήγαγαν ρυθμίσεις που μπορούν να αποτρέψουν αποτελεσματικά την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Το άρθρο 7, ειδικότερα, του π.δ. που προαναφέρθηκε προβλέπει συγκεκριμένα α) ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν, μολονότι δεν υπήρχε αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκειά τους, είναι άκυρες, β) ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος απασχολήθηκε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης εργασίας, μπορεί να αξιώσει από τον εργοδότη του ευθέως από το νόμο τις δεδουλευμένες αποδοχές του και γ) έχει, επιπλέον, τη δυνατότητα να λάβει ως αποζημίωση απόλυσης ποσό ίσο με εκείνο, το οποίο θα λάμβανε άλλος εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της.

Αν μάλιστα οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης. Οι διατάξεις, εξάλλου, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 εξασφαλίζουν πλήρως την αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ με συνέπεια η διάταξη του άρθρου 8 παράγραφοι 1 εδάφιο α και 3 του ν. 2112/1920 να μην μπορεί να εφαρμοσθεί και στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων εργασίας του αναιρεσείοντος με το αναιρεσίβλητο παρατάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 16 του ν. 4429/2016 και 24 του ν. 4479/2017.

Σε διαφορετική μάλιστα περίπτωση θα καταστρατηγούντο τόσο διατάξεις του εθνικού, όσο και διατάξεις του ενωσιακού δικαίου (άρθρο 103 του Συντάγματος και Οδηγία 1999/70/ΕΚ αντίστοιχα). 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της υπ' αριθμό 16497/22-11-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με τις αιτιολογίες που προαναφέρθηκαν και απέρριψε μετά από αυτό ως μη νόμιμη την αγωγή που είχε ασκήσει και ο αναιρεσείων κατά του αναιρεσιβλήτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις διατάξεις της ρήτρας 5 σημείο 1 της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 25 παράγραφοι 1 και 3 του Συντάγματος, του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 281 και 671 του ΑΚ και για το λόγο αυτό δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με τους λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου - το οποίο διεξήγαγε τη δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δια πληρεξουσίου Δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1 , 106, 176 εδάφιο α, 191 παράγραφος 2 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1421-125/21-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 2288/18-12-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ