Legislator Case Law & Legislation
1324/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to missing parties and vague grounds for appeal in civil case.

Case Number 1324/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal because the hearing was invalidated due to the absence of certain parties in a civil rent dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to reject the claim as vague, but failed to specify this in their appeal grounds. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellants to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 260 § 1 and 576 of the Code of Civil Procedure; If parties are absent in a simple joint case, the hearing is voided for them, and vague appeal grounds are rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Dismissal Joint Case Inadmissible Appeal Missing Parties Vague Grounds Costs Award

Cited Legislation

AI generated
Article 260 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1026/2022
Appeal dismissed because court minutes containing witness testimony are not documents subject to Article 559(20) of the Code of Civil Procedure.
AP 63/2022
Supreme Court allows appeal against bank's liability ruling due to insufficient evidence of negligence and procedural errors.
1529/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the specific ground cited does not match statutory requirements for review.
AP 1093/2021
Appeal discussion declared inadmissible due to failure to summon a co-appellant for the hearing.
AP 1584/2006
Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding parking space disputes in multi-unit buildings.
AP 376/2023
Supreme Court dismisses appeal due to non-attendance of parties and lack of proof of causation between accident injuries and death.
AP 1440/2021
Supreme Court quashes appeal decision and remands case due to missing prior court jurisdiction history.
AP 49/2020
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and invalid will.
1486/2017
Supreme Court dismisses appeal and orders fee forfeiture due to defendant's failure to appear and pay court fees.
239/2017
Supreme Court dismisses appeals against inheritance dispute judgment, rejecting procedural defects and erroneous fact-finding claims.
OLAP 43/1990
AP 1199/2018
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence evaluation and procedural inadmissibility.
AP 354/2011
Supreme Court dismisses appeal in property dispute where lower court rejected claims of lack of agreed property status.
AP 1705/2008
Supreme Court dismisses appeal on grounds of procedural defects and improper late evidence submission.
AP 1413/2014
Appeal dismissed because the appellant failed to prove the contested claim was raised in the lower court.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1324/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Ι. και 2) Α. Β. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χας Γ. Κ., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Γ., 3) Μ. θυγ. Κ. και Β. Κ., κατοίκων ... και 4) Μ. θυγ. Γ. και Δ. Κ., συζ. Τ. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Παπαχαραλάμπους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 4η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2016 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Κ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2018 μη οριστική και 2/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1η, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 260 § 1 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.

Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 63/2022, 1529/ 2021, ΑΠ 1093/2021). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, εφόσον ορισμένοι από τους αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητους δεν εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, αν πρόκειται για απλή ομοδικία, που υπάρχει και όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός μισθωτές ή εκμισθωτές για καταβολή μισθωμάτων, καθόσον δεν συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ) τέσσερις περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1584/2006), ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης μόνο ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους (ΑΠ 376/2023, ΑΠ 1440/2021, ΑΠ 49/2020, 1486/2017, 239/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση αυτής. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 376/2023).

Επίσης, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα Πολιτικά Δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Επίσης, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται, αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει ο αντίδικός του, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως, ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την αίτηση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται όπως αναφέρθηκε, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ. β` ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 77/2023, ΑΠ 459/2020, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 627/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο παρέστησαν, νομίμως και προσηκόντως, οι αναιρεσίβλητες Δ. Κ., Β. Κ. και Μ. Κ., ενώ οι αναιρεσείοντες Α. Β. και Α. Β., καθώς και η τέταρτη των αναιρεσίβλητων Μ. Κ., δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να ματαιωθεί η συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ των ανωτέρω απολειπόμενων διαδίκων μόνο, επειδή υφίσταται εν προκειμένω απλή ομοδικία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται κατωτέρω, ως προς το αντικείμενο της δίκης.

Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε ως προς αυτούς δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ( άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των εγγράφων της δικογραφίας, και ειδικότερα από τα επιδοθέντα στις αναιρεσίβλητες ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης, με της επ' αυτών, από 2-11-2023 επισημειώσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Κ.

Α., που προσκομίζουν οι παριστάμενες αναιρεσίβλητες, τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω δικάσιμο επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες. Από το ίδιο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης αποδεικνύεται ότι το δικόγραφο αυτής υπογράφει η δικηγόρος Θηβών Βασιλική Τσονόγλου (ΑΜ 25), η οποία έδωσε εντολή στην ως άνω δικαστική επιμελήτρια να επιδώσει αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω δικάσιμο στις αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τη σχετική έγγραφη εντολή κάτω από το προαναφερόμενο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης.

Η εν λόγω δικηγόρος ήταν νόμιμα διορισμένη πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία με αριθμό ...-2022 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θηβών Ι. Κ. Π., οι δε αναιρεσείοντες ενέκριναν (σιωπηρώς) αναδρομικά με το εν λόγω πληρεξούσιο τις προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις, της υπογραφής και κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στις 27-4-2022 και 4-5-2022 αντίστοιχα, με πρόθεση ισχυροποίησής τους (Ολ.ΑΠ 1408/1984, ΟλΑΠ 626/1980,ΑΠ 1152/2017,ΑΠ 254/2016, AΠ 344/2014), χορηγώντας ρητά (6η σελίδα του πληρεξουσίου), την πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο να ασκήσει αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 2/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, να αιτηθεί τον προσδιορισμό αυτής στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, να λάβει αντίγραφα και να παραστεί και εκπροσωπήσει αυτούς κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο.

Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδουν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί μεταξύ αυτών και των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (πρώτης ,δεύτερης και τρίτης), σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η κρινόμενη από 27-4-2022 (αρ. έκθ. κατ. 138/8/4-5-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ.1 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (10-1-2022), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη και ο αρχικός ενάγων Γ. Κ., (ο οποίος απεβίωσε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, στις ...-2016, και την αρξαμένη στο όνομα του δίκη συνέχισαν οι εκ διαθήκης νόμιμοι κληρονόμοι του δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων), άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, την από 5-1-2016 (αριθμ.

έκθεσ.κατ. 3/7-1-2016) αγωγή τους, κατά των αναιρεσειόντων, με την οποία ιστορούσαν ότι δυνάμει σύμβασης μισθώσεως εκμίσθωσαν στους τελευταίους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-10-2015, με δυνατότητα παράτασης για έναν ακόμα μήνα, μέχρι 30-11-2015, τους αγρούς ιδιοκτησίας τους, συνολικής έκτασης 301 στρεμμάτων, κείμενους στην κτηματική περιφέρεια του Δ.Δ.

Μουρικίου του Δήμου Θηβαίων, αντί μισθώματος, ύψους 95 ευρώ ανά στρέμμα και συνολικά αντί 28.595 ευρώ. Ότι η καταβολή του μισθώματος θα ολοκληρωνόταν μέχρι τη λήξη της μίσθωσης και την παράδοση των αγρών και το αργότερο μέχρι τις 30-11-2015. Ότι μαζί με τους αγρούς εκμίσθωσαν και δύο γεωτρήσεις εντός αυτών, ηλεκτροδοτούμενες από την ΔΕΗ με συμβάσεις στο όνομα του πρώτου ενάγοντος, για τις οποίες συμφωνήθηκε ότι οι εναγόμενοι θα εξοφλούσαν τους λογαριασμούς κατανάλωσης του ρεύματος με την έκδοση εκάστου, ότι, συμφωνήθηκε, επίσης, οι εναγόμενοι να κάνουν χρήση των γεωργικών μηχανημάτων τους και ειδικότερα του εξοπλισμού ποτίσματος που βρισκόταν στην αποθήκη τους, το οποίο θα τους παρέδιδαν στην κατάσταση που το είχαν παραλάβει.

Ότι οι εναγόμενοι παρότι προέβησαν σε ανενόχλητη χρήση των μισθίων αγρών, γεωτρήσεων και λοιπών εξοπλισμών τους, αρνήθηκαν να τους καταβάλουν το συμφωνηθέν ως άνω μίσθωμα και να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς ρεύματος της ΔΕΗ, που εκδόθηκαν για τη χρήση των δύο γεωτρήσεων, ποσού 13.333 ευρώ και 5.068 ευρώ, με καταληκτικές ημερομηνίες πληρωμής 30-10-2015 και 13-11-2015 αντίστοιχα, ενώ παράλληλα προκάλεσαν ζημίες στα αναφερόμενα στην αγωγή γεωργικά μηχανήματά τους και αφαίρεσαν τον εκεί αναφερόμενο εξοπλισμό τους, με τη συνολική σχετική ζημία τους να ανέρχεται σε 7.042,52 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε έκαστο εξ αυτών το ήμισυ του οφειλόμενου μισθώματος, ύψους 14.297,50 ευρώ, νομιμοτόκως από 31-10-2015 και το ήμισυ της θετικής ζημίας που υπέστησαν, ύψους 3.522,76 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής , επιπλέον δε στον πρώτο ενάγοντα και τα ποσά των 13.333 ευρώ και 5.068 ευρώ, που αφορούσαν στην κατανάλωση ρεύματος από τη χρήση των γεωτρήσεων, νομιμοτόκως το πρώτο από 30-10-2015 και το δεύτερο από 13-11-2015.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 222/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τους εναγομένους, ήδη αναιρεσείοντες, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 14.297,50 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων, ως οφειλόμενο μίσθωμα, νομιμοτόκως από 31-10-2015 και επιπλέον στον πρώτο ενάγοντα τα ποσά των 13.333 ευρώ και 5.068 ευρώ για δαπάνη κατανάλωσης ρεύματος νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα λοιπά κονδύλια, (αποζημίωση λόγω πρόκλησης ζημιών σε γεωργικά μηχανήματα και αφαίρεσης εξοπλισμού).

Μετά από έφεση των εναγομένων εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 256/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, η οποία απέρριψε την έφεση ως προς την Μ. Κ. και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθούν από τις εφεσίβλητες, τα αναφερόμενα έγγραφα και ακολούθως, η υπ' αριθμ. 2/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1260/2022, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003).

Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι με τις καταβολές από τους αναιρεσείοντες συνολικού ποσού 39.552,37 ευρώ εντός του έτους 2015, εξόφλησαν μερικώς και δη δια του ποσού των 24.900 ευρώ το μίσθωμα του έτους 2015 , λαμβανομένου υπόψη ότι το προγενέστερο οφειλόμενο χρέος τους εκ μισθωμάτων ανήρχετο στο ποσό των 14.550 ευρώ.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1455/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα καταθετήρια έγγραφα περί ολοσχερούς εξόφλησης των προγενέστερων μισθωμάτων για το έτος 2014 και μερικής εξόφλησης του μεγαλύτερου χρέους για το έτος 2015. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" και με την προβολή του ,με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω αιτίασης, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1322/2021, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 465/2023, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και κατά το τρίτο σκέλος αυτού και τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 17 και 19 του ΚΠολΔ, για αντιφατικές διατάξεις της απόφασης και για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της εξόφλησης των οφειλών τους προς τις αναιρεσίβλητες.

Οι λόγοι αυτοί, εκτιμώμενοι ενιαίως, ως αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο του προαναφερόμενου ισχυρισμού τους, παρά μόνο αποσπασματικές και μεμονωμένες κατά την κρίση των αναιρεσειόντων παραδοχές.

Ακόμη δε, στους λόγους αυτούς δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες για τη θεμελίωσή της ένστασής τους, περί εξοφλήσεως του μισθώματος και των οφειλών τους προς τις αναιρεσίβλητες, ως προς τον οποίο (αυτοτελή ισχυρισμό) διατυπώνεται η προβαλλόμενη εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής διάταξης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή.

Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 8 όσο και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι άλλως θα είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη. Ο λόγος όμως αναίρεσης αυτός (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής και το προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν για πρώτη φορά και μάλιστα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, για την πληρότητα δε αυτού έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός και αν ακόμα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, προτάθηκε νόμιμα στα δικαστήρια της ουσίας και ακόμα να αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού, πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1413/2014, ΑΠ 1078/2013).

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 27-4-2022 και με αριθμό κατάθεσης 138/8/2022 αίτησης αναίρεσης, μεταξύ των αναιρεσειόντων και της τέταρτης των αναιρεσίβλητων Μ. θυγ. Γ. Κ.

Απορρίπτει την από 27-4-2022 και με αριθμό κατάθεσης 138/8/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ